Σημειώσεις, σημειώσεις, σημειώσεις. Σκονάκια και ποστ ιτ στην ράχη ενός ακόμα Σαββατοκύριακου. Τα Σαββατοκύριακα είναι τετράδια γεμάτα συνταγές, υποσχέσεις, συγκινήσεις και την γλυκιά αγωνία μας να υπάρξουμε χωρίς το περίβλημα της καθημερινότητας. Τα Σαββατοκύριακα είμαστε οι πραγματικοί εαυτοί μας. Κλέβουμε από την ποίηση την αλήθεια.

Σημείωση πρώτη: οδός Νάξου

«Μοσχοβολούν οι γειτονιές βασιλικό κι ασβέστη, παίζουν τον έρωτα κρυφά στις μάντρες τα παιδιά/ Σαββάτο βράδυ μου έμορφο ίδιο Χριστός Ανέστη, ένα τραγούδι του Τσιτσάνη κλαίει κάπου μακριά. Πάει κι απόψε τ’ όμορφο τ’ όμορφο τ’ απόβραδο, από Δευτέρα πάλι πίκρα και σκοτάδι /Αχ, να `ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο κι ο Χάρος να `ρχονταν μια Κυριακή το βράδυ». Όταν ο Τάσος Λειβαδίτης έγραφε αυτές τις λέξεις, κανείς δεν ξέρει πού βρισκόταν και τι σκεφτόταν και τι αισθανόταν.

Όταν όμως το 1961 ο Μίκης Θεοδωράκης το έντυσε με μουσική και το ερμήνευσαν ο Στέλιος Καζαντζίδης και η Μαρινέλλα έτσι, το ”Σαββατόβραδο” του Λειβαδίτη από ποίηση έγινε λαϊκό έμβλημα, τραγουδήθηκε και χορεύτηκε σε ταβέρνες και καφενεία. Κι αν σήμερα οι γειτονιές δεν μυρίζουν βασιλικό κι ασβέστη, αλλά περισσότερο κάτουρο, παρακμή, άγχος και φόβο, το τραγούδι αυτό συνεχίζει να λάμπει μες στον χρόνο απαράμιλλα.

Μια φορά το άκουσα από ένα μπαλκόνι της οδού Νάξου στην Κυψέλη, ένα μεσημέρι Κυριακής που είχα hangover. Ηχούσε τόσο αρχαίο, τόσο τωρινό. Σαν ξένη γλώσσα που κάποτε την μιλούσαν όλοι οι άνθρωποι και συνεννοούνταν απολύτως.

Σημείωση δεύτερη: ένα ποτήρι 

“Καληνύχτα…
Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου…
Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
στο πάνω πάνω ράφι που δεν φτάνω.”

Η Κική Δημουλά μιλάει στα μέσα φύλλα της καρδιάς μας. Δεν είναι beat, δεν είναι αλήτισσα, είναι μια νευρωσική γυναίκα με σσσωρευμένες πίκρες και αφόρητη έγνοια για τον έρωτα και τον θάνατο. Ή την αγαπάς ή την μισείς. Η Κική Δημουλά είναι η Κυριακή της ελληνικής ποίησης. Η Κυριακή ξεκινά σαν κάμπια από το Σαββατόβραδο και μέχρι να νυχτώσει έχει γίνει πεταλούδα και, πάνω στα φτερά της, πετάει ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Το πρωί μυρίζει ασετόν της μαμάς και φαγητό φούρνου, το μεσημέρι αργά ο μπαμπάς ψήνει ελληνικό και σερβίρει από το μπρίκι στο τραπέζι του σαλονιού με τα τσιγάρα και τις εφημερίδες, ο μπαμπάς μας ποτέ δεν κάπνιζε ούτε καπνίζει, βραδιάζει και περιμένω ένα μήνυμα να φανεί στο κινητό, όσο γρήγορα περνούν οι Κυριακές περνάει η ζωή μας και γίνομαι εξαιτίας τους (γινόμαστε) αφόρητα μελό.

