Όταν συνάντησα ραδιοφωνικά, στην εκπομπή μου στο Κανάλι 1, την δημοσιογράφο Έλενα Μοσχίδη, για την τελευταία ερευνητική δουλειά της οποίας έχουμε γράψει και στο Olafaq.gr (ένα απίστευτο οδοιπορικό στα μπουρδέλα και στην πορνεία), άκουσα για πρώτη φορά στην ζωή μου το όνομα «Πέπη Λουλακάκη».

Η Πέπη είναι φωτογράφος. Έχει συνεργαστεί με την Έλενα Μοσχίδη για το εμβληματικό βιβλίο περί Θράκης, γεμάτο φωτογραφίες από μια κοινωνική πραγματικότητα που, επί σειρά δεκαετιών, ήταν άγνωστη στο ευρύ ελληνικό κοινό. Πρόσωπα, τόποι, ο μουσουλμανισμός, ο ερωτισμός, η αίσθηση ενός άβατου που ιερά και σεβαστικά καταλύεται αποδόθηκαν, μεταξύ άλλο, από τον τρυφερό φακό της Λουλακάκη και χώρεσαν και στα διεισδυτικά κείμενα της Μοσχίδη. Αυτή τους η συνεργασία έσπασε ταμεία και το λεύκωμα «ΘΡΑΚΗ: Τόσο κοντά τόσο μακριά/Ο μουσουλμανικός κόσμος της» πούλησε σαν τρελό, σε μια εποχή που το χαρτί έχανε τις πρώτες του μάχες από την ψηφιακότητα, το 2010.

Ένα καλοκαιρινό πρωινό του 2023, η Πέπη Λουλακάκη έρχεται στην μικρή Πλατεία ΠΕΑΝ, στην Κυψέλη μια μικρή όαση πράσινου, ανάμεσα στη συμβολή των οδών Δροσοπούλου, Κύπρου και Κελαίνους, χωρίς την κάμερά της. Έρχεται να φωτογραφηθεί από την Αλεξάνδρα Ρίμπα και να συνομιλήσει με την υπογράφουσα. Γνωριστήκαμε μερικές εβδομάδες πριν, σε ένα live, και τα μάτια μας αλληλο-αναγνωρίστηκαν, με τον τρόπο των ανθρώπων που ξέρουν ότι έχουν κάτι κοινό, ότι θα ξανασυναντηθούν, ότι υπάρχει λόγος να βρίσκονται κοντά ο ένας με τον άλλον.

Φωτ.: Αλεξάνδρα Ρίμπα / Olafaq

Είναι όμορφη μέσα κι έξω, θα ήθελα να σας την συστήσω επαρκέστερα.

Μας έχει σοκολατάκια στην τσάντα, μας έχει χαμόγελο και εμπιστοσύνη, με τρόπο φερμένο από τα παλιά και, ταυτοχρόνως, τα μελλοντικά έθη. Δεν έχει αυτήν την καλλιτεχνική βαριεστημάρα, δεν είναι σαστισμένη από μια δήθεν συστολή, αγαπάει την ζωή (αυτό κάνει μπαμ) και έχει όρεξη να μιλήσει για την δουλειά της σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται.

Τη νύχτα πριν την συνάντησή μας, η Πέπη Λουλακάκη είχε βρεθεί στο Ηρώδειο για να ακούσει Θεόδωρο Κουρεντζή και δηλώνει μαγεμένη. «Σκέφτομαι ότι, αν τον φωτογράφιζα, θα έβγαζα μόνο τα χέρια του, δεν έχω δει πιο ωραία χέρια στην ζωή μου, ήταν η συνέχεια των μουσικών οργάνων, μιλούσαν ακόμα και να μην έβγαζαν ήχο», μου λέει.

Έχει θέμα η Λουλακάκη με τους μουσικούς. Πόσους και πόσους δεν έχει φωτογραφίσει! Ίσως το αγαπημένο της φωτογραφικό θέμα και, μάλιστα, αυτή την εποχή ετοιμάζει μια έκδοση με μουσικούς που έχει φωτογραφίσει ανά τον κόσμο, κατά την διάρκεια φωτογραφικών αποστολών της για άλλα θέματα ή επί τούτου.

