Για χρόνια η διαλειμματική νηστεία παρουσιάστηκε σχεδόν ως μεταβολικό “χακάρισμα”. Ένα σχήμα που δεν περιορίζεται απλώς στις θερμίδες, αλλά επαναπρογραμματίζει το σώμα, ενεργοποιεί κρυφούς μηχανισμούς, μετατρέπει την απώλεια βάρους σε ζήτημα βιολογικής στρατηγικής και όχι απλής στέρησης. Όμως η πρόσφατη ανάλυση 22 τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών, με σχεδόν 2.000 υπέρβαρους και παχύσαρκους ενήλικες έρχεται να επαναφέρει τη συζήτηση σε πιο γήινο έδαφος: η διαλειμματική νηστεία δεν φαίνεται να υπερέχει ουσιαστικά από μια κλασική δίαιτα με ημερήσιο θερμιδικό έλλειμμα.
Το συμπέρασμα είναι απλό: η βασική ωφέλεια της νηστείας είναι ότι περιορίζει συνολικά τις θερμίδες. Δεν εντοπίστηκαν “ειδικές” μεταβολικές επιδράσεις πέρα από αυτό. Η διαφορά στην απώλεια βάρους σε σχέση με τις ομάδες ελέγχου ήταν μικρή, περίπου 3,4%. H κοινωνική απήχηση της διαλειμματικής νηστείας δε βασίστηκε ποτέ μόνο στα δεδομένα.
Σε έναν κόσμο κορεσμένο από διατροφικές οδηγίες, εφαρμογές παρακολούθησης, βραχιόλια μέτρησης ύπνου και βιοδεικτών, η ιδέα ότι “τρώω σε παράθυρο 8 ωρών” ή “νηστεύω δύο ημέρες την εβδομάδα” προσφέρει κάτι περισσότερο από θερμιδική διαχείριση. Προσφέρει αίσθηση ελέγχου, μια καθαρή, δομημένη στρατηγική. Μια εναλλακτική στην καθημερινή, ατέρμονη καταμέτρηση.
Η έρευνα επισημαίνει επίσης ότι τα δεδομένα παραμένουν αποσπασματικά: μικρά δείγματα, ασυνεπής αναφορά αποτελεσμάτων, περιορισμένη πληροφόρηση για την ικανοποίηση των συμμετεχόντων. Στον χώρο της διατροφής, η μεθοδολογία είναι συχνά ο αδύναμος κρίκος. Οι ομάδες ελέγχου που “δεν κάνουν τίποτα” συχνά τελικά τρώνε λιγότερο ή κινούνται περισσότερο, απλώς και μόνο επειδή παρακολουθούνται, το γνωστό φαινόμενο Hawthorne. Η ίδια η παρατήρηση αλλάζει τη συμπεριφορά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η διαλειμματική νηστεία δεν είναι θαύμα, αλλά ούτε και απάτη. Είναι εργαλείο κι όπως κάθε εργαλείο η αξία του εξαρτάται από το ποιος το χρησιμοποιεί και πως. Η παγκόσμια αύξηση της παχυσαρκίας, διπλασιασμός στους ενήλικες μέσα σε τρεις δεκαετίες, ραγδαία άνοδος σε παιδιά και εφήβους μετατρέπει την απώλεια βάρους σε ζήτημα δημόσιας υγείας και πολιτικής. Τα νέα φαρμακευτικά σκευάσματα κατά της παχυσαρκίας προσφέρουν εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά είναι ακριβά, περιορισμένης διαθεσιμότητας και κυρίως η διακοπή τους συχνά οδηγεί σε επαναπρόσληψη βάρους μέσα σε δύο χρόνια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απώλεια, αλλά η διατήρηση.
Εδώ εντοπίζεται το κεντρικό ερώτημα: ποια στρατηγική μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινότητα χωρίς να μετατρέπεται σε διαρκή ψυχολογική μάχη;
Ορισμένοι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι μελέτες δεν εξετάζουν επαρκώς άτομα που επιλέγουν μόνοι τους τη διαλειμματική νηστεία και άρα έχουν υψηλότερο κίνητρο. Η αυτονομία παίζει ρόλο. Μια δίαιτα που επιβάλλεται ιατρικά δεν έχει την ίδια δυναμική με μια πρακτική που υιοθετείται συνειδητά. Η διαλειμματική νηστεία εναρμονίζεται με σύγχρονες τάσεις «βιο-βελτιστοποίησης»: λιγότερα γεύματα, μεγαλύτερη πνευματική διαύγεια, πειθαρχία. Σε κοινωνίες όπου η υπερκατανάλωση τροφής συνδέεται με στρες, καθιστική ζωή και ψηφιακή υπερφόρτωση, το “κενό” της νηστείας αποκτά σχεδόν ηθική διάσταση.
Η επιστήμη επιμένει σε κάτι λιγότερο εντυπωσιακό αλλά πιο σταθερό: το θερμιδικό ισοζύγιο παραμένει ο βασικός μηχανισμός. Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η εναλλαγή προσφέρει μεταβολικά πλεονεκτήματα πέρα από την απλή μείωση πρόσληψης ενέργειας. Αυτό δε σημαίνει ότι όλα τα διατροφικά μοντέλα είναι ισοδύναμα ψυχολογικά. Η βιολογία συναντά τη ψυχολογία.
Η συζήτηση λοιπόν δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο δίπολο “λειτουργεί ή όχι”. Πρέπει να μετατοπιστεί στο “σε ποιον λειτουργεί και υπό ποιες συνθήκες”. Η υγεία δεν είναι ομοιόμορφο project. Έχουμε εμμονή με την ποιότητα και τη διάρκεια του ύπνου, με δείκτες βιομετρικούς, με trackers που μετρούν κάθε βήμα, κάθε παλμό. Η υπερβολική ενασχόληση με “βέλτιστα μοντέλα” μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα μορφή άγχους. Η διαλειμματική νηστεία δεν είναι επανάσταση, είναι επιλογή κι ίσως η αξία της έγκειται όχι στο ότι αλλάζει τον μεταβολισμό, αλλά στο ότι για κάποιους αλλάζει τη σχέση με το φαγητό.
Στην τελική η απώλεια βάρους δεν είναι μόνο βιοχημική εξίσωση. Είναι κοινωνικό, ψυχολογικό και πολιτικό φαινόμενο. Αν η διαλειμματική νηστεία προσφέρει σε ορισμένους μια δομή που μπορούν να διατηρήσουν, τότε έχει θέση στο οπλοστάσιο, αλλά η επιστήμη μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχουν συντομεύσεις. Το σώμα υπακούει σε νόμους που δεν συγκινούνται από trends κι ίσως αυτό είναι το πιο χρήσιμο μάθημα: λιγότερη πίστη στα θαύματα, περισσότερη συνέπεια στις βασικές αρχές.
*Mε στοιχεία από το Economist
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





