Φέτος η γκρίνια άρχισε νωρίς. Με τους Metallica. «Καλά είδες ποιοι πήγαν; Μέχρι και ο Μιχάλης που ακούει Κιάμο. Ρε συ τι μου λες τώρα; Πέρυσι στους Green Day πήγε η Μαρία. Ζήτημα να ξέρει δύο τραγούδια. Για να μην μιλήσω για τους Coldplay».
Κάθε καλοκαίρι, μαζί με τα κουνούπια, τα καρπούζια και τις πυρκαγιές εμφανίζεται το ένα και μοναδικό φαινόμενο: ο φρουρός της αυθεντικής συναυλιακής πίστης. Είναι εκείνος που δεν πάει απλώς σε μια συναυλία∙ σε υποβάλλει σε εξετάσεις ιδεολογικής καθαρότητας. Δεν ακούει απλώς μουσική. Επιτηρεί ακροατές. Στέκεται με ύφος ανθρώπου που κουβαλά ιστορική ευθύνη και κοιτά το πλήθος καχύποπτα. «Αυτοί, αν τους ζητήσεις τους τίτλους τριών κομματιών, δεν ξέρουν να πουν». Και αυτό το λέει με τον πόνο του ανθρώπου που είδε το αγαπημένο του συγκρότημα να πέφτει στα χέρια της κοινωνίας, με βλέμμα τελωνειακού υπαλλήλου που ελέγχει διαβατήρια μουσικής επάρκειας. Προδίδεται ο πολιτισμός μπροστά στα μάτια του. «Αξίζουν τούτοι οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τη δεύτερη πλευρά του τρίτου δίσκου του 1998 αυτή την μουσική;»
Θλίβονται κι αγανακτούν βαθιά οι φρουροί των συναυλιών. Οι παλιοί αριστοκράτες. Αυτοί που ανακάλυψαν την μπάντα στα 80s σε ένα υπόγειο στα Εξάρχεια. Γιατί κάποτε η μουσική ήταν υπόγεια υπόθεση. Έπρεπε να ψάξεις δισκάδικο, να γράψεις κασέτες, να ξενυχτήσεις πάνω από στίχους που δεν καταλάβαινες καλά και τώρα έγινε λαϊκό προϊόν προς κατανάλωση από όλες τις “τάξεις”. Τώρα το ίδιο τραγούδι που πάσχισες για να καταλάβεις παίζει σε βίντεο και διαφημίσεις, συνταγές, beach bar, stories με σκυλάκια κι ηλιοβασιλέματα και reels ανθρώπων που χορεύουν χωρίς να έχουν περάσει ποτέ υπαρξιακή κρίση με ακουστικά. Που είσαι ρε Kurt Cobain να παίξεις το “In Bloom”;
Μετά την “αριστοκρατική τάξη” έρχονται οι κανονικοί-υποφερτοί fans, που ξέρουν δισκογραφία και στίχους. Περνάνε τις εξετάσεις. Πιο κάτω βρίσκονται οι άνθρωποι που ήρθαν, επειδή τους παρέσυρε η παρέα. Και στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας της βραδιάς βρίσκονται όσοι ξέρουν μόνο το τραγούδι που έγινε viral στο TikTok. Που είναι εδώ για το singalong και το hype. Που βλέπουν mosh pit κι ανατριχιάζουν. Αυτοί είναι οι εισβολείς. “Kill The Poor” από Dead Kennedy’s βάλ’τους να δούμε αν πιάνουν το υπονοούμενο.
Στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι κάποτε όλοι υπήρξαμε “άσχετοι”. Έστω για μια συναυλία. Κανείς δεν γεννήθηκε γνωρίζοντας ολόκληρη τη δισκογραφία ενός συγκροτήματος. Κάποτε όλοι πήγαμε σε μια συναυλία, επειδή μας άρεσαν δυο τραγούδια, επειδή μας τράβηξαν οι φίλοι, επειδή θα πήγαινε και ο Μήτσος, ο ξάδερφος της Μαρίας ή επειδή βρήκαμε φθηνό εισιτήριο. Πέρασαν λίγα χρόνια κι αποκτήσαμε ξαφνικά το δικαίωμα να εξετάζουμε τους νεότερους. Ένας κύκλος μύησης σχεδόν θρησκευτικός. Πρώτα μπαίνεις αθώος, μετά μαθαίνεις τα κομμάτια και στο τέλος γίνεσαι ο αυστηρός ιερέας που καταγγέλλει την “παρακμή”.
