Ο Κώστας Φέρρης αποτελεί ένα ολόκληρο κεφάλαιο της νεότερης, ελληνικής ιστορίας. Δεν συναντάς καθημερινά έναν άνθρωπο σαν τον Κώστα Φέρρη.

Γιατί; Επειδή σκηνοθέτησε την ταινία «Ρεμπέτικο», την ιερά σημαντική αυτή ταινία παγκοσμίου εμβέλειας και κύρους; Όχι, όχι απλώς γι’ αυτό.

Έγραψε τους στίχους στο «Ήτανε μια φορά» που ερμήνευσε θεϊκά ο Ξυλούρης, ένα από τα γνωστότερα και καλύτερα ελληνικά τραγούδια που έχουμε. Πρωτοστάτησε στα γεγονότα του Μάη του 68 στο Παρίσι. Συνεργάστηκε και αλληλοεκτιμήθηκε με τεράστια μεγέθη της τέχνης στην Ελλάδα και τον κόσμο. Παρέδωσε σημαντικό κινηματογραφικό έργο και εκτός Ρεμπέτικου. Όπως και σημαντική συμβολή, στιχουργική και όχι μόνο, στην δισκογραφία.

Κυρίως, όμως, επειδή δεν σταμάτησε ποτέ να μελετά, να εργάζεται, να ονειρεύεται. Μέσα στο σπίτι του στο Χαλάνδρι, αυτός ο 88χρονος, αναρχικός έφηβος ξενυχτά γράφοντας και οργανώνοντας. Ξυπνά μεσημέρι και συναντά μια δημοσιογράφο και μια φωτογράφο για να τους αφηγηθεί στο μπαλκόνι του την ζωή του, που μοιάζει η ίδια με ταινία, με τρόπο απλό και γενναιόδωρο.

Επειδή η συνάντηση διήρκεσε τρεις ώρες, πρέπει να κάνουμε οικονομία στον πρόλογο της συνέντευξης και να αφήσουμε τον ίδιο τον Κώστα Φέρρη να αφηγηθεί την ζωή του, αλλά και να μας παραδώσει μαθήματα μουσικής και κινηματογράφου, έρωτα και επαναστατικότητας.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

Τρία είναι τα βασικά κεφάλαια της ζωής μου:

Η γέννηση στην Αίγυπτο κι από εκεί στην Ελλάδα, η παρένθεση στο Παρίσι, η επιστροφή στην Ελλάδα με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την ζωή μου μέχρι σήμερα. Ιδεολογικά, παραμένω μαθητής του Ρένου Αποστολίδη που με διαμόρφωσε πολιτικά και φιλοσοφικά. Ο Ρένος μου έκανε το ωραιότερο δώρο που θα μπορούσε να μου κάνει άνθρωπος, χαρίζοντάς μου το ντοκιμαντέρ  με τίτλο Ο Εμφύλιος Μέσα μας. Με πήρε από το χέρι και γυρίσαμε όλη την Ελλάδα, με τον Ρένο να διηγείται τις αναμνήσεις του κι εγώ να κινηματογραφώ.

Ο Ρένος δεν με ήξερε, φυσικά. Όταν ήρθα από την Αίγυπτο, ήμουν ντροπαλός κι έτσι, δεν του μιλούσα, κι ας τον έβλεπα στα στέκια μας στο Κολωνάκι. Βοηθό του είχε τον Νίκο Νικολαϊδη, που ήμασταν φίλοι. 21 Απρίλη του 1967 βρισκόμουν στο Βυζάντιο, στο Κολωνάκι-εκεί έμαθα κι εγώ και πολλοί άλλοι για την έλευση της χούντας, με την κάθοδο των τανκς. Τα είχαμε χαμένα. Γνωριζόμουν ήδη από το 1961 με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον οποίο ο Ρένος έλεγε «ψηλό και μπούα»-ο Μίκης τον αποκαλούσε «ψευτοαριστερό, αναρχικό». Και πρέπει να σας πω ότι ο Ρένος το 1967 έσπευσε να ειδοποιήσει τον Μίκη να κρυφτεί, αυτό είναι μια ωραία ιστορία που είμαι περήφανος που έζησα. Ο Μίκης είπε για τον Ρένο: «Ο μεγαλύτερός μου εχθρός μου έσωσε την ζωή, αυτοί είμαστε οι Έλληνες, τσακωνόμαστε μα αγαπιόμαστε! Στον Αποστολίδη χρωστάω λοιπόν την ζωή μου!» Όταν ακούσαμε λοιπόν όλοι για την δικτατορία (κίνημα την αποκαλούσαν οι παλιοί), ο Αποστολίδης είχε τηλεφωνήσει στη γυναίκα του Μποστ και της είχε πει να βερει «εκείνον τον ψηλό» και να του πει να κρυφτεί γιατί θα τον σκοτώσουνε. Ήμουν παρών σε όλο αυτό και φυσικά το είπα στον Μίκη, ο οποίος φυσικά και κρύφτηκε και προστατεύθηκε. Μετά το Παρίσι, στην Αθήνα, με αποκαλούσαν «τρελό αναρχικό». Όταν καταλάβαμε το Ελληνικό Περίπτερο στο Παρίσι, όλοι έγραφαν συνθήματα φλογερά κι εγώ έγραψα σε έναν τοίχο: «Πού’ σαι Ρένο, να με καμαρώσεις». Αυτά κι εκείνα έφτασαν κάποια στιγμή στ’ αυτιά του Αποστολίδη και από όταν με γνώρισε κι αυτός, γίναμε αχώριστοι.

