Εδώ ο κόσμος καίγεται, και τον περνάνε για χαζό. Μας περνάνε για χαζούς. Ποιοι; Οι τηλεπαρουσιαστές, οι ραδιοφωνατζήδες, οι έχοντες δημόσιο λόγο. Και καθώς παρουσιάζουν μια είδηση, προσθέτουν την ατάκα του διαβόλου: «για να το εξηγήσουμε και λίγο καλύτερα στους ανθρώπους που μας βλέπουν…».

Μέσα στον οχετό σημαντικών προβλημάτων και άξιων προς σχολιασμό κοινωνικών ζητημάτων, η όποια εμβάθυνση σε αυτή την μηντιακού τύπου ανοησία μπορεί να φαντάζει υπεκφυγή. Δεν είναι. Οι ρίζες πολλών κοινωνικών θεμάτων που αντιμετωπίζουμε βρίσκονται σε κάτι ασήμαντες λιμνούλες, καλύτερα βούρκους, κάτι μικρές, διαβολεμένες και διαβολικές λεπτομέρειες, όπως τούτη δω.

Ανεχόμαστε τον δημόσιο λόγο να είναι ψεύτικος, μέτριος, αγαπάμε τα παχιά λόγια και τις κενές περιεχομένου και ουσίας δηλώσεις; Ποιος θα απαντούσε ναι σε ένα ερώτημα σαν κι αυτό; Και όμως, αν ρωτήσετε τους επικοινωνιολόγους των πολιτικών ή τους καρεκλοκένταυρους των μεγάλων, ιδίως, media, θα σας απαντήσουν ότι αυτά θέλουμε εμείς ”ο λαός, ο απλός ο κόσμος, οι απλοί άνθρωποι”. Ότι έτσι καταλαβαίνουμε.

Ξέρουν καλύτερα από εμάς τι μας αρέσει. Τι μουσική θέλουμε να ακούμε στο αυτοκίνητο. Κατά τύχη, είναι η ίδια μουσική που τους δίνουν οι εταιρείες με το αζημίωτο. Ώστε, το εισιτήριο για τη συναυλία του τάδε καλλιτέχνη που το τραγούδι του μάς έσπασε τα αυτιά για έξι μήνες, να κοστίζει ακριβά. Και να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Κυρίως εμείς, τα απαίδευτο, ηλίθιο κοινό. Λες και δοκίμασαν να βάλουν κάτι άλλο, να παίξουν πιο φρέσκια μουσική, να μας μιλήσουν σα να μην είμαστε ηλίθιοι καταναλωτές της συμφοράς κι εμείς αρνηθήκαμε ή αλλάξαμε σταθμό. Λες και μας πούλησαν ποιότητα κι εμείς την αρνηθήκαμε. Θέλει πίστη η ομορφιά, θέλει χρήματα.

Και οι άνθρωποι που πρέπει να επενδύουν δεν το κάνουν. Αυτό το «πρέπει» σηκώνει άπειρη ανάλυση. Κάποιος θα αναρωτηθεί, και δικαίως:

Γιατί πρέπει; Γιατί να πρέπει; Την έχω, θα σου πει, γραμμένη την τέχνη σας και τον πολιτισμό σας. Ψώνια είστε κι εσείς που δεν γίνατε Βίσση. Ψώνια που θέλετε να παίζονται τα τραγούδια σας κι οι ταινίες σας. Σεφερλής δε γίνεστε, ρε. Δε σας ξέρει η μάνα σας εσάς, κάντε το κέφι σας και μην γκρινιάζετε. 