Kαι το διαδίκτυο σε ρόλο ενισχυτή. Παλιά ο εκνευρισμένος fan θα γκρίνιαζε σε δυο φίλους μετά τη συναυλία και θα τελείωνε εκεί η ιστορία. Σήμερα επιστρέφει σπίτι και γράφει δημόσια διακήρυξη. “Απαράδεκτο κοινό”, “δεν σεβάστηκαν τον καλλιτέχνη”, “όλοι εκεί μόνο για stories. Το κείμενο συνοδεύεται συνήθως από μια θολή φωτογραφία της σκηνής και μια διάθεση πολιτισμικής καταστροφής. Αν τον διαβάσεις χωρίς συμφραζόμενα, νομίζεις ότι περιγράφει την πτώση της Ρώμης και όχι μια συναυλία Τετάρτη βράδυ στο ΟΑΚΑ. Μπορεί να παίζει πίσω του το “Blank Generation” του Richard Hell, κάθετο punk σχόλιο πάνω στην ταυτότητα, την αποξένωση και τη μαζική κουλτούρα.
Βαθιά η αγανάκτηση: «Ήρθαν όλοι οι άσχετοι». Λες και η συναυλία είναι μυστική τελετή και όχι δημόσιο γεγονός με εισιτήριο, χορηγό μπύρας και ουρά για ποτό. Το αστείο, επίσης, είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που γκρινιάζουν επειδή «τους έμαθε ο πολύς κόσμος», είναι συχνά εκείνοι που κάποτε παρακαλούσαν να αναγνωριστεί επιτέλους η μπάντα τους. Να γεμίσει χώρους, να μην παίζει σε μπαρ με δεκαεπτά άτομα και έναν μπάρμαν που σφουγγαρίζει. Ως ένα σημείο βέβαια. Όχι να φτάνεις να μοιράζεσαι την επιτυχία της μπάντας σου με ανθρώπους που φοράνε λινό παντελόνι, κλώστινο πουλοβεράκι στους ώμους, παρουσιάστριες πρωινών εκπομπών και κορίτσια με coffin nails και extensions που ξέρουν μόνο το ρεφρέν. Ντροπή.
Και ψάχνω λίγη παρηγοριά. Μήπως υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σ’ αυτή τη γκρίνια, σκέφτομαι. Ο καθένας θέλει να νιώθει ότι ανήκει κάπου πιο “αληθινά” από τους άλλους. Ότι η δική του αγάπη είναι πιο αυθεντική, πιο παλιά, πιο δικαιωματική. Μήπως γι’ αυτό στις συναυλίες μετράμε ποιος «ήταν εκεί από παλιά». Και ίσως το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά σχετίζεται στην πραγματικότητα με έναν ευρύτερο μηχανισμό κοινωνικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι συχνά νιώθουν ότι η βαθιά γνώση ενός καλλιτέχνη, μιας ομάδας ή ενός πολιτισμικού προϊόντος τούς προσφέρει μια θέση ιδιαίτερη. Όταν κάποιος έχει ακούσει όλους τους δίσκους ενός συγκροτήματος, γνωρίζει στίχους, τη σπάνια ηχογράφηση, τα hidden tracks, συνεντεύξεις και ιστορία δεκαετιών, αισθάνεται ότι έχει επενδύσει χρόνο και συναίσθημα. Έτσι, όταν βλέπει δίπλα του ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο το πιο viral τραγούδι από το TikTok ή που ήρθαν “για την εμπειρία”, συχνά αντιδρά σαν να απειλείται η δική του σχέση με τη μουσική.
Η αντίδραση αυτή ενισχύεται από την κουλτούρα της αυθεντικότητας. Ειδικά στις νεότερες γενιές, υπάρχει έντονη ανάγκη να ξεχωρίζει κάποιος ως “πραγματικός fan”. Το να γνωρίζεις b-sides, παλιές εμφανίσεις ή ακυκλοφόρητα κομμάτια λειτουργεί σχεδόν σαν πολιτισμικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, η γνώση γίνεται τρόπος κοινωνικής διάκρισης. Όταν όμως μια συναυλία γίνεται δημοφιλής και προσελκύει πολύ ευρύτερο κοινό, αυτό το αίσθημα αποκλειστικότητας χάνεται. Ορισμένοι βιώνουν τη μαζικότητα σαν υποβάθμιση της εμπειρίας τους.
