Εμείς δεν αποβιβαστήκαμε στο σημείο συνάντησης της συνέντευξης με τη βάρκα του Χάροντα, όπως συμβαίνει στα «Βατράχια», πήγαμε παραδοσιακά, με την μηχανή. Έτσι κι αλλιώς τα ποτάμια είναι μπαζωμένα, οπότε μόνο σε μία ιδεατή Αθήνα, θα μπορούσε να συμβεί αυτό. Επίσης, στον ίδιο ιδεατό κόσμο ο Αχέροντας θα την διέτρεχε.

Τα «Βατράχια» – με τον πειραγμένο τίτλο – της Έφης Μπίρμπα, σίγουρα δεν κάνουν «βρεκεκέξ κουάξ κουάξ», όπως μας πληροφόρησαν οι ηθοποίοι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία σύγχρονη διασκευή της κωμωδίας με DNA τραγωδίας. Ο Άρης Σερβετάλης και ο Μιχάλης Σαράντης στους ρόλους του θεού Διόνυσου και του Ξανθία, θα κατηφορίσουν προς τον Κάτω Κόσμο για να φέρουν πίσω τον σπόρο της αναγέννησης, την ποίηση, αφού μόνο έτσι θα μπορέσουν να σώσουν τον κόσμο που μοιάζει να καταρρέει.

Fun Fact: Όταν διδάχτηκαν οι «Βάτραχοι», ο Αισχύλος είχε ήδη πεθάνει πενήντα (και κάτι παραπάνω) χρόνια, πριν τη δημιουργία του έργου. Ο Αριστοφάνης θα ήταν αδύνατο να είχε προλάβει να τον γνωρίσει, αφού γεννήθηκε περίπου 10 χρόνια μετά τον θάνατο του τραγικού ποιητή, τον οποίο συναντά ο Διόνυσος και ο Ξανθίας στο έργο του. Μόνο όσοι ήταν άνω των 70 θα ήταν πραγματικά σε θέση να θυμούνται την πρώτη παράσταση των «Περσών» ή των «Επτά επί Θήβας».

Η Δήμητρα Βασιλειάδη και η Σίντυ Χατζή συναντήθηκαν με την Ηλέκτρα Νικολούζου, την Μαίρη Μηνά, την Νάνσυ Μπούκλη και την Αλεξάνδρα Καζάζου, με αφορμή τα «Βατράχια» που θα δούμε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 28 & 29 Ιουλίου.

«Βατράχια»
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Δήμητρα: Ποιος είναι ο ρόλος της καθεμίας από εσάς στο έργο;
Μαίρη Μηνά: Σε αυτό το έργο υπάρχει ένα βασικό ντουέτο που είναι ο Ξανθίας με τον Διόνυσο (Μιχάλης Σαράντης – Άρης Σερβετάλης), κι αυτοί από την αρχή μέχρι το τέλος έχουν μία γραμμή που διατρέχουν ένα τόξο μέχρι τέλους. Εμείς όλοι οι υπόλοιποι, είμαστε αυτοί που φτιάχνουμε όλο το σύμπαν αυτής της κατάδυσης στον Κάτω Κόσμο. Οπότε δεν έχουμε ακριβώς ρόλους. Είμαστε αυτοί που κατασκευάζουν όλο αυτόν τον κόσμο. Έχουμε επιμέρους πράγματα, όπως τη φανταστική χορική λειτουργία με τα κορίτσια – των Πλαθανών – είναι κάποιες υπάρξεις του Κάτω Κόσμου…

Ηλέκτρα Νικολούζου: Θα καταλάβετε, όταν το δείτε…

Αλεξάνδρα Καζάζου: Υπάρχουν επιμέρους σκηνές – προς το τέλος του έργου – που η κάθεμία από εμάς έχει και από έναν ρόλο των αρχαίων τραγωδών, επίσης. Πιστεύω ότι μιλάμε για μία πολύ μεγάλη χορική λειτουργία, δεν έχουμε πρωταγωνιστές. Εκτός από αυτό το δίδυμο, που είπε και η Μαίρη (Μηνά). 

