Φέτος συμπληρώνονται 56 χρόνια από το «Καλοκαίρι της Αγάπης». Η συλλογική μνήμη έχει αποτυπώσει τις δεκάδες χιλιάδες χαρούμενων νεαρών χίπηδων που κατέβηκαν στη συνοικία Haight-Ashbury του Σαν Φρανσίσκο για να γιορτάσουν την ατομική έκφραση, τον πειραματισμό με τα ναρκωτικά και το ελεύθερο σεξ.

Αυτό που ωστόσο είναι λιγότερο γνωστό, είναι ότι το Haight-Ashbury αποδείχθηκε επίσης γόνιμο έδαφος για έναν εκπληκτικό νέο συνδυασμό του χίπικου στυλ με τον συντηρητικό ευαγγελικό χριστιανισμό – τους λεγόμενους “Jesus People”.

Πώς ξεκίνησε

Οι λόγοι πίσω από την άνοδο του κινήματος των χίπις ήταν πολύπλοκοι: Η απόρριψη του συντηρητισμού και του υλισμού στην αμερικανική κουλτούρα και η εστίαση σε μια κουλτούρα ναρκωτικών έπαιξαν αμφότερα ρόλο.

Η αντικουλτούρα της δεκαετίας του 1960 περιείχε επίσης μια πνευματική διάσταση που προσέλκυσε μεγάλο ενδιαφέρον των χίπις. Το κίνημα ενσωμάτωσε το διαλογισμό, τον αποκρυφισμό, την πνευματικότητα των ιθαγενών της Αμερικής και ανατολικές μορφές θρησκείας, όπως ο Ζεν Βουδισμός και η Διεθνής Εταιρεία για τη Συνείδηση του Κρίσνα (“οι Χάρε Κρίσνα”).

Ωστόσο, όπως επεσήμανε ο συγγραφέας και παρατηρητής Τσαρλς Πέρι στο βιβλίο του “The Haight-Ashbury: A History”, το «Καλοκαίρι της Αγάπης» έφερε μαζί του μια σειρά από προβλήματα, όπως υπερπληθυσμό, εγκληματικότητα, σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα και bad trips με ναρκωτικά. Κάθε βράδυ χιλιάδες άφραγκοι νέοι έμεναν σε όποιο χώρο έβρισκαν ή απλώς κοιμόντουσαν στους δρόμους.

Τα προβλήματα έγιναν τόσο άσχημα που η κορυφαία εφημερίδα των χίπις, “The Oracle”, συμβούλευε όποιον ενδιαφερόταν να έρθει στο Σαν Φρανσίσκο να ξεχάσει τα «λουλούδια στα μαλλιά του» και να πάρει μαζί του έναν υπνόσακο, ζεστά ρούχα και χρήματα.

Καθώς πολλοί απογοητεύονταν από τη ζωή στο Haight-Ashbury, μια νέα σειρά από ευαγγελιστές χίπηδες “Jesus freak εμφανίστηκαν στην Bay Area, προτρέποντας τους ανθρώπους να ακολουθήσουν τον Ιησού Χριστό και να εγκαταλείψουν τα ναρκωτικά και το απερίσκεπτο σεξ. Βασική μορφή αυτής της νέας ομάδας στους δρόμους ήταν ο Ted Wise, ένας ναυπηγός που έκανε χρήση ναρκωτικών, ο οποίος στα τέλη του 1965 «σώθηκε» μετά από ένα από τα πολυάριθμα trips του με LSD.

Μαζί με τη σύζυγό του Ελίζαμπεθ και αρκετά άλλα hip ζευγάρια, ο Wise άρχισε να παρακολουθεί μια τοπική εκκλησία Βαπτιστών.

Οι αντισυμβατικοί τρόποι αυτών των νέων πιστών προσέλκυσαν πολλούς ακόμα νέους στην εκκλησία. Ο Wise και η παρέα του είχαν μακριά μαλλιά, ακολουθούσαν εκκεντρική μόδα και έδειχναν δυσαρέσκεια για τον χριστιανισμό της μεσαίας τάξης. Μια φορά ο Wise έκανε μια παρουσίαση για τη μουσική του Bob Dylan κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης προσευχής το βράδυ της Τετάρτης. Αλλά, όπως διαπιστώθηκε σε μια πρόσφατη έρευνα, οι χίπηδες και οι άνθρωποι της εκκλησίας που ανήκαν στο «κατεστημένο» κατάφεραν να διευθετήσουν τις διαφορές τους.

Οι «Χριστιανοί του δρόμου»

Παρασυρόμενοι από την μεγάλη φήμη που συνόδευε την περιοχή, κάπου μεταξύ 75.000 και 100.000 νέοι ήρθαν στο Haight-Ashbury την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού του 1967. Πολλοί έμειναν άστεγοι, πεινασμένοι και άρρωστοι και ο Wise προέτρεψε τον πάστορα John MacDonald να κάνει κάτι για να τους βοηθήσει.