Τα social media έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη. Παλαιότερα, η συναυλία ήταν κυρίως μια προσωπική ή συλλογική μουσική εμπειρία. Σήμερα αποτελεί κοινωνικό γεγονός με ψηφιακή προέκταση. Πολλοί επιλέγουν να πάνε σε μια μεγάλη συναυλία επειδή «πρέπει να είναι εκεί», επειδή όλοι μιλούν γι’ αυτή ή επειδή θέλουν να συμμετέχουν σε ένα δημοφιλές πολιτισμικό γεγονός. Αυτό συχνά ενοχλεί όσους βλέπουν τη μουσική με τρόπο “ιερό”. Η εικόνα ανθρώπων που τραβούν βίντεο χωρίς να ξέρουν τους στίχους ή που μιλούν κατά τη διάρκεια λιγότερο γνωστών τραγουδιών δημιουργεί την αίσθηση ότι χάνεται η ουσία.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ορισμένες συμπεριφορές πράγματι επηρεάζουν αρνητικά μια συναυλία. Η υπερβολική χρήση κινητών, η συνεχής ομιλία, η αδιαφορία για το live κομμάτι της εμπειρίας ή η αντιμετώπιση της συναυλίας αποκλειστικά ως σκηνικού για φωτογραφίες μπορούν να κουράσουν όσους έχουν έρθει κυρίως για τη μουσική. Σε αυτή την περίπτωση ωστόσο, να σημειωθεί ότι η ενόχληση δεν αφορά τόσο την γνώση του καλλιτέχνη, όσο τον σεβασμό προς την εμπειρία των υπολοίπων. Κι εκεί ανοίγει μια τεράστια συζήτηση για τον πολιτισμό, την παιδεία, τις ηθικές αξίες σε κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας, τον τρόπο που οι άνθρωποι χτίζουν ταυτότητα μέσα από τη μουσική.
Θα μείνω στο τρίπτυχο κι ας σε απογοητεύσω:
• Οι καλλιτέχνες επιθυμούν να αποκτούν νέο κοινό.
• Οι συναυλίες δεν είναι εξετάσεις μουσικής γνώσης, αλλά ανοιχτή πολιτιστική εμπειρία.
• Η τέχνη δεν είναι κλειστή λέσχη, αλλά μέσο επικοινωνίας και συλλογικότητας.
Πριν ξεκινήσεις για οποιαδήποτε συναυλία ή φεστιβάλ αυτό το καλοκαίρι έχε στον νου σου ότι θα συνυπάρξεις για λίγες ώρες κάτω από τα ίδια φώτα και τον ίδιο ουρανό με ανθρώπους διαφορετικούς από εσένα. Με διαφορετικές γνώσεις, κίνητρα και σχέσεις με τη μουσική. Όπως σε μια ταβέρνα που τρέχουν γύρω σου και κυνηγούν τις γάτες τα παιδιά των διπλανών σου -εσύ δεν ήθελες ποτέ παιδιά- και δεκάρα δεν δίνουν για το πιο νόστιμο ribeye της πόλης. Ή σε μια παραλία ο σκύλος κάποιου άλλου αράζει στην πετσέτα σου ή κάποιος θριαμβολογεί πίσω σου για το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, ενώ εσύ θες να αλλάξεις χώρα και όλη την Γη. Στο μπαρ της γειτονιάς σου αυτός που ελαφρά σε σπρώχνει συνεχώς και τι να λέει που ακούει Zounds – δεν ξέρει – το θέμα είναι ότι βρίσκεται στο πιο hype bar της πόλης. Στη δουλειά αυτός που επιμένει να τελειώνει με συνοπτικές διαδικασίες το πιο σπουδαίο project της ζωής σου.
Μπορεί εσύ στον δρόμο για το Σούνιο να ακούς Miles Davis και ο διπλανός σου στο τελευταίο φανάρι στη Λαυρίου στη διαπασών Οικονομίδη και να παρκάρετε μπροστά στον ίδιο κόλπο. Θα κολυμπήσετε στα ίδια πράσινα νερά.
Σε κάθε περίπτωση η αρετή της ανεκτικότητας την πόρτα σου χτυπά.
Νερά, μουσική και όνειρα δεν βιώνονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Και τα ανθρώπινα κίνητρα διαφέρουν μια ζωή.
