Είχα που είχα τις διάφορες εξαρτήσεις μου, ως άνθρωπος και εγώ, ήρθε και άλλη μια και κόλλησε πάνω μου σαν βδέλλα και δεν λέει να φύγει.

Εδώ και αρκετό καιρό, η ζωή μου τις καθημερινές μου πάει κάπως έτσι: Τελειώνω την δουλειά. Αράζω στον καναπέ. Ανοίγω την τηλεόραση. Ταυτόχρονα, ανοίγω το κινητό τηλέφωνο και σερφάρω στο Διαδίκτυο. Βάζω την τηλεόραση στο mute. Επικεντρώνομαι στο κινητό. Με παίρνει ο ύπνος στον καναπέ με την τηλεόραση ανοικτή –περίπου σαν την καρδιά μου που εντωμεταξύ έχει γίνει περιβόλι ανοικτό με όλα αυτά που έχω διαβάσει ξαπλωμένος.

Εντάξει, δεν είμαι άρρωστος. Γνωρίζω από τι πάσχω. Απ’ ό,τι και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι σε όλη την υφήλιο από τότε που ενέσκηψε αυτή η γαμημένη η πανδημία: την βρίσκω (;) να κάθομαι πάνω από ένα κινητό και να σκρολάρω στις ειδήσεις μέχρι να αποκαρδιωθώ εντελώς και να νταγλάρω από την «νταουνίλα» αυτή που με περιστοιχίζει.

Γιατί «νταουνίλες» διαβάζω –αυτός είναι και ένας από τους πρώτους νόμους της Δημοσιογραφίας, άλλωστε: δώσε στο λαό δυσάρεστες ειδήσεις και θα τις καταναλώσει σαν ποπ κορν κατά την διάρκεια μιας ταινίας.

Η τάση αυτή όλων μας να νταουνιαζόμαστε εκουσίως διαβάζοντας κακά νέα από τον Μάρτιο του 2020 και έπειτα πήρε και όνομα: «doomscrolling», δηλαδή «η αδιάκοπη ανάγνωση δυσάρεστων ειδήσεων».

Η λέξη προήλθε από τις λέξεις «doom» που σημαίνει «δυσάρεστος» και «scrolling», ήτοι «η αδιάκοπη αναζήτηση» και έγινε τόσο δημοφιλής ως έννοια το καλοκαίρι του ’20ώστε το Oxford English Dictionary την ονόμασε «Λέξη της Χρονιάς» για το 2020 και την πρόσθεσε στο λεξικό.

Προσοχή στο κενό μεταξύ σκρολαρίσματος και αγχώδους διαταραχής

Ωραία όλα αυτά, αλλά μπορεί μια και μόνο λέξη να μπορεί να σε στείλει σούμπιτο στον ψυχίατρο;

Ασφαλώς και ναι. Σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη τον Μάρτιο του 2020 στις ΗΠΑ και στην οποία συμμετείχαν πάνω από 6.000 Αμερικανοί, έδειξε πως οι συμμετέχοντες όσο περισσότερο μάθαιναν δυσάρεστες ειδήσεις, τόσο πιο λυπημένοι ένιωθαν.

«Το doomscrolling περιγράφει στην πραγματικότητα την ψυχαναγκαστική ανάγκη να προσπαθήσουμε να βρούμε απαντήσεις όταν φοβόμαστε για κάτι», λέει η Πάμελα Ρούτλετζ, διευθύντρια του Ερευνητικού Κέντρου Ψυχολογίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με έδρα την Καλιφόρνια. Άσχετο αν ποτέ δεν παίρνουμε τις απαντήσεις που θέλουμε ή επιθυμούμε.

Πως μετά λοιπόν από τόσο ανελέητο doomscrolling με ειδήσεις για νοσηλείες, κρούσματα και θανάτους, να μην ευθύνεται αυτή η συνήθειά μας για χιλιάδες περιστατικά αϋπνίας και αγχώδους διαταραχών;

«Οι άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να βρουν κάποιο νόημα. Δεν υπάρχει μια συνολική αφήγηση που να μας βοηθάει και αυτό είναι κάτι επιτείνει το άγχος και την ανησυχία που ήδη αισθάνονται οι άνθρωποι», υποστηρίζει σε άρθρο του έγκριτου περιοδικού Wired η Νικόλ Έλισον, καθηγήτρια Επικοινωνίας στη Σχολή Πληροφορικής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν.