Ηλέκτρα Νικολούζου: Είναι τα «Βατράχια», θα τολμήσω να πω, έργο ανδρών. Όλοι οι βασικοί ρόλοι είναι άνδρες. Επομένως η δική μας λειτουργία είναι εμπνευστική και υποστηρικτική σε αυτό που συμβαίνει, χωρίς να λέμε από την αρχή τι κάνει η κάθε μία από εμάς. Μέσα στο σύνολο όλοι σε στιγμές ξεχωρίζουμε. Είμαστε όλοι κι όλοι 10 σε αυτό το έργο. Δεν είμαστε κάποιο μεγάλο πλήθος…

Σίντυ: Ο χορός των Βατράχων που βλέπουμε εμφανίζεται σε ένα χορικό στο αρχικό κείμενο. Παρόλα αυτά, η κωμωδία πήρε το όνομά της από τα “Βατράχια”. Γιατί θεωρείτε ότι συμβαίνει αυτό;
Νάνσυ Μπούκλη: Τα «Βατράχια» έχουν να κάνουν με το μεσοδιάστημα στον Επάνω και τον Κάτω Κόσμο. Για κάποιο λόγο, δηλαδή, όπως έχω καταλάβει, είναι αυτά που συμβολίζουν την είσοδο για τον Κάτω Κόσμο. Δεν θα φανούν ποτέ, τουλάχιστον σε εμάς ότι υπάρχουν Βατράχια, αλλά υπάρχουν όλοι αυτοί που θα μπορούσε να είναι τα «Βατράχια», εκτός από τον Ξανθία και τον Διόνυσο, όλοι οι άλλοι είναι. Τους εισάγουν στον Κάτω Κόσμο. Με λίγα λόγια θα προσυπογράψω αυτό που είπε η Μαίρη Μηνά, ότι όλοι οι υπόλοιποι είμαστε το σύμπαν αυτών των δύο ανθρώπων. Αυτά είναι τα «Βατράχια» νομίζω…

Ηλέκτρα Νικολούζου: Η μετάβαση μέσα από αυτόν τον ήχο, που ο ήχος αυτός μπορεί να είναι και οτιδήποτε. Λέμε «Βατράχια» και όλοι έχουμε στο μυαλό το «βρεκεκέξ κουάξ κουάξ», αλλά δεν είναι ακριβώς αυτό. Είναι ένας χορός μετάβασης στον Κάτω Κόσμο.

Νάνσυ Μπούκλη: Υπάρχουν πολλές φωνές. Είμαστε 10 άνθρωποι αρκετά διαφορετικοί, οπότε οι φωνές είναι πολλές. Έχει πολύ ενδιαφέρον, γιατί είμαστε όντως «Βατράχια», αλλά ο καθένας με το δικό του χρώμα. Δεν είναι ένα πράσινο ας πούμε… (γέλια!) Είναι πολλά χρώματα που κάνουν όλο αυτό το σύμπαν πολύχρωμο. 

«Βατράχια»
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Δήμητρα: Αυτή η πολυλειτουργικότητα πώς λειτουργεί μέσα στην παράσταση; Υπάρχουν και οι μονάδες και το σύνολο που συνθέτουν όλο αυτόν τον κόσμο. Αυτός ο κόσμος πώς μπορεί να μιλήσει στους θεατές;
Αλεξάνδρα Καζάζου: Εγώ πιστεύω πολύ ότι η χορικότητα έχει να κάνει με πολύ διαφορετικές ατομικότητες, οι οποίες την συνθέτουν. Η αναφορά εδώ υπόκειται σε ένα κοινό μυστικό, δηλαδή βρίσκονται εκεί για ένα συγκεκριμένο λόγο, που είναι διαφορετικά πλάσματα και δημιουργούν αυτό το σύμπαν. Είναι ένα έργο μεταμφιέσεων.

– Δήμητρα: Εσείς ξέρετε γιατί ο Διόνυσος έχει δυσαρεστηθεί τόσο πολύ και έρχεται κόντα σας;
Μαίρη Μηνά: Νομίζω ότι έχει να κάνει με την τότε συνθήκη, μετά την μεταπολιτική, που όλα είχαν διαβρωθεί και όλα είχαν πάρει την κάτω βόλτα και είναι ένα πολύ μεγάλο σχόλιο, έχω την αίσθηση, κοινωνικοπολιτικό.

Ηλέκτρα Νικολούζου: Το οποίο είναι σα να υπάρχει και τώρα. Είναι ίδιο. Γιατί λέει «θέλω τον ποιητή τον έναν, αυτόν που θα σώσει τον κόσμο» και πάει μέσα από την ποίηση. Το ίδιο, ακριβώς αυτό που λέει η Μαίρη, συμβαίνει ακριβώς αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Στη Γαλλία είδατε τι γίνεται, είναι ακριβώς έτσι.

