Η επιστροφή από το ταξίδι στην Ισλανδία, με βρήκε άρρωστη, ήταν το κρύο τσουχτερό βλέπετε και δεν μπόρεσα να το αντέξω παρά τις 3 στρώσεις ισοθερμικών. Αυτό είχε ως επακόλουθο την παραμονή μου στο σπίτι μέχρι να αναρρώσω σωματικά, που κράτησε περίπου 4 μέρες. Εντάξει, δεν ήταν πολλές, όμως ήταν αρκετές για να αρρωστήσω, ψυχικά αυτή τη φορά. Έπεσα στην παγίδα του να «βάλω να δω ένα επεισόδιο» στο Netflix, το οποίο αμέσως εξελίχθηκε σε binge watching, δηλαδή στην παρατεταμένη παρακολούθηση πολλών επεισοδίων κάποιας τηλεοπτικής σειράς. Ο ίδιος ορισμός ισχύει και για τις ταινίες.

Ψάχνοντας να βρω μία ανάλαφρη σειρά που θα με έκανε να αισθανθώ καλύτερα, έπεσα πάνω στο “Young Sheldon“, το spin-off prequel του “The Big Bang Theory” με κεντρικό χαρακτήρα τον -προσωπικά αγαπημένο- Sheldon Cooper. Λίγο η αδυναμία που τρέφω προς τον συγκεκριμένο χαρακτήρα (που παρουσιαζόταν εξαιρετικά χαριτωμένος, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον), λίγο ότι τα επεισόδια ήταν μικρής διάρκειας, λίγο το ενδιαφέρον που προκαλούσε η ίδια η πλοκή, εθίστηκα. Το κρεβάτι μου μετά την τρίτη σεζόν, το ένιωθα ως νεκροκρέβατο, ενώ μέχρι το τέλος της 6ης σεζόν μου είχε ρουφήξει κάθε ίχνος διάθεσης για ζωή. Σε περίπτωση που αναρωτιέστε (λέμε τώρα), η ολοκλήρωση των 6 σεζόν της σειράς έγινε σε μία μόλις εβδομάδα.

Αυτό το χαριτωμένο παιδάκι που ήθελα να μου προσφέρει χαρά, τελικά κατάφερε να με βυθίσει στην απόλυτη θλίψη. Αυτό βέβαια βγάζει λίγο νόημα, γιατί ο Sheldon έχει την ικανότητα να σε οδηγήσει σε περίεργα συναισθηματικά μονοπάτια. Σίγουρα αυτή τη στιγμή θα μου έλεγε περήφανα «Bazinga!», αφού κατάφερε να μου την φέρει για τα καλά. Στη συνέχεια ακολούθησε το “Μέχρι να μας Χωρίσει ο Φόνος: Σόρινγκ εναντίον Χέισομ“, μία μίνι σειρά 4 επεισοδιών την οποία πρέπει οπωσδήποτε να δείτε, ενώ όταν έφτασα στο “Ginny & Georgia“, έκανα κάτι και κατάλαβα το μέγεθος του προβλήματος.

Στα μέσα της πρώτης σεζόν ξέσπασα σε κλάματα, χωρίς να υπάρχει κάποια ιδιαίτερα έντονη συναισθηματικά σκηνή, αφού σκούπισα τα δάκρυά μου και φύσηξα 3 φορές την μύτη μου αναρωτήθηκα «πώς έφτασα σε αυτό το σημείο;» και άρχισα να κάνω ανασκόπηση των προηγούμενων ημερών. Εκτός από τις ώρες που δούλευα, το Netflix ήταν συνέχεια ανοιχτό, με τα επεισόδια να συνεχίζουν να παίζουν αυτόματα non-stop.

 «Παρακολουθείτε ακόμα;», με ρωτούσε η εφαρμογή κάθε 90 λεπτά, με εμένα να πατάω «ναι». Η μόνη φορά που δεν απαντούσα τίποτα ήταν όταν με έπαιρνε ο ύπνος. Ναι, η κατάσταση ήταν θλιβερή, όπως και η ψυχολογία μου άλλωστε.

Έβλεπα Netflix κατά τη διάρκεια του φαγητού, του μπάνιου, του απλώματος των ρούχων, του make-up, του ντυσίματος, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα μπορείτε να σκεφτείτε. Όταν έπρεπε δηλαδή να αποχωρήσω για κάποιον λόγο από το δωμάτιο όπου και βρισκόταν η τηλεόραση, άνοιγα την εφαρμογή στο κινητό γιατί δεν μπορούσα να μείνω δευτερόλεπτο μακριά από την σειρά που παρακολουθούσα τη δεδομένη χρονική στιγμή. Καλά, δεν με έλεγες πάντως, σε καμία περίπτωση.

Δεν είχα όρεξη να μιλήσω με κανέναν, οι ώρες που ξεκουραζόμουν λιγόστευαν μέρα με τη μέρα αφού κόντευα να κάνω ολονυχτίες, όλα μου έφταιγαν και όλα τα έβλεπα ως “δράμα”. Το Netflix ήταν η καθημερινή μου μαστούρα, το άνοιγμα της τηλεόρασης είχε μετατραπεί σε βασική ανάγκη που έπρεπε οπωσδήποτε να εκπληρωθεί. Κάθε φορά που άκουγα τον χαρακτηριστικό ήχο της εφαρμογής, έπαιρνα μία μικρή δόση χαράς, ξέροντας όταν βρίσκομαι στο “safe place” μου.