Ξέρετε, πέρασαν τόσα χρόνια και τόσες ιστορίες ζωής, μα δεν νιώθω κούραση, δεν μπορώ να σταματήσω να κάνω όσα κάνω. Με έχουν αποκαλέσει πολυπράγμονα, αναγεννησιακό σκηνοθέτη και καλλιτέχνη. Έχω υπάρξει 8 χρόνια δημοσιογράφος, 6 χρόνια ηθοποιός, έχω κάνει μοντάζ, έχω παρουσιάσει εκπομπή στην τηλεόραση, έχω γράψει θεατρικά έργα, έχω κάνει παραγωγή ουκ ολίγων δίσκων, έχω γράψει στίχους και λιμπρέτα. Δεν βαριέμαι, λοιπόν, ποτέ κι έχω πάντα την ρεζέρβα μου.

Επειδή, κατά καιρούς με πολεμούν και με αποκλείουν αυτό δεν σημαίνει ότι καταθέτω τα όπλα. Συνεχίζω με τα project μου. Στην Ελλάδα δεν θέλουν να έχουν ο καθένας από ένα γάιδαρο, αλλά να σκοτώσουν τον γάιδαρο του γείτονα. Τα έχουν τώρα βάλει με τον Λάνθιμο. Τον αποθεώνουν στο εξωτερικό κι εμείς εδώ θα έπρεπε να καμαρώνουμε για έναν επιτυχημένο Έλληνα σκηνοθέτη. Εγώ καμαρώνω.

Έχω πάψει, βέβαια, να πικραίνομαι από την στάση της Ελλάδας στο πρόσωπό μου, γιατί ο κόσμος δεν είναι μόνο η Ελλάδα και ο κόσμος με έχει αναγνωρίσει. Έχω λάβει πολλά βραβεία και διακρίσεις, αλλά ούτε εκεί είναι το θέμα: έχω λάβει αποδοχή και ουσιαστικό σεβασμό.

Στην Θεσσαλονίκη έκανε πρεμιέρα το Ρεμπέτικο-συνέβη το μεγαλύτερο γιούχα όλων των εποχών. Η ταινία προβλήθηκε μέσα σε φωνές: «τέλειωνε Φέρρη, μαλάκα!» και λοιπά. Ήταν και ο Μπερτολούτσι παρών και ρωτήθηκε πώς του φάνηκε η ταινία. Απαντάει ο άνθρωπος «αυτός ο σκηνοθέτης είναι τρελός» και δεν είμαι βέβαιος με τι πρόσημο το είπε. Πάντως, την επόμενη μέρα, το πρωτοσέλιδο της ελευθεροτυπίας έγραφε: «Ο Κώστας Φέρρης είναι τρελός, λέει ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι». Λίγο αργότερα, φθάσαμε στο Βερολίνο και φοβόμασταν για επανάληψη του γιούχα. Η Σωτηρία Λεονάρδου ήταν πολύ αγχωμένη και με το δίκιο της, γιατί ήταν ένα φεστιβάλ πολύ σκληρό. Είδαμε να γιουχάρονται σκηνοθέτες και σκηνοθέτες. Έχουν την παράδοση του ενός λεπτού και πενήντα δευτερολέπτων ησυχίας μετά τους τίτλους τέλους. Μας είχαν στα παρασκήνια εμάς, στα καμαρίνια, για να μας βγάλουν μετά έξω στον κόσμο, ως είθισται. Η Σωτηρία δεν ήθελε με τίποτα να βγει, τι που μας παρηγορούσαν, τι που μας έλεγαν ότι σπάνια πέφτει χειροκρότημα και συνηθέστερα πέφτει κράξιμο. Πέρασαε το δικό μας 01:50, ετοιμάζεται να βγει ο υπεύθυνος για να μας αναγγείλει και ακούγεται όχι απλώς χειροκρότημα, αλλά κατά κυριολεξία ποδοβολητό. Και πολλά μπράβο. Η Σωτηρία δεν μπορούσε να το πιστέψει. Της λέω «σκάσε, μη μιλάς, τα καταφέραμε»! Μόλις ησύχασε λίγο το χειροκρότημα, βγαίνουμε κι εμείς, ξαναξεσπάει το χειροκρότημα, πέφτει κάτω η Λεονάρδου από τον πανικό της, πάλι γέλια, πάλι χειροκροτήματα, χαμόγελα, χαρά.