– Σίντυ: Όπως είπαμε στο έργο ο Διόνυσος θεωρεί ότι το αθηναϊκό θέατρο έχει μείνει ορφανό μετά τον θάνατο σημαντικών ποιητών, όπως ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης, ο Σοφοκλής… Σήμερα υπάρχει αντίστοιχο κενό στον χώρο της τέχνης; Έχουμε μείνει ορφανοί από ποίηση ως κοινωνία;
Μαίρη Μηνά: Εγώ η σκέψη που κάνω σε σχέση με αυτό είναι ότι θεωρώντας ο Διόνυσος ότι μένει ορφανό το θέατρο, μάλλον στο συλλογισμό αυτό, το θέατρο ισούται με την κοινωνία. Το θέατρο είχε μία πολύ ισχυρότερη παρουσία στα κοινωνικά φαινόμενα. Οπότε μία κοινωνία ολόκληρη έμενε ολόκληρη χωρίς οδηγούς, λαμπρά μυαλά και χωρίς φως. Υπό αυτή την έννοια στο σήμερα, αν θεωρήσουμε και πάλι ότι το θέατρο ισοδυναμεί με τον κόσμο και την κοινωνία, δεν νομίζω ότι είμαστε απλά ορφανοί… Είμαστε σαν τα παιδιά που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα…

Ηλέκτρα Νικολούζου: Πάσχουμε… Διανύουμε μία τέτοια περίοδο. Δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φωτισμένοι άνθρωποι και πολύ νεότεροι που είναι πολύ ωραίο αυτό. Ωστόσο, θεωρώ ότι υπάρχει μεγάλο κενό.

Αλεξάνδρα Καζάζου: Προσθέτοντας σε αυτό που λένε τα κορίτσια, πιστεύω ότι ένα πολύ βασικό στοιχείο στο οποίο εστιάζει η παράσταση, είναι στην έλλειψη αγάπης και στην ίδια την αγάπη, ως έννοια. Στην ευσπλαχνία. Εμένα εκεί πάντως με χτυπάει στη δημιουργία εδώ μέσα, στην έλλειψη αυτού που λέμε «empathy». Δεν λογαριάζεις πια τον άλλον, η πνευματικότητά σου είναι πολύ μικρή. Κοιτάς τον εαυτό σου και πως θα πετύχεις εσύ. Δεν έχεις τον χώρο και τον χρόνο, στον οποίο η ποίηση και η πνευματικότητα ανθίζουν.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Σίντυ: Ναι, υπάρχει ας πούμε ένας συναισθηματικός κυνισμός…
Νάνσυ Μπούκλη: Είναι η εποχή του κυνισμού…

Ηλέκτρα Νικολούζου: Και μία μεγάλη βία. Βία, ταχύτητα, ευκολία. Μπορεί να υπάρχουν και αρετές, αλλά δεν μας βλέπω να οδεύουμε προς τα εκεί. Εγώ πάντα μέσα μου θέλω να βλέπω και το θετικό, δηλαδή λέω «μπορεί να αλλάζουν τα πράγματα, αποδέξου το».

– Σίντυ: Αν είχατε απέναντι τους εαυτούς σας σε αυτή την παράσταση, τι θα πιστεύατε ότι σας εκφράζει περισσότερο η ειλικρίνεια ή η ενέργεια;
Νάνσυ Μπούκλη: Εγώ μπορώ να πω όσον αφορά τη χρονική στιγμή που έχει έρθει το έργο, ότι το συγκεκριμένο ήρθε για να με ανακουφίσει. Από πάντα υπήρχε μία κυνικότητα νομίζοντας ότι το παρελθόν πάντα θα μας σώσει, ενώ δεν δίνουμε πολύ χρόνο και χώρο για να δούμε πως θα εξελιχθεί το νέο. Όλοι το κάνουμε αυτό. Συγκρίνω ακόμη κι εγώ που είμαι 36, λέω ότι πιο πολύ μου άρεσαν οι παλιές παραστάσεις. Υπάρχει μία νοσταλγία, αλλά και ένας φόβος ότι μπορεί να μην είναι αρκετά αυτά που ζούμε τώρα. Οπότε με ανακουφίζει ότι αυτό το έργο μας υπενθυμίζει ότι είναι μία ροή πραγμάτων και συμβαίνει, συνέβαινε και θα συμβεί. Η κυνικότητα αυτός που ίσως κρύβει είναι ένας μεγάλος πόνος και δυσκολία στο να εξωτερικεύσουμε θέματα που μπορεί να ενοχοποιούμε. Αν έχεις θλίψη ή αν θες να κλάψεις, θα φύγεις και δεν θα είσαι σκληρός στον κόσμο. Σκέφτεσαι πως θα αντιμετωπίσεις όλους αυτούς που είναι έτοιμοι να σε φάνε. Οπότε θα πρέπει να έχεις μία ειλικρίνεια, η οποία μπορεί να είναι στην πραγματικότητα, η οποία είναι κυνικότητα που μπορεί να βγαίνει σαν άμυνα.