Αγαπά τις αντιθέσεις και τις ανατροπές. Επί κρίσης, της ζητήθηκε από ένα γερμανικό περιοδικό να παραδώσει δουλειά σχετικά με την φτώχεια και την αστεγία στην Ελλάδα-αρνήθηκε. Τώρα, που τα πράγματα ίσως δείχνουν πιο φωτεινά και θετικά (όσο φωτεινά και θετικά) επιστρέφει στον πυρήνα του σκοταδιού, της εσωτερικότητας, θέλει να αναδείξει άλλα συναισθήματα. Τα «όχι» της, της έχουν κοστίσει. Έχει χάσει λεφτά. Αλλά φαίνεται πως δεν είναι το πρώτο πεδίο ενδιαφέροντός της-όχι επειδή έχει πολλά, απλώς μάλλον επειδή προτιμά να τα έχει από εκεί που η ίδια επιλέγει.

Φωτ.: Αλεξάνδρα Ρίμπα / Olafaq

«Μου είναι δύσκολο να μιλώ για την δουλειά μου, για όλα αυτά. Μου αρέσει που το κάνουμε τώρα, αλλά μου είναι δύσκολο. Έχω μάθει να φωτογραφίζω, τόσο απλά», επισημαίνει. Από μικρή το ήξερε. Από μικρή, την ίσθηση της όρασης την αισθανόταν οξυμένη. Έβλεπε και, στην συνέχεια, σκεφτόταν.

«Μεγάλωσα στην ρίζα της Ακρόπολης, την Πλάκα. Έχω αυτήν την χαρά και την τύχη. Το σπίτι μου ήταν στην οδό Αρετούσας, που είναι πλακόστρωτη. Πώς θα μπορούσα να μην ασχοληθώ με την φωτογραφία, έχοντας τόσα και τέτοια ερεθίσματα γύρω μου; Οι γονείς μου δούλευαν στο Μουσείο του Πανεπιστημίου, που ήταν κοντά μας. Στο σπίτι μας κυκλοφορούσε πολλή τέχνη, μουσική, μεράκι. Ο πατέρας μου μου έμαθε το μεράκι και ακούγαμε Χατζιδάκι, πολλή ξένη μουσική. Θυμάμαι την πρώτη μου μηχανή την έφερε ο πατέρας μου από το εξωτερικό και εγώ την έπαιρνα μαζί μου στο σχολείο. Φωτογράφιζα τις συμμαθήτριές μου μετά το σχολείο, αλλά και τους δρόμους, τις πόρτες, ό, τι μπορείς να φανταστείς. Έχω φωτογραφίτιδα από παιδί. Αν δεν είχα γεννηθεί και μεγαλώσει στην Πλάκα, μπορεί να είχα φύγει από την χώρα. Όμως, το σημείο αυτό με κράτησε, μου έδωσε πολλή δημιουργικότητα και ενέργεια. Τώρα, βέβαια, έχει αλλάξει, έχει πάρα πολύ τουρισμό».

 

Μια αξέχαστη φωτογραφία της Πέπης Λουλακάκη από το βιβλίο για την Θράκη (Καστανιώτης, 2010)

Την ακούω να λέει την λέξη μεράκι, παρασυρμένη στην αφήγησή της. Στην πρώτη της παύση, την ρωτώ. Τι είναι, επιτέλους, αυτό το πράγμα; «Να κάνεις πράγματα με τα χέρια σου, αυτό είναι μεράκι. Και να ξεχνάς τον χρόνο. Να τον νικάς για λίγο. Γι’ αυτό μου αρέσει και να τυπώνω στον θάλαμο. Εκεί σταματά ο χρόνος και εσύ αρχίζεις να σκέφτεσαι. Την ώρα που τύπωνα μια φωτογραφία, ξαναζούσα και ξανασκεφτόμουν την συνθήκη που έζησα όταν την τράβαγα. Μαζί με ένα ποτάκι συνήθως ή και λίγη μουσική… Οι χρόνοι έχουν αλλάξει, πια, στις δουλειές. Όταν πρέπει να παραδώσεις κάτι μέσα σε λίγες μέρες, δεν προλαβαίνει να περάσει μέσα σου όπως του αξίζει, όπως σου αξίζει. Γι’ αυτό, τώρα, μου αρέσει να κάνω θέματα τα οποία ζω, όπως βιβλία. Λιγότερες αποστολές, πια».