Σημείωση τρίτη: τα Φτερά

«Κάποιοι τηρούν την Κυριακή στην Εκκλησιά-
Την τηρώ κι εγώ, μένοντας στο Σπίτι-
Έχω για Ψάλτη τον Κορυδαλλό
κι έναν Δεντρόκηπο για Τρούλλο-

Κάποιοι τηρούν την Κυριακή με Άμφια Λευκά-
Εγώ απλώς φοράω τα Φτερά μου-
Κι αντί η Καμπάνα να χτυπά της Εκκλησιάς
Ο μικρός μας Νεωκόρος τραγουδά.

Ο Θεός κηρύσσει-διάσημος Κληρικός-
Και το κήρυγμα ποτέ δεν είναι βαρετό-
Έτσι αντί να πάω στον Παράδεισο εντέλει
Το δρόμο μου πάντα ακολουθώ.»

Αυτή είναι «η δύσκολη Κυριακή» του Μίλτου Σαχτούρη. Η Κυριακή του Θεού και του ανθρώπου που, μαζί, ειρηνικά, αναπαύονται. Κάποιοι έχουν τον δικό τους Θεό. Τις Κυριακές στην πολυκατοικία μου, οι μαύροι στο ισόγειο στήνουν γλέντι. Κι έξω οι ερωτευμένοι πίνουν καφέ και κοιτιούνται σαν χάνοι. Ο ένας η εκκλησία του άλλου. Και πίσω τους, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, της Αγίας Ειρήνης, της Αγίας Ζώνης, του Αγίου Αντωνίου. Έχουν κι οι άγιοι ονόματα και γιορτάζουν τις Κυριακές. Μέσα μυρίζει θάνατος, τρίβονται τα υφάσματα από των γέρων τα ενδύματα, πρόβες οριστικής παύσης ζωής σύντομα, πρόβες πιθανής ανάστασης. Οι δρόμοι προσπαθούν να ξεκουραστούν, ένα λευκό σεντόνι με κίτρινα λουλούδια κυματίζει ηρωικά και πένθιμα σε ένα πίσω μπαλκόνι. Δόξα σοι, είμαστε υγιείς, μπορούμε να παραγγείλουμε και μιμόζα με το μπραντς μας. Σε οικογενειακά τραπέζια σιωπές αγαπημένες κι άβολες, οι δικές μας σιωπές, οι πιο δικοί μας ξένοι. Κι ένας φίλος μας, αμετανόητος εργένης, παραγγέλνει πάλι σουβλάκια και βλέπει Φιλαράκια. Χιλιάδες, τώρα, Κυριακές.

Σημείωση τέταρτη: Προάστια, Στέρεο Νόβα (Χωρίς επεξήγηση)

Σάββατο απόγευμα σε μια πλατεία
στριφογυρνάς χωρίς να δίνεις σημασία
σκέφτεσαι μόνο ένα τυχαίο συνδυασμό
από αριθμούς / για ένα σύστημα ΠΡΟ ΠΟ
κι ένα λαχείο στην πίσω τσέπη κολλημένο
που η τύχη το `φερε να μείνει πεταμένο
ένας ρυθμός στριφογυρνά στο μυαλό σου
σαν ένα ποδήλατο στη μέση του δρόμου
έπαιξες κι έχασες μα κάποια μέρα θα καταλάβεις
πως όταν ο κόσμος μένει ίδιος πρέπει εσύ ν’ αλλάζεις
να προκαλείς, να γελάς, έχοντας ψηλά το κεφάλι
δυνάμωσε το μπάσο, νιώσε το σώμα σου πάλι
κοίταξε γύρω σου, καμιά ευχαρίστηση δεν είναι τζάμπα
μην είσαι ανίδεος, θα σε περνάνε για μαλάκα
δεν κάνω τον έξυπνο, αν θέλεις βγάλε με από `δώ
το μόνο που θέλω είναι αγάπη, ειρήνη, σεβασμό
χιλιάδες βλάκες διαστρεβλώνουν την αλήθεια
δεν υπερασπίζονται κανένα και ζουν στα παραμύθια
κοίταξε, ο ήλιος αρχίζει να δύει
δε θα χαθούμε, ένας δρόμος ανοίγει
έι, σε σένα μιλάω, δείξε μας το πιο καλό σου σημάδι
κι έλα μαζί μας γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ

Σάββατο βράδυ σ’ ένα κλαμπ στο χάος
κοιτάς τον κόσμο που χορεύει και τον κόσμο που δουλεύει
ένας φίλος σου περνάει, χαιρετάει και φεύγει
δεν υπάρχει νόημα, ο ρυθμός ανεβαίνει
υπάρχει μόνο το κορμί σου και κάμποσοι άλλοι
τυχαίες σχέσεις που συμπίπτουν γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ σε μια γωνία
σκέφτεσαι τι είναι αυτό που έχει πιο μεγάλη σημασία
η θέση των άστρων ή η παγκόσμια ιστορία
ένας μεγάλος έρωτας ή μια απλή συνουσία
πιο τρελός κόσμος δε θα μπορούσε να υπάρξει
δες τους πλούσιους, τους μεσαίους, την εργατική τάξη
σε χτυπάνε και νομίζεις πως χτυπιέσαι όταν χορεύεις
γύρνα και χτύπα τους με όλα αυτά που εσύ πιστεύεις
αυτή είναι μια αιτία να μπορείς να γελάς
ή απλά κάποιοι στίχοι να μπορείς να τραγουδάς
δες την ψυχή μου, είναι τόσο πεινασμένη
σαν μια τίγρη που είναι στο κλουβί κλεισμένη
κοίταξε, η ζωή μάς ανήκει
δε θα χαθούμε γιατί ένας δρόμος ανοίγει
έι, σε σένα μιλάω, δείξε μας το πιο καλό σου σημάδι
κι έλα μαζί μου γιατί είναι Σάββατο βράδυ
Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ, Σάββατο βράδυ

Σάββατο νύχτα στο ρολόι στην πλατεία
παραμένεις μια ζωή στην αλητεία
μ’ ένα σκύλο που γαβγίζει όποιον περάσει
αυτό είναι το τίποτα, κι εκεί του λεωφορείου η στάση
άκου το χρόνο, τικ τακ, όταν περνάει πώς νιώθει
όταν εσύ ονειρεύεσαι, η αγάπη πέφτει σαν χιόνι
σαν μια ιστορία όπου κι οι δυο είμαστε χαμένοι
χαμένοι στο διάστημα, μα ποτέ χωρισμένοι
τυλιγμένοι κι οι δυο στο δικό μου παλτό
μέχρι το σπίτι σου, κι εκεί σ’ ένα στρώμα διπλό
δύναμη τ’ ουρανού, δύναμη της αγάπης
ελευθερία στην έκφραση, ζωή δίχως τάξεις
δες τι αργά που ο ήλιος ανεβαίνει
κι αυτό που ήθελα να γίνει πόσο ξεμακραίνει
δες την πρωινή δροσιά πάνω στα φύλλα
μέσα στα μάτια μου τοπία ακατοίκητα
δώσ’ μου την αγάπη σου για να πετάξω
δώσ’ μου ένα άλλο κόσμο να ζήσω, να πεθάνω
δώσ’ τη χαρά σ’ αυτούς που πονάνε
στ’ αδέρφια μου, σ’ όσους δε βρίσκουν αιτία να γελάνε
έι, σε σένα μιλάω
έλα να φύγουμε μαζί γιατί είναι Κυριακή πρωί
Κυριακή πρωί, Κυριακή πρωί