Κατά τον Μεσαίωνα υπήρχε ο θεσμός του γελωτοποιού του βασιλιά. Ο γελωτοποιός λοιπόν απολάμβανε την εύνοια του βασιλιά και των αυλικών του και μπορούσε να κάνει τα πάντα. Να λέει αστεία, να χοροπηδά, να μιμείται, να τσιμπά τα μάγουλα τους, να κάνει κωλοτούμπες. Ήταν ο επίσημος διασκεδαστής των ανακτόρων. Έλεγε αστεία εναντίον των ισχυρών και ενίοτε εναντίον του ιδίου, παραβιάζοντας τον γενικό κανόνα που θεωρούσε έγκλημα την προσβολή του βασιλιά. Όλοι ήξεραν βέβαια ότι αυτό γινόταν με ασυλία και ότι αν το παράκανε μπορεί να έχανε το κεφάλι του, αλλά εξακολουθούσε να ισχύει ότι αυτοί οι περίεργοι παλιάτσοι εκτόξευαν προσβολές ενάντια στην εξουσία. Ήταν με άλλα λόγια, ένας ελεύθερος φυλακισμένος που προκαλούσε γέλιο και στο τέλος εξασφάλιζαν ένα πιάτο φαΐ.

Αναλογικά το ίδιο ισχύει και σήμερα. Ο θεσμός του γελωτοποιού έχει αντικατασταθεί από αυτόν του χαμερπή. Το ελληνικό κράτος σήμερα έχει πάμπολλους σαλτιμπάγκους. Διανοούμενοι που κάνουν τουμπεκί, καλλιτέχνες που διατηρούν μια ουδετερότητα διατηρώντας «ίσες αποστάσεις», ηθοποιοί που παίζουν έτσι ώστε να μη θίγουν τα «κακώς κείμενα», τραγουδιστές που εμφανίζονται μπροστά στον βασιλιά και του λένε πόσο ωραίος είναι, του αφιερώνουν υμνητικές μαντινάδες και του τραγουδάνε. Γλοιώδεις κόλακες, που η επαφή τους με την τέχνη χάνεται κάπου στα βάθη του ένδοξου -ανεξαρτήτου κομματικής κατεύθυνσης- παρελθόντος τους. Αντί για γέλιο προκαλούν οίκτο και αηδία. Οι γελωτοποιοί του σήμερα μάς εμποδίζουν να δούμε καθαρότερα, αποσιωποιώντας την πολιτική χυδαιότητα των αφεντάδων τους.

Αυτές τις μέρες πολλά έχουν γραφτεί για την απόφαση της Άλκηστις Πρωτοψάλτη να φωτογραφηθεί -έχοντας εις γνώσιν τις χυδαίες πεποιθήσεις του, συμπεριλαμβανομένων της ρητορικής μίσους και τις πολύ πρόσφατες ομοφοβικές του δηλώσεις-  με τον Δήμαρχο Βόλου, Αχιλλέα Μπέου.

Ας ανατρέξουμε όμως σε κάποιες «κορυφαίες» επιλογές της ερμηνεύτριας μέσα στα χρόνια: «Είναι ωραίο να έχεις το δικό σου σπίτι», διαλαλούσε η τράπεζα και έβγαινε η Άλκηστις να το τραγουδήσει στο μπαλκόνι, όταν οι τράπεζες έκαναν απανωτές κατασχέσεις στα σπίτια των Ελλήνων. Έβγαλε μάλιστα τότε και cd που δεν μπορούσες να το αγοράσεις αλλά το έπαιρνες μόνο από τα τραπεζικά υποκαταστήματα της Millenium. Ας θυμηθούμε την περίοδο της πανδημίας όταν ο Δήμαρχος Αθηναίων, Κώστας Μπακογιάννης, την έβαλε σε μια καρότσα φορτηγού να γυρνάει στους δρόμους και να τραγουδάει «να μπορούσα στα σύννεφα να’ χα εγώ βενζινάδικο», με εικόνες να κάνουν το γύρω του διαδικτύου έξω από το Μαξίμου, με όλους δίπλα δίπλα, χωρίς κανένα μέτρο προστασίας, χωρίς μάσκες χωρίς τίποτα, την ώρα που οι απλοί πολίτες εκβιάζονταν με «παχουλά» (excuse my political incorrectness) πρόστιμα για να μείνουν στο σπίτι, κράζοντας όσους πηγαίνουν μία βόλτα στο Φλοίσβο, παίζοντας με την απομόνωση και την φτώχεια των ανθρώπων.

Πριν λίγο καιρό, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη αφαίρεσε τη λέξη «χοντρή» από το γνωστό τραγούδι “Πάμε στον Άδωνι για καφέ”, καταδικάζοντας με αυτόν τον τρόπο το bodyshaming και αμέσως μετά, σε ένα weird flex, όχι μόνο αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόσκληση του Αχιλλέα Μπέου να τραγουδήσει στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης, αλλά και να φωτογραφηθεί στο πλευρό του. Ποιου; Toy Αχιλλέα Μπέου, του ανθρώπου που πριν λίγους μήνες νωρίτερα, κατά την κακοκαιρία Daniel, επιτέθηκε στον συνάδελφό της, Αλκίνοο Ιωαννίδη, τραμπούκισε και ξυλοφόρτωσε πλημμυροπαθή πολίτη και επικαλούμενος την ελευθερία του λόγου έβγαλε όλο τον ρατσιστικό και ομοφοβικό οχετό του δημόσια και επιδόθηκε σε μια άγρια λεκτική επίθεση κατά των δημοσιογράφων. Το ελάχιστο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η απόφασή της αυτή, είναι μια ύψιστη πράξη υποκρισίας.

Πάντα μέσα στην επικαιρότητα η αγαπημένη Άλκηστις Πρωτοψάλτη, που τα τραγούδια της έχουν συνδεθεί περισσότερο με αυτή την της Πασοκική αισθητική των νεόπλουτων και των φοιτητοπατέρων στις σχολές που τα «τσεπώνουν» από βραδιές ρεμπετοαναβίωσης σε μαγαζιά και ταξίδια στην Αράχοβα -ένα πρώτο σχολείο για μίζες και το «πελατειακό» κράτος του οποίου κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται να αποτελέσουν “στελέχια” στο μέλλον. Ένα μουσικό soundtrack που περισσότερο χρησίμευε για να συνοδεύει τα μεγάλα μεσοαστικά φαγοπότια.

Ο δήμαρχος, Αχιλλέας Μπέος, έκανε μία ανάρτηση στο Facebook για να ευχαριστήσει τη γνωστή ερμηνεύτρια, γράφοντας: «Μια μεγάλη φωνή, μια εξαιρετική καλλιτέχνιδα, την Άλκηστις Πρωτοψάλτη, με την οποία έχουμε μια γνωριμία που την χαρακτηρίζουν αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμός από τα χρόνια της συνεργασίας μας στο Ρόδον, είχα την χαρά να απολαύσω απόψε μαζί με εκατοντάδες Βολιώτες, στο κόσμημα της πόλης μας, το Δημοτικό μας Θέατρο».


Σε ένα παράλληλο σύμπαν, ο ΛΕΞ και το team του, την περασμένη Δευτέρα ολοκλήρωσαν το tour τους, δίνοντας μια συναυλία στις φυλακές Κορυδαλλού, μακριά από τα φώτα και τις «σπουδαίες ανταμοιβές», στην πιο σκοτεινή,  παγωμένη και ξεχασμένη γωνία αυτής της πόλης.

Το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αβίαστα: Σε ποιον επιλέγει ο κάθε καλλιτέχνης να δώσει «φωνή» και σε ποια ζητήματα επιλέγει να ρίξει φως; Όχι ως γελωτοποιός, αλλά ως μηχανισμός διακίνησης ιδεών ή προώθησης μαζικών γεγονότων.

Aκούγοντας τα τραγούδια του, ο ΛΕΞ περιγράφει τη ρευστότητα της εποχής μας. Στίχοι για την κοινωνική και οικονομική ανισότητα. Μιλά και αντιπροσωπεύει αυτή τη γενιά της φτώχειας και της εξαθλίωσης, που βάλλεται ποικιλοτρόπως – και αν έχει να αποδείξει κάτι η 20χρονη πορεία του, είναι ακριβώς αυτή του η συνέπεια.

Παρατηρώντας τα όλα αυτά, ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του Χέγκελ, που έλεγε ότι μια ιστορική εποχή είναι ένα Zeitgeist, ένα «πνεύμα των καιρών». Ο όρος αναφέρεται στο γενικό πολιτιστικό, πνευματικό, ηθικό, και πολιτικό κλίμα μέσα σε ένα έθνος, μία χώρα, μία εποχή δίνοντας στοιχεία για την γενική ατμόσφαιρα, τα ήθη, και την κοινωνικοπολιτιστική κατεύθυνση μιας εποχής. Εάν λοιπόν οι καλλιτέχνες είναι διαμεσολαβητές, κάτι σαν ψυχοπομποί αυτού του Zeitgeist, η Άλκηστις έγινε τόσο επιτυχημένη όσο έγινε, επειδή ακριβώς αποτελεί ένα σημαντικό καλλιτεχνικό μέρος του Zeitgeist, δηλαδή μία αποτυχημένη έκφραση της εμπειρίας του προλετάριου στην Ελλάδα της κρίσης, της πανδημίας και της φτώχιας αντίστοιχα. Τόσο ο Λεξ, όσο και η Άλκηστις είναι εκφράσεις του πνεύματος της εποχής, και κατά συνέπεια, ο καθένας από εμάς, μπορεί να επιλέξει το πνευματικό, πολιτικό και ηθικό κλίμα που τον εκφράζει.

Δείτε επίσης: Μια Ελλάδα για τον (Μ)πέο