Φωτ.: Αλεξάνδρα Ρίμπα / Olafaq

Ακόμα και τα χρόνια των αποστολών, τις δεκαετίες του ‘90 και του 2000, η Πέπη Λουλακάκη προσπαθούσε να επιλέγει τις δουλειές της. Πρότεινε θέματα, τόπους, ανθρώπους και πήγαινε-οι προτάσεις της δεν γίνονταν πάντα και ανεξαιρέτως αποδεκτές, όμως όταν γίνονταν αυτό την έκανε χαρούμενη, της έδινε ώθηση. Δύσκολες αποστολές, απαιτητικές, όπως αυτήν στην Θράκη (που δεν ήταν σε συνεργασία με κάποια εφημερίδα) ή αυτή στην Ρουμανία (αυτή ήταν για εφημερίδα) με τα άστεγα παιδιά που ζούσαν υπογείως, μαζί με την Έλενα Μοσχίδη, ή τα ταξίδια στην Τουρκία, όπου η Λουλακάκη έφτασε να φωτογραφίσει μέχρι και τους Γκρίζους Λύκους-ένα ρεπορτάζ που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, τελικά.

«Κάποια στιγμή, κατάλαβα ότι οι αρχισυντάκτες στα έντυπα είχαν καταλάβει το στιλ μου και τι μου αρέσει και με ρωτούσαν. Αυτό για να το καταφέρεις, δεν είναι εύκολο ή απλό. Χρειάζεται επιμονή και, φυσικά, η εμπέδωση της γνώσης ότι πιθανώς θα χάσεις χρήματα. Μετά, βγάζεις βέβαια. Αλλά θέλει τόλμη για να διαμορφώσεις στιλ. Το δικό σου στιλ», λέει η Πέπη Λουλακάκη.

Από τα 18 της ξεκίνησε να σκάβει τον δρόμο της. Θα μπορούσε να σπουδάσει κάτι άλλο, αλλά οτιδήποτε εκτός της φωτογραφίας δεν της φαινόταν ενδιαφέρον. Στο σήμερα, εκτιμά ότι χάρη στην φωτογραφία απέκτησε πρόσβαση σε φέτες ζωής στις οποίες δεν θα είχε σε καμία άλλη περίπτωση. «Γνώρισα καλλιτέχνες, νομπελίστες, ακαδημαϊκούς, περιθωριακούς, γνώρισα την ζωή, τον δρόμο. Ήθελα να γνωρίσω τις αντιθέσεις της και να μην μπω σε κανένα κουτάκι. Αφιέρωσα την ζωή μου στην φωτογραφία, ανά περιόδους είχα πολύ λίγο χρόνο, αλλά έκανα και φίλους μέσα από αυτό, συνομίλησα με άτομα που θαύμαζα, είμαι ευγνώμων.»

 

Ο Τούρκος φωτογράφος Αρά Γκιουλέρ από τον φακό της Πέπης Λουλακάκη.

Ομολογεί ότι, τελικά, πίσω και πέρα από αυτήν την δηλωμένη ανάγκη της να γνωρίσει την ζωή και τους ανθρώπους μπορεί και να βρίσκεται μια ανάγκη βαθιά να γνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό, να κάνει με αυτόν τον τρόπο μια προσωπική ενδοσκόπηση. Φυλάει μέσα της στιγμές αξεπέραστες, όπως τότε στην Ρουμανία που είχε την Λάικά της (σ.σ: φωτογραφική μηχανή) να χάσκει στο σκοτάδι των υπονόμων, όπου άστεγα παιδιά και έφηβοι είχαν φτιάξει τις δικές τους υπόγειες «φαβέλες». Μες στην άβυσσο, κάποια στιγμή είδε τα μάτια ενός παιδιού να αστράφτουν. Δεν μπορεί να το ξεχάσει αυτό το βλέμμα, πώς να μπορέσει; Το θέμα αυτό είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή και είχε κάνει πολλή αίσθηση.

Εκτός από την Καθημερινή, η Πέπη Λουλακάκη έχει δώσει καντάρια δουλειάς της στο Έψιλον, με αρκετές αποστολές στην Τουρκία, αλλά και φωτορεπορτάζ από τον Ελαιώνα, από «δύσκολες» περιοχές, με κοινωνικό προβληματισμό, με την έγνοια να βγουν στο φως ζωές λιγότερο προνομιούχων συνανθρώπων της, μπας και κάτι, κάποιος ταρακουνηθεί. Όμως, έχει φωτογραφίσει και καλλιτέχνες, πολλούς καλλιτέχνες, έχοντας δουλέψει για αρκετά χρόνια και για το περιοδικό ΜΕΤΡΟ του Σωκράτη Τσιχλιά και νιώθοντας οικογένεια. Μετά, πέρασε στο Κ της Καθημερινής «μια συνεργασία καταπληκτική γιατί, δημοσιογραφικά, βρισκόταν στην καρδιά της κοινωνίας».