Όπως διηγείται ο MacDonald στο βιβλίο του “House of Acts” του 1970, αποφάσισε να περιοδεύσει στο Σαν Φρανσίσκο μαζί με τον Wise. Είδε τους γεμάτους δρόμους και διαπίστωσε ότι ο Wise «από το ντύσιμο και την εμφάνιση» ανήκε και είχε «εμφανή σχέση» με τους νέους που είχαν έρθει στο Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος «σαφώς δεν είχε». Ο MacDonald συμφώνησε ότι η ανάγκη ήταν μεγάλη και ότι κάτι έπρεπε να γίνει.

Με τη βοήθεια αρκετών συναδέλφων του, πάστορες στην Bay Area, ο MacDonald βοήθησε τον Wise και τους φίλους του να ιδρύσουν ένα καφέ με την ονομασία “The Living Room“, ένα τετράγωνο βόρεια της διασταύρωσης των οδών Haight και Ashbury.

Τον επόμενο ενάμιση χρόνο, χιλιάδες φυγάδες νέοι και χίπις (συμπεριλαμβανομένου ενός άνδρα ονόματι Τσαρλς Μάνσον που αργότερα καταδικάστηκε για μαζικές δολοφονίες) έρχονταν στην αποστολή για να μιλήσουν με αυτό που ο MacDonald αποκαλούσε «Χριστιανούς του δρόμου». Πολλοί άλλοι ήρθαν απλώς για να φάνε σούπα και να πιουν καφέ και να φάνε δωρεάν ντόνατς.

Εξάπλωση του κινήματος

Εν τω μεταξύ, και άλλοι στην Bay Area, όπως ο Κεντ Φίλποτ, ένας φοιτητής σεμιναρίου Βαπτιστών, και ο χίπης φίλος του Ντέιβιντ Χόιτ άρχισαν επίσης να κηρύττουν στους δρόμους.

Μέχρι τα τέλη του 1968 είχαν ανοίξει ένα καταφύγιο με την ονομασία “The Soul Inn” στο υπόγειο μιας μικρής βαπτιστικής εκκλησίας στη γειτονική συνοικία Richmond της πόλης.

Ο Wise και οι φίλοι του δημιούργησαν ένα χριστιανικό κοινόβιο στο Novato, ενώ ο Φίλποτ και ο Χόιτ (με τη βοήθεια των ιερέων που είχαν βοηθήσει το Living Room) δημιούργησαν μια σειρά από κοινόβια στο San Rafael, στο Walnut Creek και σε άλλες κοινότητες της Bay Area.

Στις αρχές του 1969 αυτή η νέου τύπου αλληλεπίδραση μεταξύ των χίπις χριστιανών και της ευαγγελικής θρησκείας (ιδίως του πεντηκοστιανικού κλάδου της) συνέβαινε και αλλού στη χώρα, σε πόλεις όπως το Σιάτλ, το Ντιτρόιτ και το Φορτ Λόντερντεϊλ. Οι χίπις αλληλεπιδρούσαν με κληρικούς και μη από τις εκκλησίες και δεσμεύονταν να ακολουθήσουν τον Ιησού.

Ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο κοινόβιο έξω από το Eugene του Όρεγκον, το “Shiloh”, έφτασε γρήγορα να αριθμεί πάνω από εκατό μέλη. Απέκτησε αγροκτήματα και έστειλε ευαγγελιστικές ομάδες σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970 για να ανοίξουν νέα κοινοτικά σπίτια του Shiloh.

Αλλά αναμφίβολα η εστία του κινήματος ήταν πιο νότια, κοντά στο Λος Άντζελες. Εκεί οι άνθρωποι του Ιησού άρχισαν να προσελκύουν όχι μόνο σκληροπυρηνικούς χίπις από την κουλτούρα των ναρκωτικών και τους δρόμους, αλλά και σμήνη εφήβων από ομάδες νέων που ανήκαν στις εκκλησίες της περιοχής.

Εκατοντάδες ανεξάρτητα κοινοτικά σπίτια, καφέ και χριστιανικές «κοινότητες» ξεπήδησαν από το Σαν Ντιέγκο στα νότια μέχρι τη Σάντα Μπάρμπαρα στα βόρεια μεταξύ του 1969 και των αρχών της δεκαετίας του 1970.

Τελικά, η παρουσία των Jesus People πήρε διεθνή δημοσιότητα. Καφέ με ονόματα όπως “The Belly of the Whale” και “The Upper Room” εμφανίστηκαν από ακτή σε ακτή. Υπόγειες «εφημερίδες του Ιησού», όπως η “Hollywood Free Paper” του Λος Άντζελες και η “Cornerstone” του Σικάγο, βοήθησαν στη μεταφορά του μηνύματος στους δρόμους.