Netflix
Φωτ.: Thibault Penin / Unsplash

Netflix and Depression

Εσείς ξέρατε ότι η παρακολούθηση της αγαπημένης σας σειράς θα μπορούσε να προκαλέσει “μαστούρα”; Κι όμως, είναι αλήθεια.

Όταν ασχολείστε με μια δραστηριότητα που σας αρέσει, ο εγκέφαλός σας παράγει ντοπαμίνη (όπως έχουμε ξαναπεί και σε άλλα κείμενα)- μια χημική ουσία που προάγει τα συναισθήματα ευχαρίστησης, ενθουσιασμού και ευτυχίας. Η απελευθέρωση της ντοπαμίνης μας βοηθά να νιώθουμε καλά και έχει παρόμοιο αποτέλεσμα με αυτό που προκαλούν τα ναρκωτικά και άλλες ουσίες με εθιστικές ιδιότητες. Σύμφωνα με το Netflix, από όσους παρακολούθησαν μια ολόκληρη σεζόν μέσα σε 30 ημέρες, το 25% ολοκλήρωσε την παρακολούθηση μιας σειράς 13 επεισοδίων σε δύο ημέρες, με το 73% των θεατών είχαν θετικά συναισθήματα γι’ αυτή τη συνήθεια.

Βέβαια, αν καταλάβει την καθημερινότητά σας, μην περιμένετε να έχετε τα ίδια συναισθήματα, το πιο πιθανό είναι να καταλήξετε σαν εμένα. Όσα περισσότερα επεισόδια έβλεπα, τόσο απομονωνόμουν. Ένιωθα ότι δεν μπορούσε να δώσει ο εγκέφαλος μου εντολή ώστε να πατήσω το κουμπί και να κλείσω το ρημάδι που με είχε ισοπεδώσει.

Οι μαραθώνιοι του Netflix μου στερούσαν τον ύπνο και το σώμα μου το ήξερε. Επίσης, όσοι παρακολουθούν ακατάπαυστα είναι πιθανό να υποφέρουν από μια κατάσταση κατά την οποία ο εγκέφαλος διεγείρεται και ενεργοποιείται υπερβολικά για να εισέλθει σε μια ήρεμη κατάσταση ύπνου. Μία ταλαιπωρία δίχως τέλος, δηλαδή. Οι διαταραχές στη διάθεση ήταν ένα απρόβλεπτο rollecoaster, με εμένα να ψάχνω απεγνωσμένα τον χειριστή του ώστε να με απεγκλωβίσει. Τελικά βρήκα τον μοχλό και το έκλεισα μόνη μου το μηχάνημα, ωστόσο αυτό δεν είναι εφικτό για όλους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πολύ πιθανό να μην έχετε την διαύγεια να αναγνωρίσετε το πρόβλημα και να παρεμένετε σε αυτό χωρίς να το καταλαβαίνετε.

Μια μελέτη του 2015 από το Πανεπιστήμιο του Τέξας διαπίστωσε ότι οι συμμετέχοντες που ήταν ήδη μοναχικοί και καταθλιπτικοί ήταν πιθανό να χρησιμοποιούν την binge-watching ως διαφυγή από τα αρνητικά συναισθήματα. Οι συμμετέχοντες ήταν επίσης πιθανό να έχουν μειωμένη ικανότητα αυτορρύθμισης και να δυσκολεύονται να ελέγξουν την ποσότητα της τηλεόρασης που παρακολουθούσαν, καλά αυτό μπορεί ήδη να το έχετε καταλάβει.

Η κατάθλιψη είναι μια σοβαρή ψυχική ασθένεια και δεν είμαι επαγγελματίας γιατρός. Αυτό για το οποίο μιλάω, είναι η ακατάσχετη παρακολούθηση Netflix και η απομόνωση του εαυτού, θέτοντάς τον σε καταθλιπτική κατάσταση. Ωστόσο, εγώ κατάφερα να αντιμετωπίσω αυτή την κατάσταση, κάνοντας μερικά πράγματα.

Δεν άνοιγα καθόλου την τηλεόραση, γιατί ξέροντας τον εαυτό μου ήξερα ότι θα μπω σε πειρασμό και θα μπω στο Netflix «για ένα επεισόδιο μόνο», μπαίνοντας ξανά στην ίδια λούπα. Για τον ίδιο λόγο, απεγκατέστησα την εφαρμογή από το κινητό, το να μην την αντικρίζω κάθε φορά που μπαίνω στο αρχικό μενού, ήταν σωτήριο. Άρχισα να έρχομαι και πάλι έξω και να βρίσκομαι με άλλους ανθρώπους παρόλο που μπορεί να μην είχα τη διάθεση να το κάνω. Έξοδο με την έξοδο, επανήλθα σιγά σιγά.

Αν σας φαίνεται κάτι από αυτά που περιέγραψα στο κείμενο οικείο και νιώθετε ότι δεν ξέρετε τι να κάνετε, ζητήστε βοήθεια, ιδανικά από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας, αν δεν μπορείτε να το κάνετε ούτε αυτό, δεν πειράζει. Πάρτε τηλέφωνο κάποιον δικό σας άνθρωπο που εμπιστεύεστε και πείτε του ότι χρειάζεστε βοήθεια, ακόμη και η πιο μικρή θα είναι πολύτιμη.