Ηλέκτρα Νικολούζου: Την έννοια της ειλικρίνειας δεν μπορώ να την τοποθετήσω σε ένα έργο τέχνης. Μπορώ, όμως, να μιλήσω για την ενέργεια ή μάλλον για το «πράττειν», αυτό που πράττω εγώ. Δεν θα μιλήσω για τον εαυτό εάν γίνεται καλύτερος ή χειρότερος, αλλά πράττοντας μέσα από κάτι – από ένα έργο, από μία ομάδα ανθρώπων – μόνο έτσι ο καλλιτέχνης μπορεί να υπάρξει και να είναι. Όταν το πράττει, δεν το κάνει για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει αυτό. Κανένας από τους τεράστιους ή ένας από τους λιγότερο, δεν το είπε. Εμείς κάνουμε, θα έλεγα, τη δουλειά μας που είναι κάτι άλλο. Ερχόμαστε εδώ σε αυτές τις θερμοκρασίες είτε έχουμε παιδιά, είτε όχι και πράττουμε, πονάμε απογοητευόμαστε, αγαπιόμαστε, θυμώνουμε, αλλά είμαστε εδώ.

Αλεξάνδρα Καζάζου: Εγώ πάντως εστιάζω στο «αγαπιόμαστε», υπάρχει πολλή αγάπη. Δεν ξέρω ποιο θα είναι το αποτέλεσμα, είμαστε ακόμα στη στιγμή του αγνώστου, αλλά υπάρχει πολλή αγάπη. Είναι από τις ελάχιστες φορές που έχω υπάρξει σε τόσο αγαπημένη ομάδα. Είναι ευλογία, ειδικά για εμάς που είμαστε «freelancer» και πάμε εκεί που πάει και το κύμα. Αυτό έχει να κάνει πολύ και με τον Άρη (Σερβετάλη) και με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την «διανομή», την ομάδα που επέλεξε να είναι εδώ. Είναι όλοι καταπληκτικά παιδιά, που είναι πολύ σημαντικό για το «ταξίδι» που διανύουμε. Αυτή την κατάβαση, δηλαδή, δεν είναι μόνο ένας οριζόντιος άξονας. Πρέπει να «σκάψεις» πολύ. 

– Δήμητρα: Αυτό δημιουργεί από μόνο του μία ενέργεια στην ομάδα και ορμόμενη από το «πράττειν» της Ηλέκτρας, αυτό από μόνο του έχει ένα πολιτικό υπόβαθρο, είτε είναι ατομικά, είτε καλλιτεχνικά. Το ίδιο το κείμενο έχει πολιτικές προσλαμβάνουσες. Ποιες είναι αυτές που μπορούν να αντικατοπτριστούν στο σήμερα;
Μαίρη Μηνά: Αυτό το έργο έχει σαν αγωγό το χιούμορ, το οποίο από μόνο του είναι κάτι πάρα πολύ ανοιχτό και μπορεί να είναι και καυστικό και να βάλει και το μαχαίρι στο κόκκαλο. Ο Αριστοφάνης, δεν το έκανε φυσικά τυχαία. Βρήκε αυτό το μέσο για να μιλήσει για όλα τα δεινά της εποχής του. Νομίζω ότι το να μείνει κανείς μόνο σε αυτό και να χρησιμοποιήσει ένα έργο για να είναι μόνο δεικτικό, είναι κάτι που δεν αγγίζει πια, ακριβώς γι’ αυτό που λέγαμε πριν και για την εποχή του κυνισμού. Οπότε θεωρώ ότι αυτό που συμβαίνει τώρα σε αυτή την παράσταση, με τη διασκευή που έχει υποστεί αυτό το έργο, τα πράγματα θα είναι πολύ πιο ανοιχτά, πολύ πιο ποιητικά και καλούν τον θεατή να γίνει συνένοχος με έναν τρόπο που ο ίδιος θα ασκήσει την κριτική, που για μένα αυτό είναι το πολυτιμότερο. Κανείς δεν προσπαθεί να είναι διδακτικός. Αντιθέτως, η Έφη (Μπίρμπα), ο Άρης (Σερβετάλης) και όλη η ομάδα, προσπαθούμε να κρατάμε όλες τις γραμμές και να μην τις χρωματίζουμε, ακριβώς για να μπορεί ο κάθε θεατής μέσα εκεί να μπορεί να προβάλλει και ο ίδιος τη δική του λογική, τις δικές του ανησυχίες και αγωνίες. Αυτό νομίζω είναι κάτι που η Έφη ειδικά, μάχεται πάρα πολύ στο να το κρατήσει ανοιχτό και να μην κλείσει τη βεντάλια σε κάτι που έχει να κάνει με το τώρα. Νομίζω ότι οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, όπως και οι μεταφράσεις που γίνονται, θεωρώ ότι τότε είναι πολύ ουσιαστικές. Όχι, μόνο όταν κοιτάνε το σήμερα, αλλά και όταν προσβλέπουν και σε ένα μεταγενέστερο αργότερα.  