«He likes all our pretty songs /
And he likes to sing along /
But he don’t know what it means…»
In Bloom, Nirvana
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram
Φέτος η γκρίνια άρχισε νωρίς. Με τους Metallica. «Καλά είδες ποιοι πήγαν; Μέχρι και ο Μιχάλης που ακούει Κιάμο. Ρε συ τι μου λες τώρα; Πέρυσι στους Green Day πήγε η Μαρία. Ζήτημα να ξέρει δύο τραγούδια. Για να μην μιλήσω για τους Coldplay».
Κάθε καλοκαίρι, μαζί με τα κουνούπια, τα καρπούζια και τις πυρκαγιές εμφανίζεται το ένα και μοναδικό φαινόμενο: ο φρουρός της αυθεντικής συναυλιακής πίστης. Είναι εκείνος που δεν πάει απλώς σε μια συναυλία∙ σε υποβάλλει σε εξετάσεις ιδεολογικής καθαρότητας. Δεν ακούει απλώς μουσική. Επιτηρεί ακροατές. Στέκεται με ύφος ανθρώπου που κουβαλά ιστορική ευθύνη και κοιτά το πλήθος καχύποπτα. «Αυτοί, αν τους ζητήσεις τους τίτλους τριών κομματιών, δεν ξέρουν να πουν». Και αυτό το λέει με τον πόνο του ανθρώπου που είδε το αγαπημένο του συγκρότημα να πέφτει στα χέρια της κοινωνίας, με βλέμμα τελωνειακού υπαλλήλου που ελέγχει διαβατήρια μουσικής επάρκειας. Προδίδεται ο πολιτισμός μπροστά στα μάτια του. «Αξίζουν τούτοι οι άνθρωποι που δεν ξέρουν τη δεύτερη πλευρά του τρίτου δίσκου του 1998 αυτή την μουσική;»
Θλίβονται κι αγανακτούν βαθιά οι φρουροί των συναυλιών. Οι παλιοί αριστοκράτες. Αυτοί που ανακάλυψαν την μπάντα στα 80s σε ένα υπόγειο στα Εξάρχεια. Γιατί κάποτε η μουσική ήταν υπόγεια υπόθεση. Έπρεπε να ψάξεις δισκάδικο, να γράψεις κασέτες, να ξενυχτήσεις πάνω από στίχους που δεν καταλάβαινες καλά και τώρα έγινε λαϊκό προϊόν προς κατανάλωση από όλες τις “τάξεις”. Τώρα το ίδιο τραγούδι που πάσχισες για να καταλάβεις παίζει σε βίντεο και διαφημίσεις, συνταγές, beach bar, stories με σκυλάκια κι ηλιοβασιλέματα και reels ανθρώπων που χορεύουν χωρίς να έχουν περάσει ποτέ υπαρξιακή κρίση με ακουστικά. Που είσαι ρε Kurt Cobain να παίξεις το “In Bloom”;
Μετά την “αριστοκρατική τάξη” έρχονται οι κανονικοί-υποφερτοί fans, που ξέρουν δισκογραφία και στίχους. Περνάνε τις εξετάσεις. Πιο κάτω βρίσκονται οι άνθρωποι που ήρθαν, επειδή τους παρέσυρε η παρέα. Και στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας της βραδιάς βρίσκονται όσοι ξέρουν μόνο το τραγούδι που έγινε viral στο TikTok. Που είναι εδώ για το singalong και το hype. Που βλέπουν mosh pit κι ανατριχιάζουν. Αυτοί είναι οι εισβολείς. “Kill The Poor” από Dead Kennedy’s βάλ’τους να δούμε αν πιάνουν το υπονοούμενο.
Στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι κάποτε όλοι υπήρξαμε “άσχετοι”. Έστω για μια συναυλία. Κανείς δεν γεννήθηκε γνωρίζοντας ολόκληρη τη δισκογραφία ενός συγκροτήματος. Κάποτε όλοι πήγαμε σε μια συναυλία, επειδή μας άρεσαν δυο τραγούδια, επειδή μας τράβηξαν οι φίλοι, επειδή θα πήγαινε και ο Μήτσος, ο ξάδερφος της Μαρίας ή επειδή βρήκαμε φθηνό εισιτήριο. Πέρασαν λίγα χρόνια κι αποκτήσαμε ξαφνικά το δικαίωμα να εξετάζουμε τους νεότερους. Ένας κύκλος μύησης σχεδόν θρησκευτικός. Πρώτα μπαίνεις αθώος, μετά μαθαίνεις τα κομμάτια και στο τέλος γίνεσαι ο αυστηρός ιερέας που καταγγέλλει την “παρακμή”.