Πω πω, συμφορά, μεγάλη κουβέντα ανοίγουμε τώρα. Κι αυτές οι μεγάλες κουβέντες δεν τραβάνε, πια. Τα μεγάλα κείμενα δεν διαβάζονται πια. Να βρούμε τι θέλει να διαβάσει ο κόσμος. Να ανακαλύψουμε τι πουλάει τώρα. Να πιάσουμε το vibe, to hype, να μπορέσουμε να αφορούμε. Και να τα λέμε απλά, ε; Κατανοητά. Να μην δυσκολεύουμε κι άλλο τον κόσμο, έχει τα δικά του, είναι, μεταξύ μας, και λιγάκι βλάκας ο κόσμος και δεν μπορεί να παρακολουθήσει την δική μας διανόηση, το δικό μας βαθύ, βαθύτατο αίσθημα. Να είμαστε προσεκτικοί, παιδιά. Πληρωνόμαστε από τα κλικ, από τα views, από τις διαφημίσεις που έρχονται σύμφωνα με όλα αυτά τα κλικ και τα views.

Όλα αυτά ισχύουν μέχρι ενός σημείου. Αλλά η αρχή, η εκκίνηση της σκέψης βρίσκεται, κατά την άποψή μου, σε λάθος σημείο. Χρειάζεται να μπορούμε να υποστηρίξουμε τον λόγο μας, το content μας σύμφωνα με αυτό που επιθυμούμε να μοιραστούμε και να κάνουμε. Φαντάζει απλό, αλλά, αν το σκεφτείτε, είναι σύνθετο. Εδώ, καμιά φορά, τα βρίσκουμε σκούρα με την ίδια την ζωή, κάνουμε τα εύκολα δύσκολα, δεν είμαστε ξεκάθαροι, φανταζόμαστε εκ των προτέρων για τον άλλον, τον συνομιλητή μας πράγματα και με βάση αυτά που εμείς κρίνουμε ή θεωρούμε για αυτόν φερόμαστε ή μιλάμε. Αυτό είναι παθογένεια, οπωσδήποτε. Τα κανάλια εγκρίνουν σειρές που θεωρούν ότι θα τραβήξουν και απορρίπτουν άλλες, πιθανώς καλύτερες, μάλλον πιο ενδιαφέρουσες, γιατί a priori έχουν αποφασίσει ότι δεν αφορούν κανένα. Οι παρουσιαστές «μας τα κάνουν λιανά» γιατί θεωρούν ότι δεν έχουμε πάει πανεπιστήμιο, δεν έχουμε ταξιδέψει, δεν διαβάζουμε λογοτεχνία, δεν βλέπουμε σινεμά. Τους έχουμε νέα: οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας είναι, σε πολλές περιπτώσεις, πιο γνωστικοί και μορφωμένοι από αυτούς.

Οι νεότερες γενιές έχουν ήδη γυρίσει την πλάτη στο καθεστώς των πολύξερων κοστουμάτων. Συμμετέχουν ήδη, βέβαια, σε ένα νέο καθεστώς, ημιμαθών ίσως Tik Tokers, ευειδών εμπόρων προϊόντων ομορφιάς μέσω Instagram, fake news ακόμα και από υποτιθέμενες έμπιστες πηγές, τραπ μουσικής και ό, τι μπορεί να φαντάζει παράξενο στο ιδεοσύστημα ανθρώπων 30, 35, 40, 100 ετών. Αλλά, οι νέοι δεν περιμένουν την γαμάτη ραδιοφωνική παραγωγό, πια, να τους συστήσει τη νέα φωνή της γενιάς τους. Ούτε τον cringe κύριο των τηλεοπτικών εκπομπών που παρακολουθεί ο πατέρας τους να τους αναλύσει τι ακριβώς συνέβη στα Τέμπη. Οι νέοι εκφράζονται από πηγές που δεν προγραμματίζουν τι θα παίξουν και πώς θα το παίξουν, ανάλογα με το τι δείχνει η αγορά ότι τραβάει. Αλλά ανάλογα με το τι πιστεύουν ότι αξίζει, ανάλογα με το πώς νιώθουν σε σχέση με κάτι. Σεβόμενοι το κοινό. Έχοντας εμπιστοσύνη στο κοινό.

Οι πολιτικοί κι οι καναλάρχες πότε θα αρχίσουν να πιστεύον ότι δεν μιλούν σε αμοιβάδες;