Είναι εποχή για δώρα. Και κατά την ταπεινή μου – πάντα – άποψη, δεν υπάρχει ωραιότερο δώρο από ένα βιβλίο. Με αυτό κατά νου, ξεκίνησα προχθές να ξοδέψω τον δέκατο τέταρτο μισθό και να γεμίσω το δικό μου κόκκινο σάκο με δώρα για τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Τη στιγμή που άφηνα πίσω μου τη βαβούρα της Αθήνας κι έμπαινα στον θαυμαστό κόσμο του βιβλίου, ορκιζόμουν στον εαυτό μου πως δεν θα έπαιρνα άλλα βιβλία για ίδιον όφελος, αλλά θα επικεντρωνόμουν σε αυτό για το οποίο είχα έρθει ως εδώ. Και στ’ αλήθεια, προσπάθησα. Αλλά, να, έχω αυτό το ελάττωμα, αυτή την τόση δα αδυναμία. Τα βιβλία.

Ήμουν περίπου 20 λεπτά ήδη μέσα στο βιβλιοπωλείο, όταν χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν σκαρφαλωμένη σε ένα από εκείνα τα σκαμνοσκαλάκια που έχουν στα βιβλιοπωλεία συνήθως για ’μας τους παρ’ ολίγον νάνους – βιβλιοφάγους – για να φτάνουμε όλα τα ράφια, ακόμα και τα πιο ψηλά, ενώ στα χέρια μου είχα ήδη γύρω στα 9 μυθιστορήματα, κάτω από μασχάλες και δέκα τεντωμένα δάχτυλα. Στην προσπάθειά μου να τα κουμαντάρω, κρατώντας την ισορροπία μου και σηκώνοντας παράλληλα το κινητό, έδωσα ένα δωρεάν σόου στους παρόντες συναδέλφους βιβλιομανείς.

Σωριασμένη στο πάτωμα, περιτριγυρισμένη από ολοκαίνουρια μοσχοβολιστά βιβλία και σαστισμένους ανθρώπους που προσπαθούσαν να μην γελάσουν τη στιγμή που ρωτούσαν αν είμαι καλά, σήκωσα το τηλέφωνο με τη φράση: «Βοήθεια! Είμαι στο βιβλιοπωλείο και έτοιμη να αγοράσω το μισθό μου σε βιβλία. Έλα να με σώσεις». Είμαι αυτός ο άνθρωπος, ναι. Έχω κι εγώ μια αδυναμία. Τα βιβλία.

Θα ήταν ψέματα αν έλεγα πως έγινε μια φορά και δεν θα ξαναγίνει. Και δεν μου αρέσει να λέω ψέματα. Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία. Ήταν η πολλοστή φορά που πάω σε βιβλιοπωλείο και καταλήγω να γυρίσω σπίτι με την αγκαλιά γεμάτη βιβλία, που πια δεν χωρούν στη βιβλιοθήκη μου, και τα λεφτά για τα κοινόχρηστα άφαντα. Είναι το χούι μου. Και κάπως το απολαμβάνω. Αντλώ τεράστια ευχαρίστηση από την ιεροτελεστία που ακολουθεί, καθώς προσπαθώ να τα ζουμπίξω στα ξέχειλα ράφια, απολογούμενη στον συμβίο μου προκαταβολικά για τη μέρα που στο σπίτι θα χωρούν πια μόνο τα βιβλία μου και όχι εμείς.

Τεράστια ευχαρίστηση αντλώ και από το γεγονός πως – θεωρητικά – δεν θα ξεμείνω ποτέ από αναγνώσματα. Μ’ αρέσει εκεί που κάθομαι στον καναπέ και διαβάζω ένα μυθιστόρημα να σηκώνω τα μάτια και να κοιτώ τα βιβλία που περιμένουν υπομονετικά να έρθει η σειρά τους. Όλες αυτές οι ιστορίες, όλες αυτές οι θεωρίες, όλοι αυτοί οι κόσμοι και οι χαρακτήρες, που με περιμένουν να τους ανακαλύψω, μου δίνουν ένα κίνητρο. Απολαμβάνω κι εκείνο το παράλογο αίσθημα άστοχης ενοχής που γαργαλά το στομάχι μου εκείνη τη στιγμή, καθώς αναρωτιέμαι γιατί να μην έχω την ικανότητα να διαβάζω λίγο πιο γρήγορα. Μήπως είναι αυτό ένα ξεκάθαρο σημάδι διανοητικής ανεπάρκειας;

Artwork: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

Δεν θα ήθελα να παραδεχτώ κάτι τέτοιο για τον εαυτό μου, φυσικά, και ακριβώς γι’ αυτό, κάθε φορά που το υποσυνείδητο μου κάνει τέτοιο χτύπημα κάτω από τη ζώνη, σκέφτομαι τον Umberto Eco. Κι αυτό γιατί η προσωπική βιβλιοθήκη του πολυγραφότατου αυτού συγγραφέα και μελετητή περιείχε τον εντυπωσιακό αριθμό των 30.000 βιβλίων. Όταν ο Eco δεχόταν επισκέψεις στο σπίτι του, όλοι έμεναν άναυδοι να θαυμάζουν το μέγεθος της βιβλιοθήκης του, υποθέτοντας ότι αυτή αντικατόπτριζε το εύρος της γνώσης του βιβλιοφάγου οικοδεσπότη. Η βιβλιοθήκη του Eco όμως δεν ήταν τόσο ογκώδης επειδή ο ίδιος είχε διαβάσει τόσα πολλά βιβλία∙ ήταν τόσο ογκώδης ακριβώς επειδή επιθυμούσε να διαβάσει πολλά περισσότερα.

