Το Παγκόσμιο Κύπελλο που συνδιοργανώνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς και το Μεξικό θα έπρεπε να λειτουργεί ως γιορτή της παγκόσμιας συνάντησης. Μια διοργάνωση που ενώνει λαούς, μετακινεί πλήθη, γεννά μνήμες, χτίζει εικόνες που μένουν για δεκαετίες. Φέτος όμως, πίσω από τα φώτα, τα τηλεοπτικά συμβόλαια και τις δηλώσεις περί “παγκόσμιας κοινότητας” συναντάμε μια σκοτεινή αλήθεια. Η διοργανώτρια υπερδύναμη σηκώνει τείχη ακριβώς τη στιγμή που υποτίθεται πως ανοίγει πύλες. Μπορεί αυτό να είναι ένα “καλό” Μουντιάλ;
Η πιο σκληρή αντίφαση αποτυπώνεται στην περίπτωση της Αϊτής. Η εθνική της ομάδα επιστρέφει σε Μουντιάλ ύστερα από μισό αιώνα. Για μια χώρα που κουβαλά σεισμούς, φτώχεια, πολιτική αστάθεια, βία συμμοριών και διαρκή ιστορική ταπείνωση, αυτή η πρόκριση μοιάζει μικρό θαύμα. Για τους παίκτες, τους συγγενείς τους και τον λαό της Αϊτής αυτή η συμμετοχή θα μπορούσε να γίνει μια σπάνια στιγμή συλλογικής υπερηφάνειας. Μόνο που το ποδόσφαιρο φτάνει στις Ηνωμένες Πολιτείες την ίδια στιγμή που οι Αϊτινοί αποκλείονται από τουριστικές βίζες.
Κάπου εδώ αρχίζει η γελοιότητα του πράγματος. Η FIFA μιλά διαρκώς για ισότητα, κατάργηση των διακρίσεων, πρόσβαση όλων. Η Ουάσιγκτον μιλά για ασφάλεια, σύνορα, έλεγχο, εθνική προτεραιότητα. Στη μέση μένουν οι άνθρωποι. Οι οικογένειες των παικτών, οι φίλοι, οι οπαδοί, όσοι περίμεναν μια ζωή να δουν τη σημαία τους σε Μουντιάλ. Οι παίκτες μπορούν να μπουν, οι πολλοί κοντινοί συγγενείς ίσως περάσουν, οι υπόλοιποι μένουν έξω από το κάδρο. Η εικόνα είναι κυνική, το προϊόν επιτρέπεται, ωστόσο η κοινότητα αποκλείεται και πρέπει να το δουν από χιλιόμετρα μακριά σε τηλεοράσεις.
Αυτό το Μουντιάλ αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια σκληρή μεταναστευτική γραμμή. Αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η παγκοσμιοποίηση λειτουργεί επιλεκτικά. Το κεφάλαιο ταξιδεύει ελεύθερα. Οι χορηγοί, οι παράγοντες, τα brands, τα τηλεοπτικά δίκτυα περνούν σύνορα με συνοπτικές διαδικασίες. Ο φίλαθλος από την Αϊτή, τη Σενεγάλη, το Πράσινο Ακρωτήρι ή την Ακτή Ελεφαντοστού αντιμετωπίζεται ως ύποπτος. Η ποδοσφαιρική αγορά τον χρειάζεται ως συναίσθημα, ως εικόνα, ως κοινό θέαμα, το αμερικανικό κράτος τον διαβάζει ως απειλή.
Η περίπτωση του Ιράν οδηγεί την αντίφαση σε ακόμη πιο σκοτεινό έδαφος. Εκεί πια το ζήτημα ξεφεύγει από τη βίζα και αγγίζει την ίδια τη σωματική ασφάλεια. Παίκτες μιας χώρας που ζει σε συνθήκη πολέμου και ανοιχτής εχθρότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να αγωνιστούν σε αμερικανικό έδαφος, ενώ η ίδια η αμερικανική ηγεσία εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα για το κατά πόσο η παρουσία τους κρίνεται “κατάλληλη»”. Στο ίδιο τουρνουά όπου οι χορηγοί θα επενδύσουν σε συναισθήματα ενότητας, οι αθλητές θα πατούν το γήπεδο με το βάρος της γεωπολιτικής πάνω στο σώμα τους.
