Ο Γιώργος Γραμματικάκης ταξιδεύει ήδη για το Άπειρο. Εκεί που η ύλη δεν έχει καμία σημασία -όπως έλεγε- και το ταξίδι της ύπαρξης συνεχίζεται δίχως συγκεκριμένο σχήμα, μορφή ή φόρμα. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω μέσω του στενού φίλου και συντοπίτη του, του σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου. Ο ένας θαύμαζε τον άλλον. Ο Κούνδουρος θαύμαζε τον Γραμματικάκη για τις γνώσεις του, όχι μόνο περί επιστημών, αλλά και περί τέχνης. Και ο Γραμματικάκης θαύμαζε τον Κούνδουρο για όλα όσα είχε προσφέρει στην εγχώρια Έβδομη Τέχνη.

Νομίζω πως η πρώτη φορά που άκουσα για το περιβόητο Πείραμα του CERN ήταν από τα χείλη του, αρκετά χρόνια πίσω. Κι όταν όλοι τον ρωτούσαμε να μας πει παραπάνω πράγματα, απαντούσε πως τρέχουν τόσο τα επιστημονικά δεδομένα, ώστε ότι και να ‘λεγε θα θεωρείτο ξεπερασμένο μετά από λίγες ώρες. Αυτό φυσικά όξυνε κι άλλο τη φαντασία των ομοτράπεζών του κι εκεί ακριβώς θυμάμαι τα λόγια του Κούνδουρου:

«Είναι ο σημαντικότερος όλων μας! Το πώς καταφέρνει να σε γειώνει αυτός ο άνθρωπος, είναι απίστευτο».

Και, πάλι, πως είναι δυνατόν να σε γειώνει ένας επιστήμονας που ασχολήθηκε με τα μυστήρια της ύπαρξης και τους αστερισμούς; Διότι, πάλι απ’ τον ίδιο θα μάθαινα πώς η «Κόμη της Βερενίκης», το θρυλικό βιβλίο του, από έναν αστερισμό είχε πάρει τον τίτλο του. Για τον Γραμματικάκη όλοι σε αστερισμούς θα καταλήξουμε μετά το βιολογικό μας θάνατο. Προσπαθούσε να το εξηγήσει όσο πιο κατανοητά γινόταν, στερώντας από τις φράσεις του μια ποίηση, που ενδεχομένως όλοι οι άλλοι να θέλαμε να δούμε. Να η γείωση, λοιπόν, που διέκρινε ο φίλος του στις απόψεις του. Αν και η αλήθεια είναι πως ο Γραμματικάκης λάτρευε την ποίηση, αρχής γινομένης από τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, που ‘χε γεννήσει η Κρητική γη. Αγαπούσε πολύ και τους μουσικούς – «θα ήθελα να παίζω κάποιο όργανο ή να έχω καλή φωνή για να τραγουδάω κι εγώ» είχε πει μια φορά σ’ ένα απ’ τα συνηθισμένα τραπεζώματα – τα «πνευματικά δείπνα», όπως τα έλεγα – πάντα στο σπίτι της Μαρίζας Κωχ κάτω απ’ την Ακρόπολη.

Δήλωνε αντίθετος με τους επιστήμονες συναδέλφους του που έμοιαζαν περιχαρακωμένοι από τον μεγαλοϊδεατισμό του αντικειμένου τους και γύριζαν, μάλλον ασυνείδητα, την πλάτη στους απλούς λαϊκούς ανθρώπους. Βαθιά πολιτικοποιημένος και συνδικαλισμένος από τα νεανικά του χρόνια, είχε υποστεί κι αυτός, όπως και πολλοί άλλοι, το κυνηγητό από τη χούντα. «Δεν ξέρω αν τελικά αξίζει αυτό» είχε πει σχετικά, «αφού πολιτική και επιστήμη δεν πρέπει να μπλέκονται. Η πολιτική σε κρατάει στη γη, ενώ η επιστήμη σε πάει κάπου που δεν θα το φανταζόσουν ποτέ. Παρόλα αυτά δεν γίνεται να μην είμαι πολιτικό ον». Και είχε δίκιο. Αυτό τουλάχιστον απέδειξε η εκλογή του ως Ευρωβουλευτής το 2014 με το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη.

Κάτι, όμως, που δεν γνωρίζουν πολλοί, μια και τείνει να σκεπαστεί από τη σκόνη του χρόνου, είναι πως ο Γραμματικάκης το 1962 είχε παραιτηθεί από μέλος της Διοικούσας Επιτροπής Συλλόγων Πανεπιστημίου Αθηνών (Δ.Ε.Σ.Π.Α.), καταγγέλοντας τη για άνομα συμφέροντα και σκευωρίες ακροδεξιού τύπου. Η λαμπρή του καριέρα συνεχίστηκε, ασκώντας το λειτούργημα του ως καθηγητής στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης. Προγουμένως, από το 1990 έως το ΄96 είχε διατελέσει πρύτανης του ίδιου πανεπιστημίου. Μιλούσε με θαυμασμό για τα χρόνια των σπουδών του στο εξωτερικό και, συγκεκριμένα, στο Imperial College του Λονδίνου, εκεί που τον κέρδισε η κατάκτηση της τεχνογνωσίας και ο σύγχρονος εξοπλισμός. «Στην Ελλάδα, ελλείψει τεχνικών υποδομών, όλες οι προσπάθειες είναι ατομικές επί της παρούσης» έλεγε, βάζοντας μέσα και τον ίδιο του τον εαυτό. «Τι αγαπάτε τελικά από τη χώρα μας;» τον είχα ρωτήσει κάποια στιγμή. Και μου απάντησε:

«Τους ορφικούς ύμνους, τον ”Ερωτόκριτο”, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζιδάκι, τον ”Δράκο” του Κούνδουρου, τον ”Θίασο” του Αγγελόπουλου και το Φως που με απασχολεί πολύ τα τελευταία χρόνια».

Για το Φως τελικά έφυγε σήμερα το πρωί, στα 84 του χρόνια, κατόπιν νοσηλείας του με αναπνευστική ανεπάρκεια στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, στη γενέθλια γη του. Σημαντικός και αξέχαστος. Καλό του ταξίδι.