Το ρεμπέτικο πριν το «Ρεμπέτικο»

Από παιδί, ήμουν μανιακός λάτρης της μουσικής. Στην Αίγυπτο, στην Σούμπρα στο Κάιρο συγκεκριμένα όπου μέναμε εμείς, ακούγαμε τα πάντα, γιατί στο ελληνικό πρόγραμμα δεν υπήρχε λογοκρισία. Η κυρία Κλειώ, που την ακούγαμε, έβαζε ό, τι δίσκο έπεφτε στα χέρια της: Από το «τώρα που καίει ο λουλάς/εσύ δεν πρέπει να μιλάς», μέχρι όπερα. Κάποτε, ονειρευόμουν να γίνω μπάσο βαρύτονος ή profondo όπως έλεγα. Όμως, ο πατέρας μου με μύησε στα ρεμπέτικα και ιδίως στο ζεϊμπέκικο, στο πώς χορεύεται. Όταν ήρθα Ελλάδα, ήταν η χρονιά που είχαν αποσυρθεί οι δίσκοι 78 στροφών από κερί και είχαν μπει στην αγορά τα 45ρια και μετά τα LP από βινύλιο: το 1957. Η μουσική ακουγόταν πια high fidelity! Όλοι σχεδόν πουλούσαν τους δίσκους τους, των 78 στροφών, στο Μοναστηράκι και αυτό ήταν η αφορμή δημιουργίας της πρώτης γενιάς των ρεμπετολόγων, όπως μας ονόμασαν αργότερα οι δημοσιογράφοι. Τιμή μας, εμάς! Εμείς, δηλαδή,ποιοι ήμασταν; Ο Ηλίας ο Πετρόπουλος, ο Κώστας ο Καζάκος, ο Γιώργος ο Μοσχίδης, ο Γιώργης Χριστοφιλάκης κι εγώ. Αγοράζαμε τους δίσκους, που ήταν και φθηνοί, και τους ακούγαμε στον φωνόγραφο μια στο σπίτι του ενός μια στου άλλου. Σιγά σιγά, αρχίσαμε να νοιαζόμαστε για το τι ακούγαμε ακριβώς, μιας που οι περισσότερες ετικέτες ήταν σβησμένες. Κι έτσι, αρχίσαμε να ψάχνουμε κι από συλλέκτες, με το έτσι θέλω γίναμε ερευνητές. Κάναμε πάρτυ, συναντήσεις, κυρίως στο Κολωνάκι, το κέντρο των διανοουμένων τότε. Αυτό προχώρησε και κορυφώθηκε γύρω στο 1965 που άρχισαν να μπαίνουν και καινούργιοι, όπως Παναγιώτης ο Κουνάδης, ο κορυφαίος μετά τον Πετρόπουλο Σπύρος Παπαϊωάννου, αλλά και ο Νέαρχος Γεωργιάδης, μαθητής μου στο σινεμά, που έμαθε μοντάζ με πρότυπο την ταινία μου μικρού μήκους «Τα Ματόκλαδά σου λάμπουν».

Φυσικά, όλο αυτό το ρεύμα αγάπης προς το ρεμπέτικο είχε ξεκινήσει να εδραιώνεται από το 1949, μετά την ομιλία του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο. Έκτοτε, δημιουργήθηκε μια άτυπη ομάδα φίλων του ρεμπέτικου, μικρή, αλλά κινητική. Πήγαιναν στο Πικέρμι, στο μαγαζί του Δασκαλάκη, που έπαιζε πιάνο και τραγουδούσε τον Χάρο. Το 1968 βγάζει ο Πετρόπουλος το βιβλίο με τα Ρεμπέτικα Τραγούδια. Ε, τελείωσε, αυτή ήταν η μεγάλη μπόμπα. Μετά, άρχισε η δικτατορία, το Νέο Κύμα, οι ρεμπέτες μεγάλωναν. Η ομάδα μας καλούσε στις μπουάτ της Πλάκας τον Μάρκο, τον Παπαϊωάννου, κάναμε αφιερώματα… Υπήρξα από τους πιο ενεργούς ερευνητές, μαζί με τον Πετρόπουλο. Ο Ηλίας έκανε συνεντεύξεις και τραβούσε φωτογραφίες, εγώ έκανα συνδυασμούς πληροφοριών κι έβγαζα συμπεράσματα-ποιος έπιαξε σε ποιον δίσκο, ποιες είναι οι επιρροές, στην τελική, τι είναι το Ρεμπέτικο. Μέχρι σήμερα, τι μπορούμε να πούμε για το Ρεμπέτικο; Τι είναι, τελικά, το Ρεμπέτικο;

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

Οι παλιοί μουσικοί του ρεμπέτικου χαίρονταν που ασχολιόμασταν οι πιτσιρικάδες μαζί τους και τους ενοχλούσαμε με ερωτήσεις και ψάξιμο. Μας λέγαν φοιτητές και καθένας έλεγε στον άλλο: «εγώ έχω πέντε φοιτητές, εγώ τρεις, εγώ εφτά». Καμάρωναν! Κι άρχισαν να διηγούνται σε εμάς τις ιστορίες τους, αληθινές μεν στην βάση τους, αλλά έβαζαν και σάλτσες, όπως ήταν φυσικό. Για την ιστορία των απαγορεύσεων του Μεταξά ας πούμε υπάρχουν πολλές εκδοχές για το ποιος ήταν αυτός που πήγε ενώπιον του Μεταξά και του’ παιξε την Μοδιστρούλα. Λύθηκε από μια συνέντευξη που πήρα στον Τσιτσάνη, ο οποίος, ομολογουμένως, μου είχε μια αδυναμία, όπως, μιας που τα λέμε, μου είχε και ο Χατζιδάκις, ο οποίος με ρωτούσε πριν βγάλει ένα δίσκο, με εκτιμούσε και δεν καταφέραμε να συνεργαστούμε, αν και μου είχε πει να του δώσω στίχους. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, λοιπόν, μου είπε ότι ο Μεταξάς δεν κυνήγησε το μπουζούκι. Υπήρχε ένας μουσικολόγος, λέει ο Τσιτσάνης, ο Ιωάννης Ψαρούδας, ο οποίος μάς έκοβε τα μπεμόλια, κάνοντας το μινόρε ματζόρε, για να μην θυμίζουν τα τραγούδια ανατολή. Εν τω μεταξύ, την ίδια εποχή, ο Κεμάλ Ατατούρκ απαογορεύει τους αμανέδες στην Τουρκία για τους ίδιους ακριβώς λόγους, για να μην θυμίζουν οι μουσικές το Βυζάντιο.

Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο αυτό που συζητάμε, την λογοκρισία της μουσικής, εννοώ. Η λογοκρισία των στίχων έχει συμβεί και αλλού-τα χασίσια και η σεξουαλικότητα στα τραγούδια έχουν κοπεί και σε άλλες χώρες, και σε άλλες εποχής. Εν τω μεταξύ, τα ρεμπέτικα δεν υπήρξαν ποτέ επί της ουσίας ατιεξουσιαστικά. Το αστικό τραγούδι του λαού, αυτό που είπαμε ρεμπέτικο, ξεκινά από το 1834, με τα πρώτα μουρμούρικα. Κι από κει και πέρα, μακρά η πορεία του: μπαίνουν τα δυτικά, επαναστατικά γαλλικά και όχι μόνο, στα οποία μπήκαν ελληνικοί στίχοι. Ακόμα, άρχισαν να μπαίνουν τα βλάχικα, τα δημοτικά από όλη την Ελλάδα-είχαν αρχίσει να σβήνουν και να γίνονται αστικά, αλλά τα κλέφτικα γίνονταν, πια, ληστρικά. Πολλοί κι οι Αρβανίτες, άρα επικρατεί και το τσάμικο, με το όργανό τους το κιτελί ή τσιφτελί, ένα δίχορδο όργανο, που υποχρεώνει το τρίχορδο να το ακολουθήσει με μία μπάσα νότα σταθερή. Έτσι, δημιουργείται το ντουζένι. Φυσικά, ήρθε η επτανησιακή καντάδα, η οπερέτα, τα επιθωρησιακά. Η επτανησιακή καντάδα μετατρέπεται σε αθηναϊκή καντάδα, μέχρι και τζαζ. Ο Μπουφετζής του Μπάτη είναι τζαζ τραγούδι, αμερικάνικο, του ποτού, της ταβέρνας.

Το 1930, πια, οι Σμυρνιοί έρχονται από την καταστροφή και σμίγουν με τους Πειραιώτες, των μουρμούρικων, και κάνουν αλληλεγγύη. Μπέσα, το λένε στα αρβανίτικα, σχετίζεται πολύ με την σιτσιλιάνικη ομερτά. Οι περιθωριακοί του Πειραιά και οι πιο σπουδαγμένοι και του σαλονιού Σμυρνιοί έρχονται κοντά και αλληλοεπηρεάζονται. Ο Περιστέρης βάζει τον Μάρκο να του παίξει για να ανακαλύψει τους δρόμους και ο Μάρκος βάζει τον Περιστέρη να του παίξει για να ανακαλύψει τα μινόρια. Το ρεμπέτικο, όπως το ξέρουμε σήμερα, κράτησε όλα τα είδη. Το «Σαν μεγεμένο το μυαλό μου» είναι καντάδα, αλλά έχουμε και το Καραντουζένι του Μάρκου. Όλα αυτά, από μουσικής άποψης, είναι ρεμπέτικα. Κι ήρθε ο Τσιτσάνης να τα εκσυγχονίσει και να τα ανοίξει σαν βεντάλια, προσθέτοντας την εισαγωγή και την σταθερή διάρθρωση του κουπλέ-ρεφρέν. Όλα τα είδη έκανε αυτός, ήταν η αποκορύφωση.

Όπως είχε πει κι ο Μπιθικώτσης, το ρεμπέτικο δεν έχει ψυχολογίες, έχει αφηγήσεις, είναι απλό και σταράτο, ξερό, χωρίς χρωματισμούς, κάτι που περνούσε και στον τραγουδιστή. Ακόμα και ο πιο κανταδόρος, ο Στράτος Παγιουμτζής, τραγουδάει νότα νότα, συλλαβιστά σχεδόν. Άλλο τραγούδισμα αυτό, άλλο το εκφραστικό, ας πούμε, της Δανάης και του «ελαφρού» τραγουδιού. Η θεματολογία, δε, του ρεμπέτικου ακολουθεί τις αρχές του δημοτικού τραγουδιού, με όλες τις ανθρώπινες εκδηλώσεις να έχουν το τραγούδι τους: οι καταγωγές, τα επαγγέλματα, οι χαρές, οι λύπες, ο έρωτας, ο γάμος, ο χωρισμός, ο θάνατος.

Για την αναβίωση του ρεμπέτικου, χρωστάμε πολλά στον Μπιθικώτση που έκανε έναν δίσκο αφιέρωμα στον Μάρκο Βαμβακάρη, αλλά και στον Τσιτσάνη που έκανε μια μεγάλη συναυλία με όλους τους μεγάλους του ρεμπέτικου. Όμως, το ρεμπέτικο εκφυλίστηκε, γιατί στα κέντρα διασκέδασης έχουν μπει οι μαυραγορίτες, που θέλουν κέφι και λησμονιά, άρα αρχίζουν να επικρατούν άλλα τραγούδια, άλλο στιλ πια. Όχι ότι και το λαϊκό τραγούδι δεν έβγαλε διαμάντια.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, η διαδικασία για την ταινία «Ρεμπέτικο» ξεκίνησε το 1958. Είχα δει στην Αίγυπτο μια ιταλική ταινία που μου άρεσε πάρα πολύ, λέγεται Carosello Napoletano. Είναι η ιστορία της Νάπολης μέσα από ιταλικά, λαϊκά τραγούδια. Η ιστορία προχωρά μέσα από τους πολέμους και την καταστροφή. Το σινεμά που αναδεικνύει ιστορίες, κάτι που εντόπισα σε αυτήν την ταινία, καταπιάνεται με την μικρή ιστορία που την τοποθετεί μπροστά από την Μεγάλη. Δηλαδή, σε πρώτο επίπεδο οι έννοιες και οι συνάφειες των καθημερινών ανθρώπων και πίσω, σε φόντο και background, οι μεγάλες εξελίξεις. Σε πρώτη φάση, η ιδέα για το Ρεμπέτικο μου έρχεται από τον Κώστα Καζάκο, ο οποίος μου διηγήθηκε την ιστορία της κηδείας της Μαρίκας Νίνου, με τα μπαγλαμαδάκια που έβγαλαν πάνω από τον τάφο της. Όταν ήρθε η ώρα να βγάλω την ταινία, είχε ήδη γίνει έθιμο να βγάζουν τα όργανα σε κηδείες μουσικών και τραγουδιστών, οπότε μου φαινόταν λίγο. Έτσι, αποφάσισα το ομαδικό ζεϊμπέκικο του φινάλε.

Ξεκίνησα να γράφω το σενάριο σε συνεργασία με τον Στρατή Καρρά, αλλά είχα και την επαφή με τον Τσιτσάνη που μου είχε διηγηθεί πολλά για τη Μαρίκα Νίνου και τα πολεμικά γεγονότα. Ήθελα να παίξει ο ίδιος ο Τσιτσάνης, αλλά ήταν μονίμως στο στούντιο κι έγραφε κι όπως μάλιστα μου είχε πει κατά λέξη, ήταν «υπ’ ατμόν». Όταν ήρθε η ώρα, το 1965, να γράψω τραγούδι, μιας που είχα σταματήσει να γράφω ποιήματα από το Κάιρο, έγραψα το Φανταράκι, θυμήθηλα την καθαρεύουσα όπως την είχε χρησιμοποιήσει ο Τσιτσάνης και έβαλα το «ανυπερθέτως» κι εγώ. Με το «υπ’ ατμόν» του Τσιτσάνη χαλάρωσε το πράγμα, πέσαν δουλειές, άρχισα να εργάζομαι ως βοηθός σκηνοθέτη σε διάφορες ταινίες και κάπου σταμάτησε το Ρεμπέτικο, το ξέχασα κι εγώ.

Το θυμήθηκα αργότερα, όταν είχαμε βρεθεί τρεις φίλοι, κάποια στιγμή, επί Χούντας, ο Κώστας Βρεττάκος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος κι εγώ. Κι είπαμε να γράψουμε καθένας από ένα σενάριο. Ο Βρεττάκος γράφει το «Κινέζικο προτρέτο», ο Παναγιωτόπουλος μια ιστορία της Γερμανίας (Ντάνκεσεν Μπίτερσεν) κι εγώ το «Ρεμπέτικο», το οποίο αποκαλούσα «Το Μινόρε της Αυγής», όπως μου θύμησε ο Στρατής Καρράς. Το Μινόρε της Αυγής το έκαναν άλλοι, αλλιώς, στην συνέχεια. Ο Παναγιωτόπουλος έκλεψε το σενάριο του Βρεττάκου κι έκανε «Τα Χρώματα της Ίριδος».

Ένα διάστημα, για το Ρεμπέτικο συνεργάστηκα και με τον Μανώλη Ρασούλη. Γενικώς, πέρασε από πολλά στάδια αυτή η ταινία-κάποια στιγμή, ήθελα τον Ξυλούρη για τον ρόλο του Τσιτσάνη και ήθελε κι εκείνος σαν τρελός. Έρχεται η ώρα που συναντώ την Σωτηρία Λεονάρδου, η οποία μου είπε επιτακτικά ότι ήρθε η ώρα να κάνω ταινία και πάλι, μιας που, μετά τα Δυο Φεγγάρια τον Αύγουστο, δεν είχα κάνει. Σενάριο έχεις, τη ρωτάω. Εγώ είχα ιδέες, για τον Σακαφλιά είχα μία, ούτε που θυμάμαι τι άλλο και, φυσικά, της μιλώ και για το Ρεμπέτικο. Μου λέει αυτό είναι! Της λέω ότι είναι ακριβό. Κι εκείνη μου απαντά πως όσο πιο ακριβό είναι, τόσο πιο σίγουρα θα γίνει. Με έπεισε. Μου ζητά να της δώσω ό, τι έχω γράψει, να γράφει κι αυτή και μετά να τα ξαναπαίρνω εγώ για διορθώσεις μέχρι να γίνουν σενάριο. Η Σωτηρία έγραψε γύρω στις 400 σελίδες. Κι εγώ έσχιζα, διόρθωνα, όλα. Κάνουμε την πρόταση στο Κέντρο ελληνικού Κινηματογράφου, για το οποίο δεν είχα καμία ελπίδα, αλλά γίνεται το σώσε. Ενθουσιάζονται, όμως.