Το πρόβλημα βέβαια ξεπερνά τις τέσσερις χώρες που πλήττονται πιο άμεσα. Οι περιορισμοί, τα αυξημένα ποσά εγγυήσεων, οι αυθαίρετες απορρίψεις, η διάχυτη αβεβαιότητα αγγίζουν δεκάδες χώρες που θα στείλουν ομάδες στο Μουντιάλ. Ομοσπονδίες τρέχουν μήνες πριν για χαρτιά, λίστες, διαβεβαιώσεις. Ποδοσφαιριστές πιέζονται να δηλώσουν συγγενείς πριν καν εξασφαλίσουν θέση στην τελική αποστολή. Ολόκληρος ο θεσμός της συμμετοχής μετατρέπεται σε διοικητικό λαβύρινθο με τον Τραμπ να κρατά το κλειδί της εξόδου.
Πολλοί από όσους μιλούν γύρω από το θέμα και διατηρούν επιφυλάξεις το κάνουν ψιθυριστά. Ποδοσφαιριστές, ατζέντηδες, στελέχη ομοσπονδιών, φίλαθλοι. Όλοι ξέρουν πως μια λάθος φράση ίσως στοιχίσει σε μια αίτηση, σε ένα ταξίδι, σε μια πρόσκληση, ακόμα και την καριέρα τους αν είναι στα πρώτα βήματα. Ο φόβος λειτουργεί ήδη πριν ακόμη παιχτεί μπάλα, η διοργάνωση έχει παραδώσει μάθημα πειθάρχησης.
Μέσα σε αυτή τη σκιά οι ίδιες οι ιστορίες των ποδοσφαιριστών φωτίζουν κάτι αληθινό. Νέοι άνδρες που μεγάλωσαν μακριά από τις πατρίδες των γονιών τους, που κράτησαν επαφή με συγγενείς μέσα από τηλεφωνήματα, που βρήκαν στο ποδόσφαιρο μια γλώσσα επιστροφής. Για αυτούς το Μουντιάλ σημαίνει κάτι παραπάνω από καριέρα. Είναι το ύψιστο δικαίωμα στην εκπροσώπηση. Επιβεβαιώνει το γεγονός ότι μια χώρα χτυπημένη μπορεί για λίγο να σηκώσει κεφάλι. Όταν λοιπόν ο παίκτης της Αϊτής βγαίνει στο γήπεδο και ξέρει πως οι παιδικοί του φίλοι μένουν αποκλεισμένοι από την κερκίδα λόγω διαβατηρίου, η διοργάνωση χάνει το ηθικό της κέντρο και τον παλμό που μας έμαθε το ποδόσφαιρο ως βασιλιάς των σπορ στις κερκίδες.
Η FIFA φέρει τεράστια ευθύνη. Είχε προειδοποιήσεις από το 2017, γνώριζε τις πολιτικές Τραμπ. Ήξερε καλά ότι οι όροι πρόσβασης θα μπορούσαν να συγκρουστούν με τις διακηρύξεις της. Παρ’ όλα αυτά, προχώρησε. Το θέαμα και το “business plan” μέτρησαν περισσότερο από την αρχή της ισότιμης συμμετοχής. Ο Ινφαντίνο φωτογραφήθηκε, χαμογέλασε, τίμησε, καθησύχασε. Αυτή η στάση μοιάζει περισσότερο με υποταγή παρά με διοίκηση ενός διεθνούς αθλητικού οργανισμού.
Το Μουντιάλ του 2026 ίσως προσφέρει σπουδαίους αγώνες. Ίσως γεννήσει μεγάλες ιστορίες μέσα στο χορτάρι. Ίσως χαρίσει εικόνες που θα μείνουν. Θα κουβαλά όμως και μια μόνιμη κηλίδα. Θα θυμίζει πως το ποδόσφαιρο λατρεύει να μιλά για λαούς, αρκεί οι λαοί να μην περνούν όλοι την ίδια πύλη.
Στο τέλος τι αξία έχει μια παγκόσμια διοργάνωση όταν ο κόσμος μπαίνει μέσα με διαβατήριο δύο ταχυτήτων; Όσο η απάντηση εξαρτάται από τις διαθέσεις του Λευκού Οίκου, αυτή η γιορτή θα μοιάζει λιγότερο με άθλημα και περισσότερο με πολιτική επίδειξη ισχύος.
*Mε στοιχεία από το New Yorker
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram





