«Κατέθεσα μηνυτήρια αναφορά στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου γιατί πριν από λίγες ημέρες ενημερώθηκα από την αρμόδια υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι έχει γίνει απόπειρα να παγιδευτεί το κινητό μου με το πρόγραμμα παρακολούθησης Predator», δήλωσε στις 26 Ιουλίου ο Νίκος Ανδρουλάκης βγαίνοντας από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας.

Δεν είναι συνηθισμένο στις Δημοκρατίες να παρακολουθούνται οι πολιτικοί αρχηγοί αντιπολιτευόμενων κομμάτων, ούτε και δημοσιογράφοι. Ακόμα περισσότερο, δεν είναι συνηθισμένο να δολοφονούνται δημοσιογράφοι, μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι τους. Όμως, το πραγματικά εντελώς ασυνήθιστο που συνδέει αυτά τα γεγονότα, στο όριο του ολοκληρωτικά απίθανου, είναι να συμβαίνουν και, ταυτόχρονα, να μην υπάρχει καμία απολύτως συνέπεια για κανέναν, να μην καταγράφεται στη δημόσια σφαίρα ούτε καν μία προσχηματική προσπάθεια για την χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ.

Κατ’ αρχάς, να διευκρινίσουμε ότι στην Δημοκρατία υπάρχει το «ολίγον έγκυος». Δηλαδή, υπάρχουν δείκτες με βάση τους οποίους αξιολογείται κατά πόσο ένα κράτος διοικείται περισσότερο ή λιγότερο με βάση τις αρχές της ισοπολιτείας (η ίση πρόσβαση και συμμετοχή όλων στα δημόσια αξιώματα και τις Αρχές), της ισονομίας (η ισότητα των πολιτών όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος), της ελευθεροτυπίας, της διαφάνειας, της οικονομικής ελευθερίας, της ανεξαρτησίας των εξουσιών και -ταρατατζούμ- της λογοδοσίας, μεταξύ άλλων. Σημειωτέο, τέτοιες αξιολογήσεις διενεργεί, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η στήλη επισημαίνει τις έννοιες διότι, στην εποχή της μετα-αλήθειας, δεν είναι δεδομένο πλέον ότι συνεννοούμαστε.

Όταν ο Νίκος Ανδρουλάκης και το ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσαν με δώδεκα δελτία Τύπου δηλώσεων στελεχών, σε μια μόλις ημέρα, την απόπειρα παρακολούθησής του, κάποιος δημοκρατικός άνθρωπος θα περίμενε να τρίξουν τα θεμέλια της Ακρόπολης. Γιατί ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ο αρχηγός του τρίτου κόμματος του ελληνικού κοινοβουλίου. Αντ’ αυτού, ουσιαστικά, γυρίσαμε πλευρό. Η είδηση στις ενημερωτικές ιστοσελίδες επιβίωσε για λίγο. Οι σοσιαλιστές επαναστάτησαν μεταξύ τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για κάμποσο. Η Νέα Δημοκρατία, που είχε επιλέξει να απαντήσει σε δελτίο Τύπου του ΠΑΣΟΚ μόλις τρεις ημέρες πριν, θεώρησε ότι είναι περιττό να τοποθετηθεί αυτή τη φορά, όπως εξάλλου και το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργού. Η αξιωματική αντιπολίτευση έβγαλε μια ανακοίνωση ολίγων λέξεων και η Όλγα Γεροβασίλη αναρωτήθηκε στη Βουλή «το δικό σας κινητό, κύριοι υπουργοί, παρακολουθείται;» αλλά δεν έχασε το μεσημεριανό της. Όλα καλώς καμωμένα. Ας επανέλθουμε τώρα στις σαγιονάρες κάποιου άγνωστου στο ευρύ κοινό καλλιτέχνη που πάτησε στα ιερά χώματα της προεδρικής αυλής ως ένας άξεστος πληβείος.

Η υπόθεση με τις παρακολουθήσεις κινητών τηλεφώνων πολιτών και πολιτικών στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει να ερευνάται από την εξαιρετική συνάδελφο Ελίζα Τριανταφύλλου και τον Τάσο Τέλλογλου για το InsideStory από τον Ιανουάριο του 2022. Κατόπιν ακολούθησαν ακόμα έξι ρεπορτάζ, μεταξύ των οποίων η αποκάλυψη της παρακολούθησης του τηλεφώνου του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη η οποία είναι η πρώτη δημόσια επιβεβαιωμένη περίπτωση κατασκοπίας δημοσιογράφου στην Ευρώπη με τη χρήση του λογισμικού Predator, και για την οποία δεν έχετε ακούσει τίποτα.

Επίσης, δεν έχετε ακούσει τίποτα για την έρευνα σχετικά με τη δολοφονία του Καραϊβάζ από τις 9 Απριλίου του 2021 -πώς περνάει ο καιρός. Στις 11 Απριλίου του 2022, η Καθημερινή έγραφε «Σιγή Ασυρμάτου – Ένα χρόνο μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του δημοσιογράφου δεν έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στις έρευνες», επικαλούμενη «πρώην και νυν στελέχη» του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη. Όταν εκτελέστηκε ο αξιόπιστος συνάδελφος, ο πρωθυπουργός τοποθετήθηκε μια ημέρα αργότερα. Η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε τοποθετηθεί το ίδιο βράδυ της δολοφονίας. Η δε αναζήτηση στο αρχείο ανακοινώσεων της Νέας Δημοκρατίας δείχνει ότι «δεν υπήρξαν αποτελέσματα». Υπήρξε, πάντως, άμεση δήλωση καταδίκης της τότε κυβερνητικής εκπροσώπου Αριστοτελίας Πελώνη.

Για λόγους ιστορικής μνήμης, να θυμίσουμε ότι η προηγούμενη δολοφονία δημοσιογράφου στην Ελλάδα έγινε το 2010, όταν εκτελέστηκε ο Σωκράτης Γκιόλας με 13 σφαίρες έξω από το σπίτι του. Αφαιρώντας την δολοφονία των δέκα δημοσιογράφων στο Charlie Hebdo κατά τη διάρκεια τρομοκρατικής επίθεσης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν δολοφονηθεί από το 2010 μόλις εννέα δημοσιογράφοι, εκ των οποίων οι δύο είναι Έλληνες. Μάλιστα ακόμα και για αυτούς τους εννέα, δεν συνδέονται όλες οι επιθέσεις με την εργασία τους, αφού για παράδειγμα η Βουλγάρα Βικτόρια Μαρίνοβα στραγγαλίστηκε από τον βιαστή της. Το 2018 δολοφονήθηκε στη Σλοβακία ο -μάλλον όχι και τόσο σημαντικός- δημοσιογράφος Γιαν Κούτσιακ. Η κοινωνική αντίδραση και οι πολιτικές εξελίξεις -που ακολούθησαν αυτής- ήταν καταιγιστικές. Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο αναγκάστηκε σε παραίτηση και το κυβερνών κόμμα κατέρρευσε δημοκοπικά, αλλά και πλήρωσε ακριβά το τίμημα στις επόμενες εκλογές. Η εντολή της δολοφονίας εν τέλει αποδόθηκε σε μεγαλοεπιχειρηματία. Η δολοφονία της Μαλτέζας δημοσιογράφου Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία, η οποία ερευνούσε υποθέσεις διαφθοράς και τα Panama Papers, το 2017, οδήγησε σε κοινωνική αντίδρασή και πολιτικές εξελίξεις -που ακολούθησαν αυτής-, όπως η παραίτηση του πρωθυπουργού και ηγέτη του Εργατικού Κόμματος, Τζόζεφ Μουσκάτ, καθώς και αρκετών κυβερνητικών στελεχών, παρόλο που ξανά ηθικός αυτουργός θεωρήθηκε μεγαλοεπιχειρηματίας.

Επιστρέφοντας στην υπόθεση των παρακολουθήσεων -για να καταλήξουμε σε ένα γενικό συμπέρασμα- όταν στις 18 Απριλίου 2022 ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Γιώργος Καμίνης είχε καταθέσει κοινοβουλευτική ερώτηση για τη χρήση του Predator από την ΕΥΠ, ο Γιώργος Γεραπετρίτης εκ μέρους της κυβέρνησης είχε διαψεύσει την προμήθεια του λογισμικού. Είμαι απολύτως πρόθυμη να δεχτώ μέχρι τελείας την απάντηση Γεραπετρίτη. Αλλά, ελπίζω ότι είστε και εσείς πρόθυμοι να δεχτείτε πως πρέπει να μιλήσουμε -συμπεριλαμβανομένης, και όχι ανεξαρτήτως, της κομματικής ή πολιτικής τοποθέτησης του καθενός, αφού οι διαφορετικές αφετηρίες είναι πλούτος, όχι κατάρα-, για τον Ανδρουλάκη και πρέπει να μιλήσουμε για τον Καραϊβάζ. Πρέπει να μιλήσουμε για την έλλειψη κοινωνικής αντίδρασης, που είναι το κοινό μοτίβο σε όλες τις προαναφερθείσες υποθέσεις που αφορούν την Ελλάδα. Πρέπει να μιλήσουμε για την απόλυτη έλλειψη διαφάνειας και λογοδοσίας. Πρέπει, δηλαδή, να μιλήσουμε επιτέλους για το «ολίγον έγκυος» της Δημοκρατίας μας.