Αλλά, πριν συνεχίσω, θα ήθελα να πω κάτι που δεν έχω πει ξανά.

Ο Νίκος Κούνδουρος ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο δούλεψα, μεγάλωσα τον Σήφη, του άλλαζα τις πάνες. Είχαμε πολύ στενή σχέση, έμπαινα σπίτι του, με φιλοξενούσε. Κάποια στιγμή, την εποχή που ήταν κιόλας σύμβουλος στο Υπουργείο Πολιτισμού και βέβαια πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων σκηνοθετών, με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει ότι μας κάνει τραπέζι η μοντέζ του και ότι εκεί θα βρίσκεται και ο Νίκος ο Πολίτης, ο σκηνογράφος. Μου είπε να πάρω την Σωτηρία μαζί μου κι εμείς φυσικά πήγαμε. Πάμε στο τραπέζι της Δέσπως και μου είπε ότι είχε διαβάσει το σενάριό μου.

«Δεν θα το εγκρίνω», τον ακούω να μου λέει. «Γιατί;», του λέω εγώ. «Γιατί ήρθε η ώρα να κάνω εγώ ταινία και το βρίσκω ιδανικό σενάριο για να κάνω εγώ ταινία», μου απαντά. «Νίκο, μην τρελαθούμε, είναι έργο ζωής, δεν το χαρίζω. Άλλες ιδέες, όσες θες.» Ανένδοτος. «Αποκλείεται, Κώστα, είναι το ιδανικό για μένα. Αν δεν το κάνω, θα τα παρατήσω. Είναι καταπληκτικό σενάριο! Εκτός κι αν μου δώσεις μια ιδέα εξίσου δυνατή…» Ήθελε μια μεγάλη, δυνατή ιστορία. Και του πρότεινα να κάνει τα νεανικά χρόνια της Μαντάμ Ορτάνς, της Γαλλίδας χορεύτριας και πόρνης που είχε ζήσει στα Χανιά και την είχε αποτυπώσει και ο Καζαντζάκης στον Ζορμπά. «Εντάξει, τη γλίτωσες. Θα το κάνεις το Ρεμπέτικο.» Ο Κούνδουρος έκανε το Bordello, αν και δεν έκανε αυτό που του είπα. Του είχα προτείνει μια νεαρή Κλαούντια Καρντινάλε για να υποδυθεί την Μαντάμ Ορτάνς πριν γίνει η Μαντάμ Ορτάνς.

Εν τω μεταξύ, με την Κλαούντια Καρντινάλε υπάρχει και μια μικρή ιστορία. Είχε κλείσει για το Ποτάμι, την πρώτη του ταινία, την ηθοποιό Αντονέλλα Λουάλντι, όμως εκείνη δεν έδινε σημεία ζωής, δεν ερχόταν στα γυρίσματα. Ο Κούνδουρος πάει την βρίσκει, εκείνη του λέει ότι ζηλεύει ο άντρας της και ότι δεν θα συνεργαστεί μαζί της, προτείνοντάς του κιόλας δυο άλλες. Είδε ο Κούνδουρος την πρώτη που του υπέδειξε, την βρήκε, από ό, τι μου είχε πει, σαν υπηρέτρια. Η δεύτερη ήταν η Πατρίτσια Μπίνι, ένας μίσχος. Και την διάλεξε! Ο Καμπανέλλης εν τω μεταξύ ερωτεύεται την Πατρίτσια, μεσολαβώ κι εγώ σε αυτό, αλλά δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, βρίσκω στο περίπτερο ένα ξένο περιοδικό, το Paris Match, με εξώφυλλο μια γκομενάρα και έγραφε «Το νέο αστέρι του ιταλικού σινεμά». Τυχαίνει και το βλέπει ο Κούνδουρος και αναφωνεί: «Η υπηρέτρια!»

Πίσω στην κουβέντα μας για το Ρεμπέτικο, γυρνώντας τότε από την επιτυχημένη προβολή στην Ελλάδα, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο ενός δημοσιογράφου με τίττλο: «Οι Γερμανοί θέλαν να βραβεύσουν το Ρεμπέτικο παρά την άποψή μας», αλλά, ό, τι πρόταση έκανα από εκεί και πέρα στο Κέντρο Κινηματογράφου μου την απέρριπταν. Έκανα τα δόντια της Μυλόπετρας, μου την απέρριψε ο κύριος Ζάννας. Αισθάνομαι τόσα χρόνια, ένα κλίμα αρνητικό προς το πρόσωπό μου, παρά τις διεθνείς διακρίσεις, παρά την αγάπη του κοινού για τις ταινίες μου. Όπως επίσης, ότι κάποιοι συνεργάτες αυτής της ταινίας ήθελαν να καρπωθούν την δόξα του Ρεμπέτικου, λες και δεν τους επέλεξα εγώ να είναι κομμάτι της. Δεν με κάλεσε ούτε μια φορά ο Σπύρος Παπαδόπουλος στα αφιερώματά του για το Ρεμπέτικο και μιλά με τους καλεσμένους (ηθοποιούς της ταινίας!) για την ταινία χωρίς αναφορά στο όνομά μου. Έχω ακούσει πολλά, ανά καιρούς, μέχρι κι ότι ο Γκάτσος έγραψε το σενάριο.