Kαι το διαδίκτυο σε ρόλο ενισχυτή. Παλιά ο εκνευρισμένος fan θα γκρίνιαζε σε δυο φίλους μετά τη συναυλία και θα τελείωνε εκεί η ιστορία. Σήμερα επιστρέφει σπίτι και γράφει δημόσια διακήρυξη. “Απαράδεκτο κοινό”, “δεν σεβάστηκαν τον καλλιτέχνη”, “όλοι εκεί μόνο για stories. Το κείμενο συνοδεύεται συνήθως από μια θολή φωτογραφία της σκηνής και μια διάθεση πολιτισμικής καταστροφής. Αν τον διαβάσεις χωρίς συμφραζόμενα, νομίζεις ότι περιγράφει την πτώση της Ρώμης και όχι μια συναυλία Τετάρτη βράδυ στο ΟΑΚΑ. Μπορεί να παίζει πίσω του το “Blank Generation” του Richard Hell, κάθετο punk σχόλιο πάνω στην ταυτότητα, την αποξένωση και τη μαζική κουλτούρα.
Βαθιά η αγανάκτηση: «Ήρθαν όλοι οι άσχετοι». Λες και η συναυλία είναι μυστική τελετή και όχι δημόσιο γεγονός με εισιτήριο, χορηγό μπύρας και ουρά για ποτό. Το αστείο, επίσης, είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι που γκρινιάζουν επειδή «τους έμαθε ο πολύς κόσμος», είναι συχνά εκείνοι που κάποτε παρακαλούσαν να αναγνωριστεί επιτέλους η μπάντα τους. Να γεμίσει χώρους, να μην παίζει σε μπαρ με δεκαεπτά άτομα και έναν μπάρμαν που σφουγγαρίζει. Ως ένα σημείο βέβαια. Όχι να φτάνεις να μοιράζεσαι την επιτυχία της μπάντας σου με ανθρώπους που φοράνε λινό παντελόνι, κλώστινο πουλοβεράκι στους ώμους, παρουσιάστριες πρωινών εκπομπών και κορίτσια με coffin nails και extensions που ξέρουν μόνο το ρεφρέν. Ντροπή.
Και ψάχνω λίγη παρηγοριά. Μήπως υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο σ’ αυτή τη γκρίνια, σκέφτομαι. Ο καθένας θέλει να νιώθει ότι ανήκει κάπου πιο “αληθινά” από τους άλλους. Ότι η δική του αγάπη είναι πιο αυθεντική, πιο παλιά, πιο δικαιωματική. Μήπως γι’ αυτό στις συναυλίες μετράμε ποιος «ήταν εκεί από παλιά». Και ίσως το φαινόμενο αυτό δεν αφορά μόνο τη μουσική, αλλά σχετίζεται στην πραγματικότητα με έναν ευρύτερο μηχανισμό κοινωνικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι συχνά νιώθουν ότι η βαθιά γνώση ενός καλλιτέχνη, μιας ομάδας ή ενός πολιτισμικού προϊόντος τούς προσφέρει μια θέση ιδιαίτερη. Όταν κάποιος έχει ακούσει όλους τους δίσκους ενός συγκροτήματος, γνωρίζει στίχους, τη σπάνια ηχογράφηση, τα hidden tracks, συνεντεύξεις και ιστορία δεκαετιών, αισθάνεται ότι έχει επενδύσει χρόνο και συναίσθημα. Έτσι, όταν βλέπει δίπλα του ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο το πιο viral τραγούδι από το TikTok ή που ήρθαν “για την εμπειρία”, συχνά αντιδρά σαν να απειλείται η δική του σχέση με τη μουσική.
Η αντίδραση αυτή ενισχύεται από την κουλτούρα της αυθεντικότητας. Ειδικά στις νεότερες γενιές, υπάρχει έντονη ανάγκη να ξεχωρίζει κάποιος ως “πραγματικός fan”. Το να γνωρίζεις b-sides, παλιές εμφανίσεις ή ακυκλοφόρητα κομμάτια λειτουργεί σχεδόν σαν πολιτισμικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, η γνώση γίνεται τρόπος κοινωνικής διάκρισης. Όταν όμως μια συναυλία γίνεται δημοφιλής και προσελκύει πολύ ευρύτερο κοινό, αυτό το αίσθημα αποκλειστικότητας χάνεται. Ορισμένοι βιώνουν τη μαζικότητα σαν υποβάθμιση της εμπειρίας τους.
