Έρχεται μία στιγμή που ένα πολιτικό σύστημα αδειάζει, δίχως να καταρρέει. Συνεχίζει να υπάρχει, κρατά τους θεσμούς, διατηρεί τις διαδικασίες. Κάνει κανονικά εκλογές εκλογές, έχει κοινοβούλιο και νόμους, αλλά κάτι λείπει. Αυτό περιγράφει η Wendy Brown, το τέλος της δημοκρατίας σιωπηλά. Αυτό ακριβώς βλέπουμε στη νέα κυκλοφορία των εκδόσεων San Casciano.
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν απλώς μια οικονομική θεωρία. Ήταν ένας τρόπος να δεις τον κόσμο, α μετατρέψεις τα πάντα στον νόμο της αγοράς, να αξιολογήσεις τα πάντα με όρους απόδοσης. Φυσικά ο άνθρωπος δε γλίτωνε ως μονάδα από τη καταιγίδα. Κάπου εκεί ξεκινά η ρωγμή. Όταν ο πολίτης παύει να είναι πολίτης και γίνεται μονάδα παραγωγής, τότε η δημοκρατία αλλάζει μορφή. Μπορεί να μη καταργείται, αλλά σαφώς υποβαθμίζεται.
Δεν έχεις πια συμμετοχή, αλλά μία συνεχή περίοδο διαχείρισης. Δεν έχεις συλλογικότητα, αλλά συναγωνισμό μέχρι εξουθένωσης. Δεν έχεις ακριβώς δικαιώματα, αλλά ευκαιρίες. Όπως γράφει η Ναόμι Κλάιν στο “Δόγμα του Σοκ”, κάθε κρίση είναι ευκαιρία προς εδραίωση των παραπάνω. Η γλώσσα αλλάζει και μαζί της αλλάζει και η πραγματικότητα.
Η Brown δείχνει κάτι βαθύτερο. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν αποδυναμώνει μόνο το κράτος πρόνοιας, αλλά και τη δημοκρατική φαντασία. Σκέφτεσαι τι είναι αποδοτικό, αλλάζει την έννοια της ανάγκης με αυτή της αξίας κι όταν αυτή η λογική ριζώνει, τότε η πολιτική μετατρέπεται σε απόλυτη τεχνοκρατία. Αποφάσεις χωρίς ιδεολογία, διαχείριση χωρίς όραμα, ηγεσίες χωρίς κοινωνική αναφορά. Αυτό δημιουργεί ένα κενό.
Εκεί εμφανίζεται η αντιδημοκρατική πολιτική ως συνέχεια του διαμορφωθέντος συστήματος. Αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο να κατανοηθεί. Οι νέες αυταρχικές τάσεις δεν έρχονται απ’ έξω, γεννιούνται μέσα στο ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται.
Η δημοκρατία χάνει το περιεχόμενό της, οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους κι όταν χάνεται η εμπιστοσύνη, ανοίγει ο δρόμος για κάτι άλλο, πιο απλό, πιο άμεσο, πιο “καθαρό”. Σε έναν κόσμο όπου όλα γίνονται αβέβαια, η βεβαιότητα γίνεται προϊόν. Η Brown μιλά για μια διαδικασία αποδόμησης θεσμών, αλλά και της ίδιας της έννοιας του “δήμου”. Ο πολίτης αποσύρεται, ιδιωτεύει. Ασχολείται με τον εαυτό του, με την επιβίωση.
Η δημοκρατία απαιτεί συμμετοχή, σύγκρουση, φωνές. Χωρίς αυτά γίνεται κέλυφος και μέσα σε αυτό η εξουσία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αντίβαρα. Η ειρωνεία είναι εμφανής. Ένα σύστημα που υποσχέθηκε ελευθερία, οδηγεί σε περιορισμό. Μίλησε για επιλογές και καταλήγει να τις μειώνει σταδιακά. Μέσα από την οικονομία, την κουλτούρα, τη γλώσσα. Η αντιδημοκρατική στροφή δεν είναι αποτέλεσμα κρίσης μόνο. Είναι το φυσικό επακόλουθο μιας λογικής που έβαλε την αγορά πάνω από την κοινωνία. Όταν όλα γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, τότε και η δημοκρατία γίνεται ένα από αυτά. Η Brown περιγράφει ένα ζοφερό τοπίο που η πολιτική έχει χάσει το βάθος της.
Οι θεσμοί υπάρχουν, αλλά δεν εμπνέουν. Οι πολίτες ψηφίζουν, αλλά δεν πιστεύουν. Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο, δηλαδή η παραίτηση κι η αδιαφορία.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό. Μπορεί αυτό να αντιστραφεί;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη, γιατί δεν αρκεί μια πολιτική αλλαγή. Χρειάζεται μια αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Να πάμε ξανά από τις μονάδες στην κοινότητα, από ανταγωνιστές που μας έκαναν να θυμηθούμε ξανά τον σεβασμό και την αλληλεγγύη. Θέλει προσπάθεια. Δε φτάνουν οι νόμοι, απαιτείται υπέρβαση κι η συνείδηση χρειάζεται χρόνο. Η Brown δεν υπόσχεται επιστροφή σε κάτι ιδανικό. Πώς θα μπορούσε να το κάνει άλλωστε;
H δημοκρατία δεν χάνεται από τη μια μέρα στην άλλη, όπως έχει γράχει στο παρελθόν κι η Έτσε Τεμελκουράν. Μέχρι που μια μέρα συνειδητοποιείς ότι υπάρχεις μέσα σε ένα σύστημα που δεν σε αφορά και τότε είναι ήδη αργά. Το πιο σημαντικό δεν είναι να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία ως έννοια, αλλά να επαναφέρουμε το περιεχόμενό της. Να ξαναδώσουμε νόημα στη συμμετοχή και στην ευθύνη, γιατί χωρίς αυτά, η δημοκρατία δεν καταρρέει, ωστόσο σταματά να είναι δημοκρατία.