 

Παύλος Παυλίδης και Πέπη Λουλακάκη

Γνώρισε και έγινε, με αυτόν τον τρόπο, φίλη με αρκετούς μουσικούς, μάλιστα άρχισε εκείνη την περίοδο που δούλευε για το μουσικό περιοδικό να ακούει, για πρώτη φορά στην ζωή της, ελληνική μουσική επισταμένα.

«Έχω να θυμάμαι τον Αλκίνοο, τον Σωκράτη Μάλαμα, τον Φοίβο, τον Αγγελάκα, τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, τον Παύλο Παυλίδη που μου έπαιζε στην κιθάρα του το ‘Λιωμένο Παγωτό’-έτσι το πρωτάκουσα, μπορείς να το φανταστείς; Μετά, τα άκουγα στις συναυλίες και δεν το πίστευα. Οι συγκεκριμένοι μουσικοί δεν έβγαιναν τόσο πολύ τότε στα media, ήταν πολύ εσωτερικοί, πηγαίοι, τους θαύμαζα και τους θαυμάζω.

»Το αγαπημένο μου πράγμα που άκουγα όταν φωτογράφιζα συγγραφείς, ας πούμε, ή ηθοποιούς ήταν ότι κατάφερνα, κατά την άποψή τους, να πιάσω την χαρακτηριστική τους κίνηση, αυτήν που τους εκφράζει. Έχω πει σε γνωστούς ηθοποιούς ότι δεν μπορώ να τους φωτογραφίσω και ότι θα έρθω κάποια άλλη φορά, γιατί ήταν στημένοι, πόζαραν. Αυτό το βίωσα με τη Βάνα Μπάρμπα. Η φωτογραφία, ιδίως το πορτρέτο που αγαπάω πολύ, είναι μια συνομιλία και όταν ο ένας από τους δύο συνομιλητές δεν είναι ειλικρινής, κάτι δεν λειτουργεί. Το χειρότερό μου ήταν και ίσως είναι οι πολιτικοί. Αυτό που πληρώνει καλύτερα από όλα τα πορτρέτα μού φαίνεται και το πιο δύσκολο. Μου ζητούσαν να τους δώσω ένα ύφος πιο φρέσκο, πιο ροκ, πιο χαλαρό. Σε πληροφορώ ότι οι πολιτικοί δεν χαλαρώναν με τίποτα. Είναι καλύτεροι ηθοποιοί από τους ηθοποιούς! Ας πούμε ο Γιώργος Παπανδρέου δυσκολεύτηκε πολύ να λυθεί και να βγει φυσικός, είχα δυσκολευτεί μαζί του».

Φωτ.: Αλεξάνδρα Ρίμπα / Olafaq

Η Πέπη Λουλακάκη πιστεύει ότι η φωτογραφία σου δίνει αυτό που δεν μπορείς να περιγράψεις.

Συμφωνεί ότι έχει πολλά κοινά με την μουσική: είναι μια κοινή γλώσσα. «Δεν μπορώ να ξεχωρίσω εύκολα την φωτογραφία με την μουσική και αν οι φωτογραφίες μου ήταν μουσική θα ήταν μάλλον jazz.»

Ένα άστεγο αγόρι που ζει στις υπόγειες «φαβέλες» στην Ρουμανία.

Μερικά τσιγάρα και έναν καφέ μαζί της αργότερα, τείνω να συμφωνήσω. Μου στέλνει υλικό της, κοιτάζω τα πορτρέτα της, θαυμάζω, χάνομαι. Περιμένω με ανυπομονησία την έκδοσή της με τους μουσικούς. Και, χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω, όνειρα να συνεργαστώ μαζί της, ως δημοσιογράφος ή γραφιάς, υφαίνονται μες στο κεφάλι μου.

Χαιρετιόμαστε στην Κυψέλη, ο ήλιος καίει. Λίγες μέρες μετά, απομαγνητοφωνώ την κουβέντα μας κι ένα χαμόγελο με κυβερνά καθώς γράφω.

Άραγε, κάτι τέτοιο, θα την ενδιέφερε την Πέπη να το φωτογραφίσει;