Κάθομαι στο ημίφως και από το πικάπ ακούγεται ένας καρδιακός παλμός. Παίζει το “Speak to Me/Breathe” των Pink Floyd. Ακολουθεί το “On The Run” και χωρίς παύση το “Time“. Λατρεύω αυτά τα τραγούδια, είναι σα να χαϊδεύουν τον βαθύτερο πυρήνα μου. Τα αγάπησα από την πρώτη φορά που τα άκουσα όταν ήμουν ακόμη παιδί. Μια τεράστια κοσμική έκρηξη έσκασε πίσω από την κλειδωμένη πόρτα του υπνοδωματίου μου κι ένιωσα σα να με καταβροχθίζει εκούσια μια υπερμεγέθης μαύρη υπαρξιακή τρύπα. Ένα εκατομμύριο ακροάσεις αργότερα, θα μπορούσα να τα ακούσω ένα εκατομμύριο φορές ακόμα και να μην τα βαρεθώ ποτέ.

Καταρχήν είναι η μουσική. Το “Time” είναι, για μένα, το κορυφαίο κομμάτι ενός άλμπουμ που από μόνο του είναι αριστούργημα, και το “Breathe” είναι ίσως το καλύτερο εναρκτήριο κομμάτι άλμπουμ που έχει υπάρξει ποτέ στην ιστορία της μουσικής. Αλλά πλέον δεν τα ακούω απλώς ως σπουδαία κομμάτια. Ειδικά το “Time”. Τώρα που έχω μεγαλώσει, νιώθω ότι μέσα σε 6:53 λεπτά το τραγούδι μας απογυμνώνει από τα περιττά, αφήνοντας μας μόνους με τη θνητότητά μας.

Μετά μπαίνουν οι στίχοι. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα το τυποποιημένο ή το συγκαταβατικό, ούτε ποπ αηδίες, ούτε ωραιοποιήσεις και στρογγυλέματα για να κυλάει το πράμα. Όχι. Ακόμα και όταν ήμουν παιδί, οι στίχοι αυτών των δύο τραγουδιών, ειδικά του “Time”, με συγκλόνιζαν κάθε φορά που τα άκουγα. Αναγνώριζα ότι είχαν πραγματικό βάθος. Νοήματα μέσα στα νοήματα, που στα εφηβικά μου μάτια φάνταζαν σαν άγνωστοι πλανήτες τους οποίους διψούσα να εξερευνήσω. Πλέον, είκοσι και βάλε χρόνια αργότερα, το τεράστιο φορτίο που κουβαλούν, όχι μόνο δεν εξασθένησε, εντούτοις, θεριεύει ακόμα περισσότερο.

Σιδερένιες καμπάνες, ρολόγια και ξυπνητήρια χτυπάνε με μια βιομηχανική ορμή, σηματοδοτώντας τη γέννηση. Είναι η στιγμή που μας πετάνε από την ζεστασιά της μήτρας σε αυτόν τον βίαιο κόσμο. Τη στιγμή της γέννησής μας, ο μετρονόμος αρχίζει να χτυπάει, κραδαίνοντας το χρονοδιάγραμμα της ζωής μας. Όταν είμαστε νέοι αγνοούμε τον ήχο του, αλλά βρίσκεται πάντα στο παρασκήνιο, σηματοδοτώντας με κρότους την αντίστροφη μέτρηση για το τέλος μας.

Τα πρώτα μας χρόνια περνούν, και μεγαλώνοντας αρχίζουμε να αποκτούμε συνείδηση. Η μουσική εισαγωγή ξεκινά με μια βαριά, δυσοίωνη συγχορδία. Η μουσική θεριεύει. Διανύουμε την παιδική μας ηλικία. Και σαν «το χτύπημα μιας σιδερένιας καμπάνας», χτυπάει σαν δείκτης ρολογιού σε κάθε μας βήμα. Αλλά όταν είμαστε νέοι δεν μπορούμε να αντιληφθούμε το βάρος της. Δεν ακούμε το «χτύπημα της σιδερένιας καμπάνας». Το μυαλό μας είναι ακόμα πολύ αγνό για να συλλάβει την ζοφερότατα της ύπαρξης και να αντιληφεί πώς, από τη στιγμή που γεννιόμαστε, ζούμε υπό τη σκιά της θνητότητάς μας.

Μπαίνει ο πρώτος στίχος. Από την εφηβεία περνάμε στην πρώιμη ενηλικίωση. Παρόλο που ακόμα δεν νιώθουμε το βάρος της, αυτή η βαριά, δυσοίωνη συγχορδία εξακολουθεί να χτυπάει σε κάθε μας βήμα. Εξακολουθούμε να μην την ακούμε, αλλά η καμπάνα συνεχίζει να χτυπάει- είναι μια υπενθύμιση της μοίρας από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε και η οποία αιωρείται πάνω από την επιπολαιότητα της νιότης μας.

Ανατρέχω στην εποχή που βρισκόμουν σε αυτό το σημείο του τραγουδιού. Τόσες πολλές ώρες της νιότης μου «ξοδεύτηκαν και σπαταλήθηκαν άσκοπα». Έρωτες, σπουδές, αγωνίες, συστατικές, διαφωνίες, κλάματα, overthinking για το τίποτα. Ζούσα μόνο για το σήμερα, χωρίς να αναλογίζομαι ποτέ το μέλλον. Ήμουν μικρή και η ζωή φάνταζε τόσο μεγάλη. Είχα ακόμα πολύ χρόνο μπροστά μου για να κατανοήσω τα πράγματα και να βάλω μια τάξη. Είχα άφθονο χρόνο για να βρω το δρόμο μου. Ένιωθα ωστόσο ότι όλα αυτά βρίσκονταν στο πολύ μακρινό μέλλον. Όταν με το καλό θα έφτανα εκεί, θα αντιμετώπιζα και την πραγματική ζωή. Μέχρι τότε, θα ζούσα για το παρόν.

Το περίεργο με το να ζεις για το σήμερα, είναι το γεγονός ότι αυτό «το σήμερα», κρατάει για πάντα. Όταν ζεις για τη στιγμή, παγιδεύεσαι σε αυτήν. Αγνοείς το γεγονός ότι το παρελθόν ήταν κάποτε εδώ και ότι το παρόν και το μέλλον παραφυλάνε. Παρελθόν, παρόν και μέλλον ρευστοποιούνται και γίνονται μια ενιαία άμορφη μάζα. Είναι πολύ εύκολο να χάσεις την αίσθηση του χρόνου. Είναι πολύ εύκολο να ξυπνήσεις ξαφνικά μια καλή  μέρα συνειδητοποιώντας ότι «έχουν περάσει δέκα χρόνια». Ανάθεμα κι αν δεν μου συνέβη αυτό. Ανάθεμα κι αν δεν ξύπνησα μια όμορφη ανοιξιάτικη ημέρα στις 12 Μαΐου στα γενέθλιά μου, συνειδητοποιώντας ότι πέρασαν 25 χρόνια. Ανάθεμα κι αν δεν άκουσα ποτέ «τον πυροβολισμό εκκίνησης».

καμπάνες

Μόνο ένα πράγμα μπορούσα να κάνω: “Run, rabbit, run.”

Μπαίνει το σόλο της κιθάρας. Η ενστικτώδης αντίδραση που έχουμε όταν αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τη σκιά της θνητότητας που αιωρείται πάνω από τη ζωή μας. Τα νιάτα μας χάνονται. Αυτή η βαριά, δυσοίωνη συγχορδία συνεχίζει να μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα. Τώρα, σιγά σιγά αρχίζουμε να αισθανόμαστε το βάρος της. Νιώθουμε την αίσθηση του επιτακτικού σόλο του κομματιού να μας πνίγει τον λάρυγγα, καθώς συνειδητοποιούμε ότι κάθε χρόνος που περνά λειτουργεί ανταγωνιστικά ως προς τον χρόνο που μας απομένει. Σύντομα, αν δεν έχει συμβεί ήδη, τα χρόνια που αφήσαμε πίσω μας θα είναι περισσότερα από αυτά που έχουμε μπροστά μας. Η νεανική ψευδαίσθηση της άπλετης ζωής και των δυνατοτήτων της, δίνει τη θέση της στην ψυχρή συνειδητοποίηση της πεπερασμένης φύσης του χρόνου που έχουμε στη διάθεσή μας.

Σκληρός ήχος, που όμως από πίσω του δείχνει να κρύβει ένα λαβωμένο ζώο που προσπαθεί να αμυνθεί ενάντια στον χρόνο που χάνεται, ήχος πλούσιος και πυκνός που σου δημιουργεί ένα αναστοχαστικό παραλήρημα. Γκρουβάτοι ρυθμοί, κατανυκτική κιθάρα, μονότονα φωνητικά σαν το αδυσώπητο του χρόνου, αγωνία, ένταση που τεντώνει τις φλέβες και καθηλώνει στην ψυχρή συνειδητοποίηση της πεπερασμένης φύσης του χρόνου που έχουμε στη διάθεσή μας. Μια τζαζ αυτοσχεδιαστική διάθεση που προκαλεί εκρήξεις στο κρύο μέρος του κρανίου.

Μετά το σόλο, έρχεται ο επόμενος στίχος. Μπαίνουμε στη μέση ηλικία. Τρέχουμε και τρέχουμε, και δεν σταματάμε να τρέχουμε. Η επιτακτική πίεση της πεπερασμένης φύσης του χρόνου που έχουμε στη διάθεσή μας μας κάνει να τρέχουμε όλο και πιο γρήγορα. Τρέχουμε για να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο. Τρέχουμε για να προλάβουμε να κάνουμε όλα αυτά που ονειρευτήκαμε να κάνουμε σε αυτή τη ζωή. Προσπαθώντας να μην αφήσουμε τα όνειρά μας να «πέσουν στο κενό». Και αυτή η βαριά συγχορδία εξακολουθεί να μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα, να ηχεί όλο και πιο δυνατά στα αυτιά μας, με αυτή τη δυσοίωνη σκιά που μέρα με τη μέρα απλώνεται πιο βαριά πάνω μας.

Περίπου σε αυτό το σημείο του τραγουδιού βρίσκομαι σήμερα, κάπου μεταξύ πρώιμης ενηλικίωσης και μέσης ηλικίας. Πλέον τα χρόνια φεύγουν πιο γρήγορα, γλιστράνε σαν νερό μέσα από τα δάχτυλα και η ζωή δεν φαντάζει τόσο μεγάλη όσο παλιά. Τρέχω και τρέχω, προσπαθώντας να «προλάβω τον ήλιο», προσπαθώντας να προλάβω τη ζωή που με προσπερνάει. Αλλά όταν κυνηγάς τον ήλιο, νιώθεις σαν να «καταλήγεις να κάνεις έναν κύκλο και αυτός να βρίσκεται πάντα πίσω σου». Όταν κυνηγάς μια ζωή που σε προσπερνάει, νιώθεις σαν να κινείται πάντα πολύ πιο γρήγορα από σένα.

Κάθε μέρα «σκάβω αυτή την τρύπα», γιατί ο μόνος τρόπος επιβίωσης είναι μέσω της δουλειάς, η οποία εντατικοποιείται όλο και περισσότερο. Και συνεχίζω να σκάβω γιατί «όταν επιτέλους τελειώσει η δουλειά, μην κάθεσαι- είναι ώρα να σκάψεις άλλη μία τρύπα». Κάθε μέρα είναι σαν την προηγούμενη. Σκάβω τρύπες για να βγάζω τα προς το ζην, ενώ «κάθε χρόνος μικραίνει» και «δεν βρίσκω ποτέ τον χρόνο» να κάνω όλα αυτά που ονειρευόμουν. Σκάβοντας αυτές τις τρύπες, νιώθω σα να κυνηγώ κάτι που έχει πολύ μεγαλύτερο προβάδισμα και όλο με προσπερνά, καθώς βλέπω τα όνειρά μου να «πέφτουν στο κενό».

Φτάνουμε στο τελευταίο μέρος του τραγουδιού. Η μουσική μαλακώνει. Τα γυναικεία φωνητικά απαλύνουν τις στυγνά ραπίσματα του χρόνου στο πρόσωπό μας. Είναι αυτή η λυτρωτική κάθαρση που χρειαζόμαστε σε αυτό το στάδιο της ζωής μας. Μια γλυκιά παρηγορητική αγκαλιά που προμηνύει το τέλος. Δεν έχω φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο του τραγουδιού στη ζωή μου, όπου σταματάς να τρέχεις καθώς ο χρόνος σου έχει ουσιαστικά τελειώσει και το μόνο που σου απομένει «να ζεστάνεις τα κουρασμένα σου κόκκαλά δίπλα στη φωτιά» μέχρι να «τελειώσει το τραγούδι» της ζωής και να σε προσπεράσει το αναπόφευκτο της θνητότητάς σου.

Πλέον μπορώ να ακούσω αυτόν τον μετρονόμο να χτυπάει. Και μπορώ να ακούσω το χτύπημα εκείνης της σιδερένιας καμπάνας, αυτής που θα χτυπήσει για όλους μας μια μέρα, και θα ξέρω πολύ καλά για ποιον χτυπάει αυτή η καμπάνα.

Ο ήχος της αντηχεί ακόμα αχνός και από «μακριά, πέρα από το χωράφι», όχι όμως τόσο μακριά όσο ήταν κάποτε, και κάθε μέρα πλησιάζει όλο και περισσότερο. Κάθε μέρα αντηχεί όλο και πιο δυνατά.

✥ Δείτε επίσης: Πενήντα χρόνια στη Σκοτεινή Πλευρά του Φεγγαριού