Είναι ταραχώδης η ιστορία αυτής της ταινίας. Σκεφθείτε ότι για την μουσική της είχα πει, αρχικά, στο Νίκο Καρβέλα που τον θεωρώ πολύ καλό μίμο, να μπορούσε δηλαδή να γράψει ένα κομμάτι σε στιλ Γιοβάν Τσαούς, τον έναν, τον άλλο. Μετά, από την παραγωγή μού είπαν για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, με τον οποίο είχαμε ήδη επιτυχημένα συνεργαστεί με το 666 το 1972 (σ.σ: ο δίσκος των Aphrodite ‘s Child). Του ζήτησα απλώς μουσική υπόκρουση, ρεμπέτικα θα έβαζα παλιά κομμάτια. Ο Καρβέλας παρεξηγήθηκε-εντάξει, το κατανοώ. Προχωρώντας, όμως, μας προλαβαίνει το Μινόρε της Αυγής του Φώτη Μεσθεναίου και χρησιμοποίησε τόσους δικούς μου ανθρώπους-από την διευθύντρια παραγωγής μου, μέχρι τον πραταγωνιστή μου, τον Αντώνη Καφετζόπουλο. Τι να κάνω; Τι μουσική να βάλω, τώρα, αφού τα κομμάτια που είχα κατά νου παίζονταν όλα στο Μινόρε;

Απευθείας ο νους μου πάει στον Ξαρχάκο, που είχαμε συνεργαστεί ήδη για το Ήτανε Μια Φορά, με τον Ξυλούρη, ένα τραγούδι που μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τραγουδιστής να μην το λέει. Το αγαπημένο μου τραγούδι της ταινίας  Ρεμπέτικο είναι το δυσκολότερο, το Πρακτορείο-το οποίο ακούγεται στην ταινία από την βερσιόν την στουντιακή, της πρόβας σχεδόν που έκανε ο Ξαρχάκος. Έχει μεγάλη περιπέτεια κι αυτό το τραγούδι, στην αρχή δεν συμφωνούσα, έπειτα δεν είχαμε άλλο να βάλουμε για την σκηνή του καμπαρέ (η κόρη μου είναι η χορεύτρια, η κόρη της Μαρίκας σε νεανική ηλικία) και, τελικά, ταίριαξε τόσο μα τόσο καταπληκτικά. Ο Ξαρχάκος έκανε καταπληκτική δουλειά, γι’ αυτό και τα τραγούδια της ταινίας αυτονομήθηκαν από αυτήν, γνώρισαν και γνωρίζουν επιτυχία. Θυμάμαι ο Πλέσσας, που ήταν στην επιτροπή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, είχε πει ότι αυτά δεν κάνουν για ταινία, δεν είναι soundtrack, είναι κανονικά τραγούδια για δίσκο. Με τον Σταύρο Ξαρχάκο παραμένουμε φίλοι και εκτιμάμε πολύ ο ένας τον άλλο.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

Τα εμβλήματα μιας ζωής: οι καταβολές, οι έρωτες, οι αναμνήσεις

Οι ταινίες είναι πιο σημαντικές από εμάς, τους δημιουργούς και συντελεστές. Ξέρετε πόσες ιστορίες υπάρχουν πίσω από κάθε ταινία; Από σκηνοθετημένους τσακωμούς μεταξύ σκηνοθετών για να τσιμπήσουν οι δημοσιογράφοι, μέχρι τελευταίες αλλαγές στο καστ. Όπως επίσης, κάθε ταινία έχει την διαδρομή της, την απαρχή της το Ρεμπέτικο είναι όλη η ζωή μου όπως καταλάβατε, γιατί με απασχολούσε χρόνια. Υπήρξα φίλος με πολλούς σημαντικούς σκηνοθέτες, ένας από αυτούς είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, που με επηρέασε και τον επηρέασε. Πολλά πράγματα και καταστάσεις ξεκλείδωσαν την κινηματογραφική μου γλώσσα, ως κομπάρσος από παιδί έμαθα το σινεμά από μέσα, σε Αίγυπτο και Ελλάδα. Έχω διαβάσει ό, τι βιβλίο έχει γραφτεί για το σινεμά, στα γαλλικά, στα ιταλικά και τα αγγλικά.

Πέντε ταινίες με έχουν σοκάρει στην ζωή μου: το Θωρηκτό Ποτέμκιν, τους Βιτελόνι του Φελίνι, που με τρέλανε με το ασύλληπτο φινάλε, τον Θάνατο του Εμποράκου, το παλιό, με τα φλασμπάκ σε μονοπλάνο και το The Killing του Κιούμπρικ, που αφηγείται από διαφορετικές σκοπιές την ίδια ιστορία. Και το Καροζέλο Ναπολετάνο, βεβαίως. Ε, αυτό ήτανε. Από λογοτεχνία ελληνική, επιρροές μου υπήρξαν ο Παπαδιαμάντης, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης και ο Λορέντζος Μαβίλης. Άλλη επιρροή, το αιγυπτιώτικο φλέγμα και η ζωή μου στο Κάιρο, αυτό το πολυπολιτισμικό κράμα και βέβαια όλη μου η παιδικότητα και η νιότη. Στην πορεία της ζωής μου, ταξίδεψα σε Ευρώπη και Αμερική, μπορώ να πω ότι η Νέα Υόρκη με έχει εντυπωσιάσει, αλλά την Αίγυπτο μες στην ψυχή μου δεν την ξεπερνά άλλος τόπος εύκολα.