Ηλέκτρα Νικολούζου: Μιλάμε δε για ένα τεράστιο ποιητή. Ο Αριστοφάνης είναι πολύ παρεξηγημένος. Εγώ κατάλαβα τι είναι ο Αριστοφάνης τα τελευταία 10 χρόνια. Παλαιότερα, δεν τον είχα μελετήσει, ομολογώ ότι δεν με τιμάει αυτό, γιατί δεν είχε πέσει στα χέρια μου για να τον δω με καθαρότητα. Είναι τεράστιος ποιητής που από τη γραφή του αφήνει – και ακριβώς αυτό που λέει η Μαίρη – μία περιοχή ανοιχτή χωροχρόνου που έρχεται στο τώρα, λέει στο θεατή «βγάλε το συμπέρασμά σου μόνος σου»

Αλεξάνδρα Καζάζου: Έχει και ένα πολύ ωραίο αναπάντητο ερώτημα εκεί στο τέλος, που διαλέγει τον Αισχύλο. 

Μαίρη Μηνά: Spoiler Alert! (γέλια!) Εκατοντάδων χρόνων… 

Ηλέκτρα Νικολούζου: Εμένα με τρελαίνει αυτό και καίγομαι, γιατί δεν έχω βρει την απάντηση μέσα μου, γιατί το κάνει, τη στιγμή που το κάνουμε εμείς, εννοώ. Φιλοσοφικά, θεωρητικά, ναι, αλλά μέσα εκεί δεν μπορώ να το καταλάβω είναι έκπληξη. Λες «αποκλείεται»

Νάνσυ Μπούκλη: Γιατί το λές καλέ, αφού παίζουμε τέλεια! (Γέλια!) Πάντως εγώ νομίζω ότι αυτό είναι που έχει όντως ενδιαφέρον στην παράσταση αυτή. Δεν θα δείτε τίποτα υπογραμμισμένο που να σχετίζεται με αυτό που συμβαίνει τώρα, που νομίζω ότι δεν θα αφορούσε κανέναν το να κοροϊδεύουμε ή να σαρκάζουμε. Είναι ωραίο που είναι πιο ανοιχτό, που ξέρεις ότι έχει γραφτεί πριν από τόσο χρόνια και ακόμα συμβαίνουν παρόμοια πράγματα. Δεν χρειάζεται να προβληματιστείς αν συμβαίνουν αυτά που περιγράφονται, τα ζούμε, θα το καταλάβουν ότι είναι μία σύνδεση. Είναι σα να βγαίνεις ραντεβού και να δίνονται όλα στο πιάτο, δεν χρειάζεται. Μερικά πρέπει να μένουν στη φαντασία για να μην ξενερώνεις, να υπάρχει και κάτι πιο ερωτικό. 

– Δήμητρα: Πώς σας «διεγείρει» αυτή η διασκευή αυτού του έργου το 2023; 
Αλεξάνδρα Καζάζου: Για μένα είναι ένα λούνα παρκ μνήμης. Πώς είναι «η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων»; «Οι Πλαθάνοι στον κόσμο του Άδη», αυτό μου έρχεται τώρα. Και είναι ένας κόσμος μαγικός σαν ένα black fairytale. Δεν είναι ένας κόσμος βαρύς κι ασήκωτος, ούτε ένας κόσμος που έχει το πρώτο επίπεδο του κωμικού. Με το κωμικό έρχεται ουσιαστικά το «conflict» του κόσμου, που είναι ουσιαστικά αυτός που βρίσκουν αυτοί οι δύο. Ενώ κατεβαίνουν, βλέπουν όλο και πιο περίεργα πράγματα… 

Μαίρη Μηνά: Εγώ διεγείρομαι προσωπικά από το ότι η Έφη σε σχέση με αυτό το έργο, έχει ένα πολύ αναπάντεχο όραμα, που εγώ διαβάζοντας το έργο δεν θα το έβλεπα ποτέ με αυτό το μάτι. Αυτό πρακτικά είναι πράγμα στο οποίο θέλω να βάλω κι εγώ το λιθαράκι μου, ώστε να το δούμε να πραγματώνεται. Επίσης, ως προς το έργο το ίδιο και ως προς το σήμερα, εμένα αυτό που με συγκινεί και μου ξυπνάει όλους τους χυμούς, είναι αυτή η αίσθηση της αυτοθυσίας που κάποιος πρόκειται να θυσιάσει κάτι για να σωθεί ένας ολόκληρος κόσμος. Αυτό έχει να κάνει με όλα όσα πέρασαν, τον πολιτισμό ολόκληρο, δηλαδή πως κάποιος έχει τόση μεγάλη έγνοια για κάτι που μοιάζει να καταρρέει, που ο ίδιος παίρνει μία τόσο παρανοϊκή απόφαση να κατέβει στα άδυτα για να φέρει την ποίηση μπας και σώσει ό,τι μπορεί. 