Ο ίδιος ο Eco κάποια στιγμή είχε κάνει έναν πρόχειρο υπολογισμό με τον οποίο διαπίστωσε πως ακόμα και αν κατάφερνε να διαβάζει ένα ολόκληρο βιβλίο την ημέρα, κάθε μέρα, μεταξύ δέκα και ογδόντα ετών, θα κατάφερνε να διαβάσει συνολικά μόνο τους 25.200 από τους 30.000 τίτλους που βρίσκονταν στα ράφια της βιβλιοθήκης του ήδη. Αυτός ο εξωφρενικά μεγάλος αριθμός για τον μέσο αναγνώστη, για τον Eco ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό των εκατομμυρίων καλών βιβλίων που υπάρχουν στον κόσμο.

Ζούμε κι άλλοι με αυτό το άγχος. Με την αγωνία για το αν θα προλάβουμε να διαβάσουμε όλα αυτά τα βιβλία που, καθώς μεγαλώνουμε, συσσωρεύονται στα ράφια, στις βιβλιοθήκες, στα κομοδίνα, πάνω σε καρέκλες και κάτω από τραπέζια και μας κοιτούν απειλητικά. Οι Ιάπωνες έχουν μια λέξη γι’ αυτό: tsundoku. Μπορεί η λέξη να θυμίζει το sudoku, όμως στην πραγματικότητα περιγράφει τις στοίβες βιβλίων που αγοράζει κανείς αλλά παραμένουν αδιάβαστα – κάτι που στο τέλος σαν εικόνα πιο πολύ θυμίζει Jenga. Η λέξη προέκυψε στα τέλη του 19ου αιώνα ως «σπόντα» για τους δασκάλους που συχνά είχαν πολλά αδιάβαστα βιβλία στην κατοχή τους.

Κάποτε, συζητώντας με έναν καθηγητή σημειολογίας στο πανεπιστήμιο για όλα αυτά τα αδιάβαστα βιβλία, για τον λιγοστό χρόνο που μας μένει για διάβασμα στην καθημερινότητα, για τη δύσκολη επιλογή του τι να διαβάσω και τι να αφήσω, το αναγνωστικό μου άγχος καθησυχάστηκε με μια του φράση που αδυνατώ να ξεχάσω ως σήμερα: «Τα διαβασμένα βιβλία είναι πολύ λιγότερο πολύτιμα από τα αδιάβαστα». Και όσο εγώ είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό, προσπαθώντας να χωρέσω στο μυαλό μου αυτό που μόλις είχα συλλάβει με τα νεανικά μου ώτα, εκείνος συνέχισε, υποστηρίζοντας πως αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή είναι αυτά – τα αδιάβαστα – που μας ωθούν να συνεχίζουμε να διαβάζουμε, να μαθαίνουμε και να μην καθησυχαζόμαστε ποτέ με όσα γνωρίζουμε∙ που μας χαρίζουν ένα είδος διανοητικής ταπεινότητας.

Μια βιβλιοθήκη είναι πάντοτε ένας ζωντανός οργανισμός που συνεχίζει να μεγαλώνει, να αναπτύσσεται. Όσοι χάνουν στην πορεία τη λαχτάρα να αποκτήσουν νέα βιβλία, να δανειστούν νέα αναγνώσματα ή έστω να ξαναδιαβάσουν κάποιο από εκείνα που ήδη έχουν διαβάσει, μπορεί να απολαμβάνουν μια αίσθηση υπερηφάνειας για όσα έχουν διαγράψει από την λίστα τους με τα must αναγνώσματα, όμως μια τέτοια βιβλιοθήκη καταλήγει τελικά απλώς ένα επιτοίχιο τρόπαιο που έχει διακοσμητική και μόνο χρήση.

Ως φορείς ιδεών, τα βιβλία είναι αποδεδειγμένο ότι ενισχύουν τις γνωστικές ικανότητες, καθιστώντας το διάβασμα μέρος της ρουτίνας της ζωής. Το διάβασμα ως συνήθεια έχει μια πληθώρα οφελών. Μπορεί, για παράδειγμα, να μειώσει το άγχος – βάλε καφέ να στα πω – και, ταυτόχρονα, να ενισχύσει τις κοινωνικές δεξιότητες και την ενσυναίσθηση. Το να αισθάνεται κανείς την ανάγκη να διαβάσει όσο περισσότερο μπορεί, όσο περισσότερο του επιτρέπουν οι οικονομικές του δυνατότητες λειτουργεί σαν αντίβαρο στο φαινόμενο Dunning-Kruger, μια γνωστική προκατάληψη που οδηγεί τους αδαείς ανθρώπους να υποθέτουν ότι οι γνώσεις ή οι ικανότητές τους είναι πιο ικανές από ό,τι πραγματικά είναι. Δεδομένου ότι οι άνθρωποι δεν είναι επιρρεπείς στο να απολαμβάνουν τις υπενθυμίσεις της άγνοιάς τους, τα αδιάβαστα βιβλία τους τους ωθούν, αν όχι προς τη γνώση, τουλάχιστον προς μια συνεχώς διευρυνόμενη κατανόηση της επάρκειας.

Όλα αυτά τα βιβλία, λοιπόν, που δεν έχουμε διαβάσει και περιμένουν πότε θα τα ανοίξουμε και θα τους δώσουμε ζωή με αντάλλαγμα λίγη ακόμα γνώση είναι πράγματι σημάδι της άγνοιάς μας. Αλλά, αν συνειδητοποιούμε πόσο αδαείς παραμένουμε και αισθανόμαστε πηγαία ανάγκη να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, τότε ίσως τελικά και να είμαστε σε καλό δρόμο.