Τις τελευταίες εβδομάδες σκέφτομαι πολύ έντονα το ζήτημα της φιλίας. Είτε πρόκειται για φιλίες από τις οποίες έχω απομακρυνθεί, είτε για εκείνες που εξακολουθούν να αφήνουν το καθημερινό τους αποτύπωμα, είτε για τις νέες που έχουν μπει στη ζωή μου. Πάντα μα πάντα η φιλία κατείχε ένα υψηλό αξίωμα στο βάθρο των προτεραιοτήτων μου, επομένως δίνω μεγάλη σημασία στις σχέσεις που εκτιμώ περισσότερο. Πρόσφατα, ωστόσο, βίωσα περισσότερο από ποτέ το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μπαινοβγαίνουν στη ζωή σου, αφήνοντας ο καθένας ένα διαφορετικό αποτύπωμα. Η αρχή της χρονιάς έφερε μερικές κρίσιμες καταστάσεις που με έκαναν να αναλογιστώ την ποιότητα των φιλικών μου σχέσεων και πόσο απίστευτα τυχερή είμαι που έχω ορισμένους ανθρώπους στη ζωή μου. Η σκέψη για το πώς οι άγνωστοι μπορούν να γίνουν οικογένεια και πώς οι στενοί φίλοι μπορούν να γίνουν ξένοι με έκανε να αναστοχαστώ το νόημα των φιλικών σχέσεων. Οι φιλίες που έχουν πραγματικά νόημα δεν είναι πάντα αυτές που έχεις καθημερινή επαφή. Κατά συνέπεια, πρόσφατα προβληματίστηκα αρκετά για τις φιλίες που διατηρώ από απόσταση και για το πόσα πολλά σημαίνουν για μένα.

Το θέμα με τις φιλίες εξ αποστάσεως είναι ότι ενώ πολλοί από εμάς τις βιώνουμε, δεν μιλάμε τόσο συχνά γι’ αυτές. Έχω διαβάσει αρκετά άρθρα που παρέχουν συμβουλές και λύσεις για το πώς να καταφέρετε να διατηρήσετε τέτοιου είδους φιλίες και όλα είναι γραμμένα σε δασκαλίστικο ύφος σαν σχολικό εγχειρίδιο ή σα να γράφει κάποιος σούπερ γκουρού της φιλίας: «5 και μια συμβουλές», ή «τι να κάνεις για να διατηρήσεις μια φιλία εξ αποστάσεως» κι άλλες υποδείξεις που στην πραγματικότητα λένε τα ίδια πράγματα: ότι αναγκαστικά θα απομακρυνθείτε και δεν θα μιλάτε κάθε μέρα, αλλά θα πρέπει να τα λέτε όταν σας το επιτρέπει το πρόγραμμά σας, και να ξέρετε ότι ο φίλος ή η φίλη σας θα είναι πάντα εκεί για εσάς. Αν και όλα αυτά είναι έγκυρα και ρεαλιστικά σημεία, δεν εκφράζουν ακριβώς τις προκλήσεις και τη μόνιμη λαχτάρα για την παρουσία των φίλων μας. Αισθάνομαι ότι όλα αυτά τα άρθρα χάνουν το βασικό νόημα: μια προσωπική σχέση ενσυναίσθησης με τον αναγνώστη που να δείχνει ότι και εκείνος αισθάνεται αυτόν τον πόνο της απόστασης που διαμεσολαβεί ανάμεσα σ’ εμάς και τους φίλους μας. Προσωπικά, η εμπειρία μου με τις φιλίες εξ αποστάσεως δεν μοιάζει τόσο με μια προσπάθεια να παραμείνεις ενεργός στη ζωή του άλλου, αλλά περισσότερο με το να προσπαθείς να ζεις με την αίσθηση μιας απώλειας, και να συμφιλιώνεσαι με την ιδέα ότι ένα κομμάτι της ζωής σου θα σου λείπει, ενώ παράλληλα ξέρεις ότι βρίσκεται κάπου εκεί μακριά.

Πιστεύω ότι το ενδιαφέρον μου για την ανάλυση των μακρινών φιλικών σχέσεων αναζωπυρώθηκε από τρία σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν σχετικά κοντά το ένα με το άλλο. Πρώτον, το γεγονός ότι μετά την πανδημία η εργασία μου απαιτεί καθημερινή, πενθήμερη παρουσία, οπότε αυτό έβαλε ένα φρένο στην δυνατότητα συχνών ταξιδιών και μετακινήσεων που υπήρχε σε συνθήκες τηλεργασίας. Δεύτερον, μια από τις καλύτερες φίλες μου από τότε που μετακόμισα στην Αθήνα, δέχτηκε μια εργασιακή ευκαιρία που απαιτούσε να μετακομίσει στο Βερολίνο. Κατά συνέπεια, έπρεπε να προσαρμοστώ τόσο στο ότι δεν την έβλεπα πλέον καθημερινά όσο και στο ότι δεν θα είχα τη δυνατότητα μετακίνησης. Επιπλέον, η κολλητή μου που μένει στην Κύπρο -απ’ όπου κατάγομαι κι εγώ- ξεκίνησε και δεύτερη δουλειά, και καθώς και οι δικές μου εργασιακές και κοινωνικές ανάγκες αυξήθηκαν, δυσκολευόμαστε τρομερά να βρούμε κάποια ώρα μες την μέρα να τα πούμε.  Παρόλο που συνηθίζαμε να στέλνουμε και να ανταλλάσσουμε μηνύματα σποραδικά από την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε τα Χριστούγεννα, αυτή τη φορά ήταν πολύ δύσκολο να επικοινωνήσουμε. Ένιωθα ότι κάτι έσπασε όταν σταματήσαμε να μιλάμε πολύ, ότι παλαιότερα υπήρχε μεγαλύτερη σύνδεση, ότι η συνεχής συνομιλία ήταν μια ισχυρή αίσθηση που νιώθεις τον φίλο σου κοντά σου. Παρόλο που αυτά τα τρία γεγονότα είναι αρκετά διαφορετικά, στην ουσία αυτό που τα συνδέει είναι μια κοινή αίσθηση λαχτάρας. Για μένα, καταλήγει στο να νιώθεις ότι παρόλο που χτίσατε μαζί το παζλ της φιλίας, υπάρχει ένα κομμάτι που λείπει και έπεσε κάπου και παρόλο που το βλέπετε και οι δύο, κανείς σας δεν μπορεί να το πιάσει.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι σε όλη μου τη ζωή όχι μόνο μετακόμιζα συχνά αλλά επιπλέον άλλαζα πόλεις και χώρες, κατάφερα να αναπτύξω αρκετές ουσιαστικές σχέσεις στη διαδρομή. Δεδομένου ότι είμαι μάλλον συναισθηματικό άτομο, ήταν μια δύσκολη διαδικασία να μάθω πώς να αντιμετωπίζω την απουσία των αγαπημένων μου προσώπων. Έχω διαπιστώσει ότι όσο περισσότερο το βιώνω τόσο καλύτερα μπορώ να το διαχειριστώ, αλλά σίγουρα αυτό δεν γίνεται αβίαστα. Παρόλο που είναι αρκετά ευκολότερο όταν είστε εσείς αυτός που μετακομίζει, καθώς μπορείτε να απασχολείτε το μυαλό σας με νέες εμπειρίες, υπάρχει πάντα ένα κομμάτι του εαυτού σας που θα εύχεται να μπορούσατε να μοιραστείτε αυτές τις νέες περιπέτειες με τους ανθρώπους που αγαπάτε. Ομοίως, υπάρχει πάντα ένα κομμάτι σας που θα εύχεται να ήσασταν μαζί τους όταν ακούτε για τις δικές τους νέες τους εμπειρίες και βιώματα. Παρόλο που η μετακόμιση στην Αθήνα μου πρόσφερε αξιοσημείωτες εμπειρίες, η απομάκρυνση από την οικογένειά μου ήταν ίσως μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που πήρα ποτέ. Φυσικά, τελικά το συνηθίζεις, αλλά αυτό δεν διαλύει το αίσθημα της νοσταλγίας και δεν σημαίνει ότι το στομάχι μου δεν δένεται κόμπο όταν η μικρή σου αδελφή σε παίρνει τηλέφωνο για να σου πει ότι πήγε σινεμά και εύχεται να ήσουν εκεί μαζί της.

Ίσως ο λόγος για τον οποίο δεν μιλάμε συχνά κι εκτενώς για την φιλία εξ αποστάσεως είναι ότι, καθώς πρόκειται για μια τόσο συναισθηματικά πυκνή σύνδεση, μπορούμε κυριολεκτικά να την αισθανθούμε στο πετσί μας. Υπάρχουν πολύ λίγοι τρόποι να περιγράψουμε με ακρίβεια τα συναισθήματα που σωματοποιούνται, επειδή οι λέξεις από μόνες τους δεν είναι ικανές να μεταφέρουν τόσο βαθιές συναισθηματικές καταστάσεις. Είναι πραγματικά μεγάλη πρόκληση να περιγράψεις πώς μια αλυσιδωτή αντίδραση ορμονών μπορεί να σε κάνει να νιώσεις τόσο έντονα, όπου το στομάχι σου πιάνεται κόμπο ή το σώμα σου τρέμει ή νιώθεις να σε τυλίγει μια ζεστή κουβέρτα ή σε κατακλύζει τόσο πολύ η τρυφερότητα ή το πάθος ή μια άγρια ορμή αδρεναλίνης. Πώς μπορείτε να περιγράψετε κάτι που κάνει την καρδιά σας κυριολεκτικά να πονάει; Γίνεται ουσιαστικά πιο δύσκολο αν αναλογιστείτε ότι ορισμένες γλώσσες απλώς δεν έχουν τις λέξεις για να επικοινωνήσουν ορισμένα συναισθήματα. Για παράδειγμα, η πορτογαλική λέξη “saudade” δεν έχει ακριβή μετάφραση σε καμία άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι προσεγγίζεται από τη λέξη «νοσταλγία», αλλά και αυτή δεν πιάνει ακριβώς το νόημά της. Σε απλά ελληνικά λοιπόν, είναι το συναίσθημα νοσταλγίας και λαχτάρας για κάποιο πρόσωπο, φιλικού, οικογενειακού ή ερωτικού ενδιαφέροντος, που όμως κρύβει καταπιεσμένα συναισθήματα, γιατί η επιστροφή του είναι αμφίβολη, μια μίξη νοσταλγίας και λαχτάρας.

Η πλησιέστερη περιγραφή που έχω βρει για τη μετάφρασή της προήλθε από ένα βίντεο του χρήστη @ewistone στο TikTok, ο οποίος την όρισε ως «μια βαθιά συναισθηματική κατάσταση νοσταλγικής ή βαθιάς μελαγχολίας για έναν αγαπημένο που βρίσκεται μακριά» κάτι που πιστεύω ότι αποτυπώνει αρκετά καλά την ουσία της λέξης. Παρ’ όλα αυτά, δεδομένου ότι δεν υπάρχει άμεση μετάφραση της λέξης, καθιστά απείρως πιο δύσκολο να εκφράσουμε το συναίσθημα αυτό στα ελληνικά.

Πιστεύω ότι κάθε εμπειρία και κάθε άνθρωπος που συναντάς σε διαμορφώνει και σε προσδιορίζει με έναν τρόπο διαλεκτικό. Συνεπώς, πιστεύω ότι κάθε ουσιαστική σχέση που χτίζεις σε αποδομεί, μια διαδικασία που απαιτεί να αφήσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου πίσω, το οποίο ωστόσο αντικαθίσταται από ένα κομμάτι του άλλου ατόμου. Ίσως ο λόγος για τον οποίο νοσταλγούμε αυτούς που δεν είναι κοντά μας είναι ότι παρά την φυσική τους απουσία, εξακολουθούμε να νιώθουμε αυτό το κομμάτι τους μέσα μας. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να είναι αρκετά ανακουφιστικό να ξέρουμε ότι βρίσκονται στη ζωή μας, ανεξάρτητα από το πού βρισκόμαστε. Το θέμα με το κομμάτι του παζλ που λείπει είναι ότι μπορείτε να αρκεστείτε σε ένα προσωρινό κομμάτι. Μπορείτε ως προσωρινή λύση να χρησιμοποιήσετε τις εμπειρίες της ζωής σας που σας θυμίζουν εκείνο το πρόσωπο για να δημιουργήσετε ένα κομμάτι που μπορεί να αντικαταστήσει το αρχικό. Αρκετά από αυτά τα προσωρινά κομμάτια μπορούν να πάρουν τη θέση αυτών που λείπουν, καθώς βλέπετε ή βιώνετε πολλαπλά γεγονότα που σας το θυμίζουν, και μπορείτε να συλλέξετε το καθένα από αυτά για να τα μοιραστείτε με τον φίλο ή τη φίλη σας όταν ξαναμιλήσετε ή ξανανταμώσετε. Έτσι, δεν έχει πραγματικά σημασία αν θα κόψετε ένα κομμάτι για τον εαυτό σας ή αν θα κορνιζάρετε το παζλ ενώ παραμένει ημιτελές – είναι ένας τρόπος να εξακολουθείτε να κοιτάτε πίσω στις αναμνήσεις σας παρά το κενό σημείο. Ουσιαστικά, χρησιμεύει ως μια όμορφη υπενθύμιση των δεσμών που είστε σε θέση να σφυρηλατήσετε και της ικανότητας για αγάπη που διαθέτετε. Έτσι όπως το βλέπω εγώ, τελικά το αρχικό κομμάτι θα είναι οικείο, ανεξάρτητα από το πόσος χρόνος θα χρειαστεί για να το πιάσετε. Ακόμα κι αν το παζλ συμπληρώνεται μόνο προσωρινά, αξίζει πάντα να τοποθετήσετε το κομμάτι του παζλ εκεί που ανήκει – καθώς θα ανταμώσετε ξανά με τους αγαπημένους σας φίλους.