Το Παρίσι έχει την ειδική του θέση στην ζωή μου, μιας που δεν γίνεται να ξεχάσω ό, τι έζησα εκεί τον Μάη του 1968. Το Νοέμβριο του ’67 φτάνω στο Παρίσι, που βρισκόταν σε αναβρασμό. Χάρη στον φίλο μου, τον σκηνοθέτη Ζαν-Ντανιέλ βρίσκω τρόπους να επιβιώνω, δουλεύοντας ως κομπάρσος και σιγά σιγά μπλέκομαι και πιο βαθιά στα νερά του σινεμά, σενάρια για ταινίες, λιμπρέτα, στίχους. Και στο Παρίσι ανήκει και η δουλειά μου με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Στο Καφέ Εμιγκρέκ στη Saint Germain-de-Prés, κατακλυζόταν από Έλληνες. Εκεί γίνονται όλες οι ζυμώσεις και εκεί μας βρίσκει η πρώτη μεγάλη σύγκρουση αστυνομίας και διαδηλωτών τον Μάιο. Η τσογλανοπαρέα του Παρισιού ήταν ο Κατακουζηνος, ο Κωνστανταράκος, ο Χάλαρης, ο Κακουλίδης κι εγώ, ο φωνακλάς. Τον 1972, με μια αμνηστία που δόθηκε, επέστρεψα Ελλάδα, αλλά πριν την Αθήνα πήγα Μύκονο, όπου πέρασα σχεδόν μισό χρόνο, ζώντας σαν χίπης. Έγραφα εκεί λιμπρέτο μιας όπερας με τον Σπανουδάκη για να ανέβει στο Λονδίνο-ακόμα δεν έχει ανέβει!

ΣΤην ζωή μου ρόλο έπαιξαν κι οι έρωτες. Στα νιάτα μου ήμουν sex maniac, αυτή είναι η αλήθεια, όχι ότι είναι για καμάρι. Έζησα χρόνια ελευθεριακά και, κάποια στιγμή, κάνω έναν γάμο από ενοχές και κόμπλεξ, με την Σοφία την Σφακιανάκη. Ενοχές, επειδή με την προηγούμενή μου σχέση δεν προχώρησα σε γάμο και στενοχώρησα την κοπέλα, η οποία μου ζήτησε έστω λευκό γάμο για να μπορέσει να φύγει από το σπίτι της. Μίζερα εγώ της απάντησα «να το σκεφτώ» κι εκείνη μου είπε να το ξεχάσω κιόλας. Μετά την Σοφία, έζησα έναν θρυλικό έρωτα με την Στέλλα την Βότσου, την μακιγιέζ, κι έγινε ο χαμός. Ύστερα, παντρεύτηκα μια Θεσσαλονικιά, την Σούλα, που είχε έρθει στην Αθήνα επί Χούντας. Με αυτήν, πήγα στο Παρίσι και κάναμε και την κόρη μας. Η γυναίκα της ζωής μου όμως είναι αυτή που τώρα που μιλάμε κοιμάται μέσα, είναι η εξαιρετική δημοσιογράφος και μουσικός Θέσια Παναγιώτου, για την οποία διέκοψα κάθε άλλη επαφή που είχα με άλλες κοπέλες κι εκείνη τότε έβγαινε από ένα διαζύγιο. Με την Θέσια, που ήταν μαγκάκι, επικοινωνούσαμε και επικοινωνούμε άριστα, καταλαβαινόμαστε, γνωρίζει από σινεμά, γνωρίζω από μουσική. Της ζήτησα να ζήσουμε μαζί το 1986, ήμουν 41 χρονών.

Ετοιμάζω δύο ταινίες αυτή την στιγμή: μία για το κυπριακό και μία βασισμένη στο βιβλίο Η Γέφυρα των Λεμονιών που έγραψα μαζί με την Πέρσα Κουμούτση, βασισμένο στην παιδική κι εφηβική μου ηλικία. Ένα παιδί μεγαλώνει στην Αίγυπτο με όνειρο να πάει στην Ελλάδα, να γίνει σκηνοθέτης και να παντρευτεί. Όσο για την σειρά για την ζωή της Καίτης Γκρέυ, είναι έτοιμα 6 επεισόδια, τα 3 μονταρισμένα. Ο ANT1 μέχρι στιγμής δεν έδωσε την άδεια και περιμέμνουμε. Η Καίτη Γκρέυ είχε ενθουσιαστεί με αυτήν την δουλειά, άλλωστε εκείνη το πρότεινε και, φυσικά, μου άρεσε πολύ ως ιδέα. Έχει πει και ρεμπέτικα-σε ένα που λέει του Μάρκου, υπάρχει η φωνή του Βαμβακάρη να τη χαιρετά, ”Γεια σου, Γκρέυ”.

Αν με ρωτάτε ποιο θα μπορούσε να είναι το ρεμπέτικο της καρδιάς μου, αυτό είναι το «Ακρογυαλιές Δειλινά» του Βασίλη Τσιτσάνη.