Φωτογραφίες από βαπτίσεις στον ωκεανό, όπου εκατοντάδες ενθουσιώδεις έφηβοι βουτούσαν κάτω από τα κύματα ως ένδειξη της αφοσίωσής τους να «ακολουθήσουν τον Κύριο», έγιναν καθημερινό θέαμα.

Μέχρι το 1971, το κίνημα είχε γίνει το θρησκευτικό γεγονός της χρονιάς, κατακτώντας το εξώφυλλο του περιοδικού Time.

Ένας μοντέρνος χριστιανισμός

Ένα από τα πράγματα που προσέλκυσαν τη νεολαία στους Jesus People ήταν η ενθουσιώδης χρήση της folk, pop και rock μουσικής. Ενώ πολλές συντηρητικές εκκλησίες είχαν παραδοσιακά αποδοκιμάσει τις “κοσμικές διασκεδάσεις”, οι Jesus Freaks αγκάλιασαν τα μουσικά γούστα της γενιάς τους.

Είτε τραγουδούσαν απλά ρεφρέν στις συναθροίσεις τους, είτε άκουγαν καλλιτέχνες που έπαιζαν κιθάρα στα καφέ, είτε χρηματοδοτούσαν ολόκληρες χριστιανικές ροκ συναυλίες, η μουσική αποτελούσε κεντρικό χαρακτηριστικό της ζωής των Jesus People. Τη δεκαετία του 1970 ξεπήδησαν φεστιβάλ μουσικής του Ιησού σε όλη τη χώρα.

Ένα ολοήμερο φεστιβάλ στο Ντάλας τον Ιούνιο του 1972, το οποίο χρηματοδοτήθηκε από την ευαγγελική οργάνωση Campus Crusade for Christ, προσέλκυσε έως και 150.000 άτομα.

Τεράστιος και διαρκής αντίκτυπος

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, ωστόσο, οι άνθρωποι του Ιησού είχαν εξαντλήσει τις δυνάμεις τους. Το χίπικο στυλ έγινε λιγότερο δημοφιλές μεταξύ των εφήβων. Νέα στυλ μουσικής και μόδας ήρθαν στο προσκήνιο, και οι ίδιοι οι Jesus People μεγάλωσαν ηλικιακά και προχώρησαν στη ζωή τους. Αλλά ο αντίκτυπός τους επιβίωσε με διάφορους τρόπους.

Η επιτυχία των Jesus People και η ενίοτε μη αποδοχή τους από τα παλαιότερα μέλη της εκκλησίας σηματοδότησε μια σημαντική αλλαγή στη στάση των ευαγγελικών χριστιανών απέναντι στη λαϊκή κουλτούρα.

Ο ροκ ενθουσιασμός των Jesus People για την αισιόδοξη μουσική δημιούργησε μια βιομηχανία «Σύγχρονης Χριστιανικής Μουσικής» προκαλώντας αμφιλεγόμενες αλλαγές στο λατρευτικό στυλ και τη μουσική πολλών εκκλησιών. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι ύμνοι, οι χορωδίες και τα εκκλησιαστικά όργανα αντικαταστάθηκαν όλο και περισσότερο σε πολλές εκκλησίες με «χορωδίες δοξολογίας», «συγκροτήματα λατρείας» και ηλεκτρικές κιθάρες.

Οι δύο μεγαλύτερες χριστιανικές ομάδες που εμφανίστηκαν στα τέλη του 20ού αιώνα στην Αμερική, η
«κοινότητα εκκλησιών» Calvary Chapel και το δόγμα Vineyard, έχουν ρίζες στο κίνημα των Jesus People. Χαρακτηρίζονται από αισιόδοξη μουσική, πεντηκοστιανές επιδείξεις πνευματικών χαρισμάτων και μια ανεπίσημη αντίληψη του «έλα όπως είσαι», οι δύο αυτές ομάδες αποτελούν σήμερα τα μεγαλύτερα θεσμικά στοιχεία που προέκυψαν από το κίνημα.

Πενηνταέξι χρόνια μετά το Καλοκαίρι της Αγάπης, οι Jesus People παραμένουν μία από τις πιο εξόφθαλμες αντιφάσεις του. Εξαιτίας του κινήματος του Jesus People πολλοί baby boomers παρέμειναν προσκολλημένοι σε συντηρητικές ευαγγελικές εκκλησίες μέχρι και τον 21ο αιώνα.

Διαβάστε ακόμη:Το Καλοκαίρι της Αγάπης ήταν κάτι περισσότερο από χίπηδες, αχαλίνωτο σεξ και LSD – ήταν η αρχή του σύγχρονου ατομικισμού