Τα social media έχουν παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη. Παλαιότερα, η συναυλία ήταν κυρίως μια προσωπική ή συλλογική μουσική εμπειρία. Σήμερα αποτελεί κοινωνικό γεγονός με ψηφιακή προέκταση. Πολλοί επιλέγουν να πάνε σε μια μεγάλη συναυλία επειδή «πρέπει να είναι εκεί», επειδή όλοι μιλούν γι’ αυτή ή επειδή θέλουν να συμμετέχουν σε ένα δημοφιλές πολιτισμικό γεγονός. Αυτό συχνά ενοχλεί όσους βλέπουν τη μουσική με τρόπο “ιερό”. Η εικόνα ανθρώπων που τραβούν βίντεο χωρίς να ξέρουν τους στίχους ή που μιλούν κατά τη διάρκεια λιγότερο γνωστών τραγουδιών δημιουργεί την αίσθηση ότι χάνεται η ουσία.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι ορισμένες συμπεριφορές πράγματι επηρεάζουν αρνητικά μια συναυλία. Η υπερβολική χρήση κινητών, η συνεχής ομιλία, η αδιαφορία για το live κομμάτι της εμπειρίας ή η αντιμετώπιση της συναυλίας αποκλειστικά ως σκηνικού για φωτογραφίες μπορούν να κουράσουν όσους έχουν έρθει κυρίως για τη μουσική. Σε αυτή την περίπτωση ωστόσο, να σημειωθεί ότι η ενόχληση δεν αφορά τόσο την γνώση του καλλιτέχνη, όσο τον σεβασμό προς την εμπειρία των υπολοίπων. Κι εκεί ανοίγει μια τεράστια συζήτηση για τον πολιτισμό, την παιδεία, τις ηθικές αξίες σε κάθε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας, τον τρόπο που οι άνθρωποι χτίζουν ταυτότητα μέσα από τη μουσική.
Θα μείνω στο τρίπτυχο κι ας σε απογοητεύσω:
• Οι καλλιτέχνες επιθυμούν να αποκτούν νέο κοινό.
• Οι συναυλίες δεν είναι εξετάσεις μουσικής γνώσης, αλλά ανοιχτή πολιτιστική εμπειρία.
• Η τέχνη δεν είναι κλειστή λέσχη, αλλά μέσο επικοινωνίας και συλλογικότητας.
Πριν ξεκινήσεις για οποιαδήποτε συναυλία ή φεστιβάλ αυτό το καλοκαίρι έχε στον νου σου ότι θα συνυπάρξεις για λίγες ώρες κάτω από τα ίδια φώτα και τον ίδιο ουρανό με ανθρώπους διαφορετικούς από εσένα. Με διαφορετικές γνώσεις, κίνητρα και σχέσεις με τη μουσική. Όπως σε μια ταβέρνα που τρέχουν γύρω σου και κυνηγούν τις γάτες τα παιδιά των διπλανών σου -εσύ δεν ήθελες ποτέ παιδιά- και δεκάρα δεν δίνουν για το πιο νόστιμο ribeye της πόλης. Ή σε μια παραλία ο σκύλος κάποιου άλλου αράζει στην πετσέτα σου ή κάποιος θριαμβολογεί πίσω σου για το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, ενώ εσύ θες να αλλάξεις χώρα και όλη την Γη. Στο μπαρ της γειτονιάς σου αυτός που ελαφρά σε σπρώχνει συνεχώς και τι να λέει που ακούει Zounds – δεν ξέρει – το θέμα είναι ότι βρίσκεται στο πιο hype bar της πόλης. Στη δουλειά αυτός που επιμένει να τελειώνει με συνοπτικές διαδικασίες το πιο σπουδαίο project της ζωής σου.
Μπορεί εσύ στον δρόμο για το Σούνιο να ακούς Miles Davis και ο διπλανός σου στο τελευταίο φανάρι στη Λαυρίου στη διαπασών Οικονομίδη και να παρκάρετε μπροστά στον ίδιο κόλπο. Θα κολυμπήσετε στα ίδια πράσινα νερά.
Σε κάθε περίπτωση η αρετή της ανεκτικότητας την πόρτα σου χτυπά.
Νερά, μουσική και όνειρα δεν βιώνονται ποτέ με τον ίδιο τρόπο.
Και τα ανθρώπινα κίνητρα διαφέρουν μια ζωή.
«He likes all our pretty songs /
And he likes to sing along /
But he don’t know what it means…»
In Bloom, Nirvana
➪ Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram




