Τις βραδιές που κοπάζει λιγάκι η οχλαγωγία της πόλης, κάτι Τετάρτες για παράδειγμα, αν στήσεις αυτί θα ακούσεις την τζαζ πλευρά της Αθήνας. Θα διακρίνεις το βαθύ ήχο του κοντραμπάσου που κρατά το ρυθμό, τη γλυκιά μελωδία ενός πιάνου, τα κρουστά σε υψηλές ταχύτητες και bebop βιρτουοζιτέ, σαν αχό από το μακρινό Sugar Hill του Harlem των ’40s.

Χθες βράδυ βρέθηκα απρόσμενα, αλλά μάλλον καθόλου τυχαία, σε ένα live τζαζ μουσικής και από τότε εκεί θέλω να με βγάζει ο δρόμος κάθε Τετάρτη βράδυ. Ξεκίνησα από το σπίτι κάπως βαριεστημένα. Ό,τι είχα χυθεί πάνω σε μια κουνιστή πολυθρόνα σαν τη γιαγιά από τα Looney Tunes, όταν μου είπαν: «Σήκω! Πάμε ν’ ακούσουμε λίγη τζαζ!». Όχι απλά δεν το μετάνιωσα…

Η χθεσινή βραδιά ήταν αφιερωμένη στη bebop τζαζ που τόσο πολύ δεν άρεσε στον Louis Armstrong. Ήταν μια βραδιά αφιερωμένη στο δεξιοτέχνη Αμερικάνο πιανίστα και συνθέτη της τζαζ Bud Powell, ο οποίος συνέβαλε στη δημιουργία της σύγχρονης γλώσσας της τζαζ. Σε μια έκρηξη δημιουργικής ευφυΐας σε μέγεθος σουπερνόβα, ο γεννημένος στο Harlem πιανίστας έλουσε με φως τη σκηνή της bebop τζαζ στα τέλη της δεκαετίας του 1940, παντρεύοντας τη μελωδική του επινοητικότητα με αρμονική πολυπλοκότητα.

Ο Powell κατείχε μια σχεδόν υπερφυσική τεχνική και έπαιζε σε ασύλληπτα γρήγορους ρυθμούς. Ο Thelonious Monk συνήθιζε να λέει πως «Κανείς δεν μπορούσε να παίξει σαν τον Bud· πολύ δύσκολος, πολύ γρήγορος, απίστευτος!». Διέθετε τη φαντασία ενός Ρομαντικού, την ακρίβεια ενός Κλασικιστή και μια απίστευτη ένταση, την οποία πολλοί συνάδελφοί του δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Ο Bill Evans είχε δηλώσει κάποια στιγμή: «Αν έπρεπε να διαλέξω έναν μόνο μουσικό με βάση την καλλιτεχνική του αξία και τη δημιουργική του αυθεντικότητα, θα διάλεγα το Bud Powell. Κανείς δε θα μπορούσε να συγκριθεί μαζί του». Έτσι, αποτέλεσε την μεγαλύτερη πιανιστική επιρροή που εμφανίστηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Όσο για τη bebop, νομίζω ότι μετά την χθεσινοβραδινή μου εμπειρία θα συμφωνήσω απόλυτα με τον Giovani Russonello, ο οποίος γράφει στους New York Times: «Φανταστείτε ένα κόρνο να περνά σαν βολίδα, μέσα από ιλιγγιώδεις γραμμές· έναν ταλαντευόμενο ρυθμό που φλέγεται τόσο γρήγορα που σχεδόν βλέπει κανείς καπνό να βγάνει από τα κύμβαλα. Αυτό είναι το bebop». Φυσικά, διαβάζοντας τη φράση αυτή δεν βγάζει άνθρωπος νόημα. Κι αυτό γιατί «το να γράφει κανείς για τη τζαζ είναι σαν να χορεύει για την αρχιτεκτονική» – μια φράση ορφανή, αφού είναι άγνωστο σε ποιον ανήκει, που όμως αποδίδει απόλυτα το γεγονός ότι η τζαζ έχει την ολόδική της γλώσσα, η οποία γίνεται αντιληπτή μόνο βιωματικά.

Δουλεμένη με τη σμίλη της αστικής ζωής των Αφροαμερικανών στο Sugar Hill στα μέσα του 20ου αιώνα, η bebop χαρακτηρίζεται από ορμητικό ρυθμό, τεθλασμένη αρμονία και έμφαση στην αλληλεπίδραση των κρουστών με τα πνευστά και το κοντραμπάσο. Διανθισμένη με ασέβεια, η bebop άλλαξε την πορεία της αμερικανικής μουσικής και ανέβασε τον πήχη του αυτοσχεδιασμού και της σύνθεσης παγκοσμίως. Έχοντας ήδη γνωρίσει μια τεράστια καλλιτεχνική άνθιση τη δεκαετία του 1920, η οποία έγινε γνωστή ως Αναγέννηση του Χάρλεμ, η γοητευτική γειτονιά Sugar Hill έγινε το κατεξοχήν εκκολαπτήριο της τζαζ και ιδιαίτερα της bebop κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1930 και 1940.

Ανάμεσα στα κομμάτια, ο φανταστικός ντράμερ χθες βράδυ, οι μπαγκέτες του οποίου είχαν πάρει φωτιά, αφηγείται ιστορίες για τον Bud Powell, για τη τζαζ σκηνή της εποχής, για το Sugar Hill. Ακούγοντάς τον, καθισμένη σε ένα άβολο σκαμπό, έκλεισα τα μάτια κάποια στιγμή και φαντάστηκα τη γοητευτική γειτονιά μεταξύ Manhattan και Harlem, και τις σφοδρές μελωδίες ενός πιάνου στα χέρια του Powell να δραπετεύουν από το ανοιχτό παράθυρο ενός ψηλοτάβανου διαμερίσματος στο Coogan’s Bluff με θέα την καρδιά του Harlem, ένα αίθριο φθινοπωρινό δειλινό.

Δυστυχώς, ο Bud Powell, έπειτα από ένα ρατσιστικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια του οποίου χτυπήθηκε στο κεφάλι από την αστυνομία, υπέφερε μέχρι και το πρόωρο τέλος της ζωής του από ισχυρούς πονοκεφάλους. Επιπλέον, παρά την μουσική του ιδιοφυΐα, ο Powell συχνά συμπεριφερόταν αλλοπρόσαλλα. Παρόλα αυτά, ηχογράφησε μερικά πραγματικά διαμάντια μεταξύ 1947-1951 για τις εταιρείες Roost, Blue Note και Verve, συνθέτοντας σημαντικά έργα όπως τα Dance of the Infidels, Hallucinations, Un Poco Loco, Bouncing with Bud και Tempus Fugit. Από πολύ νωρίς ακόμη, η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του είχε ως αποτέλεσμα να χάσει αρκετές ευκαιρίες, αλλά το παίξιμο του Powell παρέμενε πάντοτε εκπληκτικό.

Ένας νευρικός κλονισμός το 1951 και μια νοσηλεία στο νοσοκομείο που κατέληξε σε θεραπείες με ηλεκτροσόκ τον εξασθένησαν, αλλά ο Powell κατάφερνε ακόμα να παίζει που και που στα καλύτερα. Η θερμή υποδοχή και η μακρά παραμονή του στο Παρίσι (1959-1964) παρέτειναν λίγο τη ζωή του, αλλά ακόμη και εκεί ο Πάουελ πέρασε μεγάλα διαστήματα στο νοσοκομείο. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη το 1964, εξαφανίστηκε μετά από μερικές συναυλίες και πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1966 από φυματίωση, υποσιτισμό και αλκοολισμό.

Η επανάσταση που έφερε η bebop είναι ακόμα αισθητή και το έργο του Bud Powell αποτελεί σημείο αναφοράς για τους αληθινούς θιασώτες της μουσικής και μία από τις βασικότερες επιρροές για τους πιανίστες της τζαζ. Παρά τα πολλά προβλήματά του, ο Bud Powell φαινόταν να βρίσκει στη μουσική μια αίσθηση χαράς και ελευθερίας που του ξέφευγε στην προσωπική του ζωή. Ποτέ δεν ήταν πιο ευτυχισμένος από ό,τι όταν εκφραζόταν μέσα από το αγαπημένο του πιάνο.

Έφυγα από το χθεσινό live γεμάτη νότες, ρυθμό και ιστορίες. Ήταν μια βραδιά από εκείνες που βγαίνεις σχεδόν με το ζόρι και τελικά εξελίσσονται σε μία από τις πιο ωραίες της ζωής σου.