Ηλέκτρα Νικολούζου: Θέλω απλά να συμπληρώσω, που διεγείρομαι απ’ ότι είπαν τα κορίτσια, αυτό που λέει η Μαίρη ότι πάει αυτός ο θεός, ο Διόνυσος στον Κάτω Κόσμο, είναι ένας θεός που δεν μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι θα κατέβει κάτω, γιατί είναι το ακριβώς αντίθετο. Για εμένα το ότι ο Αριστοφάνης τον βάζει σε αυτή τη λειτουργία είναι βαθιά συγκινητικό. 

Νάνσυ Μπούκλη: Εκτός από το χιούμορ, δεν ξέρω με ποιον άλλο τρόπο μπορείς να μιλήσεις και για τον θάνατο, γιατί υπάρχει και αυτό μέσα στην παράσταση που εμένα με ζορίζει πάρα πολύ. Εγώ δεν βλέπω, βέβαια, δύο θεούς που πάνε στον Κάτω Κόσμο, βλέπω τον Άρη και τον Μιχάλη. Κάτω, υπάρχει πολύς κόσμος, δεν είναι μόνο αυτοί οι ποιητές. Δεν είναι δικοί μας όλοι (Γέλια!). Γίνεται αυτομάτως μία σύνδεση, όταν λέμε «Κάτω Κόσμος» σκεφτόμαστε έναν κόσμο που ο καθένας τον σκέφτεται με προσωπικό τρόπο. Επειδή απεικονίζεται με χιούμορ, σου έρχεται πιο μαλακά, ενώ στην πραγματικότητα είναι πιο σκληρό.

Αλεξάνδρα Καζάζου: Και έχει να κάνει και με το πένθος, πια έχουμε ξεχάσει να πενθούμε. Σκέψου μία κοινότητα που κάποτε έφευγε ένας και όλο το χωριό τον έπλενε, τον έντυνε, τον έκλαιγε, τώρα σε βάζουν σε μία κάσα και άντε γεια. Απλά μιλάς για τις οικονομικές διαδικασίες. Δηλαδή το να έχω εγώ πένθος μέσα μου και να μπορώ να το εκφράσω σε μία κοινότητα, να μπορώ να μιλήσω γι’ αυτό, είναι τεράστιο ταμπού πια. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όλες οι ψυχοσωματικές ασθένειες και όλες οι κρίσεις πανικού, έχουν μία τέτοια αφετηρία. Είναι κάτι που αυτό το έργο αναμετριέται.

– Σίντυ: Είναι, ίσως, εγωκεντρικό πλέον να βάζουν κάποιον σε μία κάσα, να το ξεχνάμε και να προσπαθούμε να μην το σκεφτόμαστε. Γενικά να προσπαθούμε να μην σκεφτόμαστε τον θάνατο που δεν ξέρω κατά πόσο είναι υγιές τελικά και κατά πόσο είμαστε φτιαγμένοι να τον αγνοούμε. 
Μαίρη Μηνά: Πάντως ο Αριστοφάνης κάνει και κάτι εξαιρετικά έξυπνο. Δημιουργεί μία τεράστια προσμονή και σπασπένς στο άκουσμα ότι ένας θεός και ένας θνητός καταβαίνουν στον Κάτω Κόσμο και τελικά όταν κατεβαίνουν δημιουργείται μία αντανάκλαση του Πάνω και έτσι είναι σα να δημιουργείται ένας τεράστιος κύκλος που σε αφορά. Έτσι, καθρεφτίζεται το Πάνω με το Κάτω και βλέπεις ότι η ζωή δεν τελειώνει.Τα θέματα που μας αφορούν που θα γιγαντώσεις ή θα πολλαπλασιάσεις είναι θέματα που υπήρχαν και θα υπάρχουν, σε βάζει στην σκέψη ότι όλα είναι ένα. Αυτό είναι παρήγορο.

Νάνσυ Μπούκλη: Συμφωνώ. Αυτό ανακουφίζει, επειδή αυτοί οι ποιητές που είναι κάτω, κάποτε ήταν πάνω και μπορεί να μην χρειάζεται να τους φέρεις. Θα βρούμε τους καινούργιους. Είναι ένας κύκλος. Βέβαια, είναι θλιβερό ότι κάποια στιγμή θα συμβεί. 

Ηλέκτρα Νικολούζου: Πάντως για εμένα δεν είναι ανακουφιστική η έννοια του θανάτου. Παθαίνω το αντίθετο. Ο άνθρωπος ζει με τη συνείδηση του θανάτου, αυτό είναι το τρομερό. 

Αλεξάνδρα Καζάζου: Πάντως η σύνδεση των αρχαίων με τον Κάτω Κόσμο και γενικά με τον θάνατο ήταν πολύ μεγάλη. Τα πράγματα ήταν πιο οργανικά συνδεδεμένα, οπότε είναι κι αυτό μία ωραία υπενθύμιση για εμάς. Ένας λόγος που είναι τόσο διαχρονικός σε φέρνει πιο κοντά σε μία ρίζα.

Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

– Δήμητρα: Μιας που μιλήσαμε πριν για το τι είναι παρήγορο, εσείς τι βρίσκετε παρήγορο σήμερα;
Ηλέκτρα Νικολούζου: Εγώ βρίσκω μεγάλη παρηγοριά σε όλους τους νεκρούς. Εννοώ στους ποιητές, στους μουσικούς, στους συνθέτες και άλλους φυσικά. Βρίσκω τεράστια παρηγοριά σε αυτούς που έχουν φύγει και λιγότερη παρηγοριά σε αυτούς που υπάρχουν, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχει αγάπη ή ότι δεν συναντάς ανθρώπους, βλέμματα, καρδιές. Βρίσκω μεγάλη παρηγοριά στα βιβλία μου, στις μουσικές μου, σε αυτούς που αγαπάω και δεν ζουν. 

Νάνσυ Μπούκλη: Παρηγοριά στο Netflix (Γέλια!).

Μαίρη Μηνά: Και στο HBO… (Γέλια!)

Νάνσυ Μπούκλη: Παρηγοριά, εγώ, βρίσκω στις σχέσεις, στους ανθρώπους, στο ότι δεν είμαι μόνη μου. Μπορεί να βιώνω μία στραβή μέρα και έχω τη δυνατότητα να την μοιραστώ με τους κοντινούς μου ανθρώπους. Ή θα επιλέξω να ησυχάσω και να μην είμαι συνέχεια με κόσμο, αλλά άμα θελήσω ξέρω ότι θα είναι εκεί. Άμα θες μπορείς να μοιραστείς πράγματα…

Αλεξάνδρα Καζάζου: Εγώ είμαι πολύ κοντά σε αυτό που λέει η Νάνσυ, σε σχέση και με την Ηλέκτρα στην αναφορά για τη μουσική και την λογοτεχνία. Βρίσκω στα ταξίδια μεγάλη παρηγοριά. Θέλω να ξέρω τον επόμενο προορισμό που θα πάω, γιατί με φέρνει περισσότερο κοντά με τους άλλους. Πάντα θυμάμαι τον εαυτό μου με άλλους και τις ιστορίες που έχουν δημιουργηθεί σε κάποια ξένη χώρα, όπως η Κούβα. 

Μαίρη Μηνά: Εγώ βρίσκω μεγάλη παρηγοριά στη νιότη. Εμένα μου δημιουργεί πολύ μεγάλη χαρά να βλέπω αυτό το πλάσμα που έχω φέρει στον κόσμο. Μπορώ να ξεχάσω τα πάντα μέσα στο βλέμμα και το χαμόγελό της. Από την άλλη, με συγκινεί και όταν βλέπω κινητοποιήσεις από νέα παιδιά που κάνουν την επανάστασή τους. Αυτό που έγινε πρόσφατα, για εμένα ήταν τρομερά συγκινητικό, ότι βγήκαν όλα αυτά τα πλάσματα έξω και είχαν μία ορμή. Λέγεται ότι στη δική μας εποχή δεν γίνεται τίποτα και είναι όλα φλατ, αλλά ξαφνικά έσκασε ένα κύμα ανθρώπων που τα έφεραν όλα τούμπα, άσχετα με το τι έγινε τελικά. Γενικά με τη νιότη, βλέπω ανθρώπους – συγγνώμη που θα το πω έτσι – που είναι ακόμα καυλωμένοι με αυτό που κάνουν. Μπορεί να είναι ηθοποιός ή σε μία δημόσια υπηρεσία, αλλά βλέπω όταν ξεκινούν το πρωί και έχουν καύλα να κάνουν κάτι. Αυτό με παρηγορεί και η αγάπη φυσικά.

– Σίντυ: Ήθελα να αναφερθώ στην αυτοθυσία που αναφέρθηκε πριν. Στο έργο ο Ξανθίας πρέπει να θυσιαστεί, προκειμένου να σωθεί η Αθήνα και ο κόσμος. Με την κατάβασή του στον Άδη, ουσιαστικά βλέπουμε τη θυσία του. Πηγαίνει σε έναν μη-τόπο και ξέρει ότι δεν γίνεται να επιστρέψει από εκεί. Θεωρείτε ότι είναι αναγκαία η θυσία για να σωθεί ο κόσμος και γιατί; 
Μαίρη Μηνά: Σκέφτομαι ότι ο Αριστοφάνης έβαλε έναν θεό να έχει σαν συνοδοιπόρο έναν θνητό, που ο θεός μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ενώ δεν ισχύει το ίδιο για τον θνητό. Εκεί είναι η πραγματική θυσία. Αυτό με κάνει να σκέφτομαι την ιστορία του ανθρώπινου είδους, σα να μην υπάρχει μονάδα, σαν πάντα να χρειάζεται ένα ντουέτο το οποίο έχει γίνει και έμπνευση για όλες τις τέχνες. «Μπόλεκ και Λόλεκ» ας πούμε, πρέπει πάντα να είναι δυαδική η σχέση. Να υπάρχει αυτή η συνομιλία.

– Σίντυ: Ποιον θα επιλέγατε εσείς να φέρετε από τον κάτω κόσμο για να σώσει τον κόσμο;
Νάνσυ Μπούκλη: Δεν ξέρω αν θέλω να σώσει κάποιος τον κόσμο. Κι αν σώσει κάποιος τον κόσμο και είναι όλα πάλι χάλια μετά; Είμαι άνθρωπος που αν του έλεγες «αν γύριζες τον χρόνο πίσω τι θα έκανες» , θα σου απαντούσε «τίποτα» . Μπορεί για εμένα να είχε σωθεί, επίσης, ο κόσμος, αλλά για τους άλλους να μην είχε σωθεί. Αλλά αν ήθελα να γυρίσω κάποιον στη ζωή χωρίς να σώσω κανέναν, θα ήταν κάποιος συγγενής μου. 

Ηλέκτρα Νικολούζου: Εγώ την γιαγιά μου θα ήθελα ας πούμε, που την έχασα πρόσφατα, θα ήθελα να την έχω κοντά μου, για να συνεχίσει να μαθαίνει στους ανθρώπους την αγάπη και την φροντίδα. 

Μαίρη Μηνά: Εγώ σκέφτομαι μία φυσιογνωμία που αγαπώ και έχει αφήσει πολύ μεγάλο σημάδι στην ανθρωπότητα. Τα πρόσωπα που μου έρχονται σκέφτομαι ότι δεν είναι αρκετά και όσο πάω πιο πίσω σκέφτομαι σαν σύμβολο, απαλλαγμένο από το θρησκευτικό του φορτίο, τον Ιησού. Σαν σύμβολο και σαν φιγούρα, αν ποτέ υπήρξε. 

Αλεξάνδρα Καζάζου: Εγώ θα έφερνα τον Διόνυσο, γιατί μας λείπει.

Ταυτότητα παράστασης:

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπλάθρας

Σκηνοθεσία – Σκηνογραφία: Έφη Μπίρμπα

Διασκευή: Έφη ΜπίρμπαΆρης Σερβετάλης, Κωνσταντίνος Μπλάθρας     

Μουσική: ConstantineSkourlis

Σχεδιασμός φωτισμών: Γιώργος Καρβέλας 

Κοστούμια:Έφη Μπίρμπα, Βασιλεία Ροζάνα 

Επιμέλεια κίνησης: Μιχάλης Θεοφάνους

Βοηθός σκηνοθέτιδας-καλλιτεχνική συνεργάτις: Δάφνη Αντωνιάδου

Βοηθός σκηνογράφου-καλλιτεχνική συνεργάτις: Βάσια Λύρη 

Βοηθός ενδυματολόγων-καλλιτεχνικός συνεργάτης: Αλέξανδρος Γαρνάβος 

Σύμβουλος ήχου: Νικόλας Καζάζης 

Παίζουν:  Άρης ΣερβετάληςΜιχάλης ΣαράντηςΑργύρης ΞάφηςΗλέκτρα Νικολούζου, Μαίρη ΜηνάΈκτορας Λιάτσος,

Μιχάλης ΘεοφάνουςΑλεξάνδρα Καζάζου, Νάνσυ ΜπούκληΚυριάκος Σαλής

Παραγωγή:  Χώρος Τέχνης

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε εδώ.