Έγινε η απώλεια συνήθειά μας;

Εντωμεταξύ, όλα αυτά με έκανα και θυμήθηκα την ατάκα του Ρομπ Γκόρντον, ήρωα του βιβλίου (και της ταινίας) «High Fidelity»: «what came first? The music or the misery?», δηλαδή «τα άσχημα συναισθήματα ευθύνονται για την παραγωγή τόσων τραγουδιών ή μήπως μας τραβάνε κομμάτια που μιλάνε για δυστυχία;». Η απάντηση (και) σε αυτό το ερώτημα δεν είναι τόσο περίπλοκη.

«Οι άνθρωποι έχουν μια φυσική τάση να δίνουν μεγαλύτερη προσοχή στις αρνητικές ειδήσεις», τονίζει ο Μεσφίν Μπεκαλού, ερευνητής στο Κέντρο Lee Kum Sheung για την Υγεία και την Ευτυχία στη Σχολή Δημόσιας Υγείας T. H. Chan του Χάρβαρντ.

«Από τη δεκαετία του 1970, γνωρίζουμε ότι, ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας έκθεσης στην τηλεόραση σε περιεχόμενο που σχετίζεται με τη βία, υπάρχει το “σύνδρομο του κακού κόσμου”, την αυτεπίγνωση δηλαδή ότι ζούμε σε επικίνδυνους καιρούς», εξηγεί ο ερευνητής, αποκαλύπτοντας ότι οι νευροεπιστήμονες είναι εξοικειωμένοι εδώ και δεκαετίες με την σχεδόν φυσική ροπή που έχει ο ανθρώπινος εγκέφαλος προς την κατανάλωση αρνητικών ειδήσεων.

Άρα σε τι συμπέρασμα καταλήγουμε; Ότι καθώς είμαστε, φύσει και θέσει, δυστυχισμένοι ως οντότητες, αυτό μας καθιστά πιο επιρρεπείς στην ανάγνωση (σχεδόν αποκλειστικά) δυσάρεστων ειδήσεων;

Δηλαδή δεν υπάρχει σωτηρία; Είναι το αναπόφευκτο της μοίρας μας;

Ασφαλώς και όχι. Υπάρχει κάτι που λέγεται «μέτρο». Απλώς οι περισσότεροι από εμάς δεν το γνωρίζουν –ή, τουλάχιστον, δεν το εφαρμόζουν, παρόλο που το ξέρουν ότι πρέπει να το μετριάσουν.

Ή, πάλι, κάποιοι να λειτουργούν όπως εγώ, όταν χωρίζω και έχω τις μαύρες μου και βάζω να παίζει ένα πολύ δυσάρεστο τραγούδι στο πικάπ.

Ξέρω γιατί το κάνω: γιατί θέλω να ακούσω κάποιον να είναι σε χειρότερη κατάσταση από εμένα, προκειμένου να νιώσω εγώ, αυτομάτως, λίγο καλύτερα.

Το ίδιο υποστηρίζει και ο Ντιν Μακ Κέι, καθηγητής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Fordham στη Νέα Υόρκη, που ειδικεύεται στην καταναγκαστική συμπεριφορά και τις αγχώδεις διαταραχές.

«Η θέαση τρομακτικών ειδήσεων ενδέχεται συχνά να έχει ένα δυνητικά ηρεμιστικό αποτέλεσμα για πολλούς, γιατί αυτοί οι άνθρωποι εκείνη την ώρα σκέφτονται ότι “τα πράγματα είναι τόσο φρικτά εκεί έξω, αλλά εγώ είμαι οκ και κουλ στην ηρεμία του καναπέ μου”, σε έναν περίεργο μηχανισμό ψυχολογικής ανακούφισης», επισημαίνει.

Ακόμη και σήμερα πάντως, σχεδόν δυο χρόνια μετά αφού ξεκίνησε αυτό το κακό χούι, εγώ δεν έχω αποφασίσει ποια από τις δυο διαθέσεις να ακολουθήσω. Έχει περισσότερο να κάνει με την ημέρα που θα με πετύχει το doomscrolling, παρά με οτιδήποτε άλλο. Οπότε έχω εναποθέσει τις τύχες (της ψυχολογίας) μου στην αγκαλιά της νέας μου, κακής συνήθειας.

Με την ελπίδα σύντομα να συμβεί ένα από τα δύο (ή και τα δυο μαζί): είτε εγώ να ηρεμήσω με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου, είτε τα ΜΜΕ να σταματήσουν να κινδυνολογούν για το οτιδήποτε, όσο απλό και άκακο και αν είναι αυτό.

Μεταξύ μας, βέβαια, και σας το λέω από εσωτερική πληροφόρηση, αυτό το τελευταίο αποκλείεται να συμβεί…