Έχουν περάσει 110 χρόνια από τότε που ο Χένρι Φορντ, ο ιδρυτής της ομώνυμης αυτό βιομηχανίας, ένθερμος αντισημίτης, σηκώθηκε ανήσυχος από το κρεβάτι του και εμπνευσμένος από ένα σφαγείο χοίρων, είχε την φαεινή ιδέα που ριζοσπαστικοποίησε για πάντα την διαδικασία παραγωγής: Την γραμμή συναρμολόγησης.

Σύμφωνα με αυτήν, κάθε εργάτης είχε μια πολύ συγκεκριμένη εργασία πάνω στο αυτοκίνητο όταν αυτό περνούσε από μπροστά του πάνω στο μηχάνημα που το μετέφερε. Η αλυσίδα αυτή άλλαξε εντελώς της γραμμή παραγωγής, όχι μόνο στα αυτοκίνητα αλλά και στα περισσότερα εργοστάσια, και ήταν η αιτία για να μείνει ο Φορντ στην ιστορία της βιομηχανικής νεωτερικότητας για το λεγόμενο φορντικό μοντέλο παραγωγής.

Ένας λαβύρινθος αλυσίδων παραγωγής που αναζητούσαν μάζες ανειδίκευτων εργατών για να στηρίξουν το μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Η γραμμή αυτή μείωσε τον χρόνο κατασκευής ενός αυτοκίνητου, από 12 ώρες σε μόλις μιάμιση ώρα, μειώνοντας ταυτόχρονα το κόστος παραγωγής του. Το 1914 είχαν παραχθεί 308.162 περισσότερα αυτοκίνητα, απ’ όσα είχαν παραγάγει συνολικά οι 300 κατασκευαστές εκείνη την εποχή.

Παρά τις μεγάλες ιδιοτροπίες του, τον αντισημιτισμό του και το αξεπέραστο πείσμα του, ο Φόρντ ήταν αρκετά ευφυής ώστε να προχωρήσει σε εργοδοτικές καινοτομίες . Αφού μέσω της έρευνάς του διαπίστωσε ότι η περισσότερη εργασία απέφερε μόνο μια μικρή αύξηση της παραγωγικότητας που διαρκούσε για μικρό χρονικό διάστημα, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1926, ο Φορντ ανακοίνωσε ότι θα πλήρωνε κάθε εργάτη 5 δολάρια ανά οκτάωρο, ποσό που ήταν σχεδόν διπλάσιο από αυτό που έπαιρνε ο μέσος εργαζόμενος στην αυτοβιομηχανία εκείνη την εποχή και παράλληλα μείωσε το ωράριο από εννέα ώρες σε οκτώ για τους υπαλλήλους του και τους εξασφάλισε μια δεύτερη αργία, εκείνη του Σαββάτου, καθιερώνοντας με αυτόν τον τρόπο την πενθήμερη εργασία. Οι κατασκευαστές και οι εταιρείες σύντομα ακολούθησαν το παράδειγμα του Χένρι Φορντ, αφού είδαν πώς αυτή η νέα πολιτική ενίσχυσε την παραγωγικότητα και ενίσχυσε την αφοσίωση και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων του Φορντ. Το ημερομίσθιο στο εργοστάσιο του ήταν διπλάσιο από εκείνο σε ολόκληρες τις ΗΠΑ.

Αυτό ήταν πραγματικά μια πρωτοποριακή αλλαγή για την εποχή εκείνη.

Άλλωστε, μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, οι εργαζόμενοι στη μεταποίηση εργάζονταν συχνά εξαήμερη εργασία για συνολικά 60 έως 90 ώρες. Μόνο όταν οι εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις άρχισαν να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα, τα πράγματα άρχισαν σιγά-σιγά να αλλάζουν.

Αλλά με την καθιέρωση της εργάσιμης ημέρας 9 με 5 από τον Φορντ – η οποία δεν καθοδηγήθηκε ακριβώς από το ενδιαφέρον για την ευημερία των εργαζομένων του, όπως μερικές φορές πιστεύεται – περισσότερες μεγάλες εταιρείες την υιοθέτησαν και, να ‘μαστε τώρα σήμερα.

Για ορισμένους, το συμπέρασμα αυτής της ιστορίας είναι ότι θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τις σημερινές 40ωρες εβδομάδες απασχόλησης και να τις αποδεχτούμε ως μια πολύ καλή συμφωνία για τα ιστορικά δεδομένα. Δεν δουλεύουμε πια 14 ή 16 ώρες την ημέρα και δεν πέφτουμε στα γρανάζια των μηχανών της βαριάς βιομηχανίας εξαιτίας της απόλυτης εξάντλησης, οπότε για τι άλλο θα μπορούσαμε να παραπονεθούμε;

Λοιπόν, ο μέσος όρος των ωρών εργασίας σήμερα, όντως παρουσιάζει τρομερή βελτίωση αν αναλογιστεί κανείς τα τελευταία 150 περίπου χρόνια, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση το παράδειγμα σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Ακόμη και το γεγονός ότι εργαζόμαστε ως επί το πλείστον όλο το χρόνο θα έκανε πολλούς από τους προγόνους μας να πετάξουν κάτω τα βέλη τους και να αναστενάξουν με απορία.

Η πραγματικότητα είναι ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε στην εποχή της υπερεργασίας.

Δουλεύουμε

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αυτή την εποχή του χρόνου – τέλη του χειμώνα, αρχές της άνοιξης – αισθάνομαι κουρασμένη και τώρα, σαν αρκούδα που μόλις ξύπνησε μετά από μήνες βαθιάς νάρκης. Ίσως είναι απλώς η συσσωρευμένη κούραση της χρονιάς που οδεύει προς το τέλος της, ή ίσως είναι απλώς ένα εποχικό φαινόμενο. Πολλά ζώα διαθέτουν άλλωστε ένα εποχιακό βιολογικό ρολόι, οπότε γιατί να διαφέρουν οι άνθρωποι;

Για τους αγρότες στις προβιομηχανικές κοινωνίες, ο χειμώνας ήταν επίσης μια εποχή επιβράδυνσης, καθώς οι καιρικές συνθήκες καθιστούσαν δύσκολη τη γεωργική εργασία. Βέβαια, είχαν κι άλλα πράγματα να κάνουν -όπως να φροντίζουν τα ζώα της φάρμας, να ρίχνουν λίπασμα στα χωράφια ή να κλαδεύουν τα δέντρα- αλλά συνολικά δούλευαν πολύ λιγότερο εκείνη την περίοδο από ό,τι κατά την περίοδο του οργώματος και της συγκομιδής.

Αλλά ακόμη και η πεποίθηση ότι έκαναν εξοντωτική εργασία ασταμάτητα, από το πρωί μέχρι το βράδυ (δηλαδή δεκαέξι ώρες το καλοκαίρι), μόλις τελείωνε ο χειμώνας δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με την έρευνα της οικονομολόγου Τζουλιέτα Β. Σορ, τα πρότυπα εργασίας κατά τον Μεσαίωνα ήταν σαφώς πιο χαλαρά. (Και περιλάμβαναν έναν συνηθισμένο απογευματινό υπνάκο.) Στην Αγγλία του 13ου αιώνα, για παράδειγμα, η Σορ διαπίστωσε ότι ολόκληρες οικογένειες αγροτών δεν δούλευαν περισσότερο από συνολικά 150 ημέρες τον χρόνο στη γη τους. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι ακόμη και οι προβιομηχανικοί δουλοπάροικοι και οι ανθρακωρύχοι εργάζονταν μόνο 180 ημέρες το χρόνο, για συνολικά περίπου 28 ώρες την εβδομάδα.

Όπως σημειώνει η Σόρ στο βιβλίο της, με τίτλο, «Ο καταπονημένος Αμερικανός: Η απροσδόκητη μείωση του ελεύθερου χρόνου»:

«Ο ρυθμός της ζωής ήταν αργός, ακόμη και χαλαρός, ο ρυθμός της εργασίας χαλαρός. Οι πρόγονοί μας μπορεί να μην ήταν πλούσιοι, αλλά είχαν άφθονο ελεύθερο χρόνο».

Αν πάμε πιο πίσω, οι άνθρωποι στις κοινωνίες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών πιθανότατα δούλευαν πολύ λιγότερο και από τους σύγχρονους εργαζόμενους στη Δύση. Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Τζέιμς Σούζμαν, ο οποίος πέρασε δεκαετίες ερευνώντας αφρικανικές ομάδες κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως οι Ju/’ hoansi, οι πρόγονοί μας κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες σπάνια εργάζονταν πάνω από 15 ώρες την εβδομάδα και είχαν άφθονο χρόνο και ενέργεια να διαθέσουν στον ελεύθερο χρόνο τους. Και «είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπέμειναν άσχημες, βάναυσες και σύντομες ζωές», προσθέτει ο Σούζμαν.

Πολλοί άλλοι ανθρωπολόγοι έκαναν παρόμοιες παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανομένου του Μάρσαλ Σάχλινς. Επιπλέον, η μελέτη του Σαχλίνς για την κοινωνία των κυνηγών-συλλεκτών !Kung υποδεικνύει ότι δεν είχαν καν σαφή διάκριση μεταξύ εργασίας και μη εργασίας.

Σαφώς, αν εξετάσουμε ένα πολύ ευρύτερο φάσμα της ιστορίας, η περίοδος στην οποία ζούμε τώρα εξακολουθεί να μοιάζει περισσότερο με εξαίρεση παρά με κανόνα.

Και έτσι δεν είναι τελικά και τόσο παρηγορητικό το να λέμε, καλά, τουλάχιστον δεν δουλεύουμε τόσο όσο τον 19ο αιώνα, όταν οι άνθρωποι δούλευαν περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο της ιστορίας, σωστά;

Για πολλούς ανθρώπους, το να χρειάζεται να εργάζονται μόνο 40 ώρες εβδομαδιαίως σε μια δουλειά θα ήταν ένα όνειρο που θα γινόταν πραγματικότητα.

Ενώ ο μέσος όρος των ωρών εργασίας σε όλο τον κόσμο κυμαίνεται μεταξύ 40 και 44, οι αριθμοί αυτοί είναι συχνά υψηλότεροι μεταξύ των εργαζόμενων Millenials και Gen Z – που κατά τα άλλα αποκαλούνται ως οι «τεμπέλικες» γενιές. Σύμφωνα με τις παγκόσμιες εκτιμήσεις της ManpowerGroup για το 2020, το 73% των Millenials εργάζονται περισσότερες από 40 ώρες την εβδομάδα, το ένα τέταρτο εργάζεται περισσότερες από 50 ώρες και σχεδόν το ένα τρίτο έχει δύο ή περισσότερες δουλειές.

Και αυτό δεν συμβαίνει ακριβώς επειδή όλοι θέλουμε να είμαστε πιο πολυάσχολοι και από τους μεσαιωνικούς αγρότες κατά την περίοδο της συγκομιδής.

Εγώ εργαζόμουν 10-12 ώρες τις καθημερινές για σχεδόν τέσσερα χρόνια στην πρώτη μου δουλειά, στο Λονδίνο, πέρα από το ότι δούλευα συχνά τα Σαββατοκύριακα. Αυτή ήταν απλώς η κουλτούρα της εταιρείας στην οποία εργαζόμουν, και αυτές ήταν οι προσδοκίες: ή δουλεύεις πολλές ώρες ή απολύεσαι. Και δε θα έλεγα ότι αποτελούσα εξαίρεση μεταξύ των συναδέλφων μου.

Παρά το γεγονός ότι η πλειονότητα του πληθυσμού στις δυτικές χώρες εργάζεται στην οικονομία των υπηρεσιών – η οποία θα πίστευε κανείς ότι δεν θα έπρεπε να είναι τόσο χρονοβόρα όσο η γεωργική εργασία – και, ίσως το πιο σημαντικό, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, οι οποίες υποτίθεται ότι θα μας έκαναν πιο παραγωγικούς από ποτέ, εργαζόμαστε υπερβολικά πολύ.

Επίσης, δεν έχουμε πραγματικά περίοδο επιβράδυνσης. Πολλοί από εμάς δεν παίρνουμε αναρρωτικές άδειες ή ημέρες άδειας λόγω της εργασιακής επισφάλειας. (Και ακόμη και όταν το κάνουμε, νιώθουμε ενοχές ή ντροπή γι’ αυτό.) Επιπλέον, οι πλείστοι δεν έχουν σύντροφο που μένει στο σπίτι και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, όπως συνέβαινε με αρκετούς εργαζόμενους που εργάζονταν πριν και λίγο μετά την καθιέρωση του μοντέλου 9 με 5.

Αν είστε ένας άγαμοι, single ή άτεκνοι νέοι σήμερα που εργάζεστε 45 ώρες σε μια δουλειά και στη συνέχεια κάνει 15 ώρες δουλειές του σπιτιού την εβδομάδα – ο μέσος όρος για τις γυναίκες είναι 17, ενώ για τους άνδρες 13 – έχετε να αντιμετωπίσετε συνολικά 60 ώρες εργασίας, που είναι ήδη το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που βρίσκεστε σε εγρήγορση. Αν προσθέσετε στην εξίσωση τη μετακίνηση στη δουλειά και την ανατροφή των παιδιών, τότε, λοιπόν, ξεκλέψετε ελάχιστες ώρες ελεύθερου χρόνου από’ δω κι από’ κει.

Πραγματικά, δεν είναι να απορεί κανείς γιατί τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί τάσεις όπως η «σιωπηρή παραίτηση», οι «τεμπέλικες δουλειές» ή το «κίνημα της επιβράδυνσης» Έχουμε βαρεθεί να πρέπει να επιλέγουμε τη δουλειά αντί για τη ζωή, μέρα με τη μέρα και χρόνο με το χρόνο, μέχρι μια μέρα (αν κι εφόσον) να βγούμε στη σύνταξη.

Ακόμη και ο ελεύθερος χρόνος αντιμετωπίζεται ως κτήμα από ορισμένους εργοδότες χάρη στο υποπροϊόν όλων αυτών των τεχνολογικών εξελίξεων, την κουλτούρα του “always-on“. Και αν δεν είσαι πρόθυμος να μετατραπείς σε ένα ρομπότ που μεγιστοποιεί το κέρδος των μετόχων, είσαι ακατάλληλος για αυτόν τον κόσμο, προφανώς. Ή δεν αξίζεις να κερδίζεις ένα μισθό που να σου εξασφαλίζει τα προς το ζην.

Τις προάλλες, έπεσα πάνω σε ένα βίντεο με τον ιδρυτή της Airbnb, Brian Chesky να λέει ότι έκανε στους 300 πρώτους υπαλλήλους της εταιρείας του την ίδια ερώτηση στη συνέντευξη πρόσληψης: «Αν σας έμενε ένας χρόνος ζωής, θα δεχόσασταν αυτή τη δουλειά;».

Αλλά ε εε- τα πράγματα θα μπορούσαν  να είναι πολύ χειρότερα, σωστά;

Τουλάχιστον σήμερα, σε αντίθεση με τη βιομηχανική εποχή, μπορείτε να φοράτε την εκμετάλλευσή σας ως παράσημο.

Ίσως το χειρότερο είναι ότι καμία από αυτές τις σκληρές προσπάθειες και θυσίες δεν εγγυάται σταθερότητα, ασφάλεια ή σχετική ευημερία – τουλάχιστον όχι πλέον ή στις περισσότερες χώρες αυτού του πλανήτη.

Και ναι, το να εργάζεσαι 40 ή περισσότερες ώρες την εβδομάδα κάθε εβδομάδα, όλο το χρόνο, ενώ παράλληλα καταπιάνεσαι με όλες τις ευθύνες που συνεπάγεται η επιβίωση στο σύγχρονο κόσμο -ιδιαίτερα αν παράλληλα έχεις και οικογένεια- χωρίς ποτέ να κάνεις ουσιαστικά διαλείμματα, είναι σαν να θυσιάζεις το μυαλό και το σώμα σου.

Χωρίς ξεκούραση, δεν υπάρχει ζωή.

Απλώς επιβιώνουμε.

Και το να βρίσκεσαι σε συνεχή κατάσταση επιβίωσης, με τη σειρά του, έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί χρόνιες παθήσειςόπως χρόνιο πόνο, καρδιακές παθήσεις, διαβήτη και ακόμη και κάποια μορφή καρκίνου. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι υπάρχει επίσης μια αύξηση των χρόνιων ασθενειών σε χώρες όπου η τοξική εργασιακή κουλτούρα εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό ο κανόνας.

Το κίνημα της «επιβράδυνσης», το αντίδοτο σε όλη αυτή την τοξικότητα της δουλειάς, το οποίο αφορά την απομάκρυνση από το άγχος και την προτεραιότητα στον ελεύθερο χρόνο, την ηρεμία και τις ουσιαστικές σχέσεις, είναι μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά είναι επίσης ουσιαστικά απλά… ζωή. Ή μάλλον αυτό που θα έπρεπε και όφειλε να είναι η ζωή. Οτιδήποτε άλλο είναι απάνθρωπο και μη βιώσιμο. Αλλά το γεγονός ότι πρέπει να προσθέσουμε το «αργή» και ότι το όλο θέμα θεωρείται κατά κάποιο τρόπο «επαναστατικό» δείχνει ότι έχουμε όντως ξεχάσει παντελώς τι πάει να πει ζωή.

Και δεν βοηθάει ακριβώς το γεγονός ότι ορισμένοι διαπομπεύουν εκείνους που προσπαθούν να εισάγουν αυτήν την «απαλότητα» στη ζωή τους.

Υπάρχουν χιλιάδες άρθρα γνώμης και αναρτήσεις στα social, αφιερωμένα ειδικά στο να κατακεραυνώνουν τις νεότερες γενιές προσπαθώντας να μας πείσουν ότι όλα όσα ζούμε είναι «φυσιολογικά».

Τα επιχειρήματα όμως υπέρ της αυστηρά καπιταλιστικής, 40 ή περισσότερων ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης είναι απλά σαθρά.

Για παράδειγμα, κάθε πείραμα τετραήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι σήμερα έχει φέρει θετικά αποτελέσματα. Υπάρχουν επίσης πειστικές αποδείξεις ότι ο αυτοέλεγχος του προγράμματός μας, η εργασία από το σπίτι και η λήψη συχνών ρεπό μας κάνουν πιο ευτυχισμένους, υγιείς, αλλά και παραγωγικούς.

Για να μην αναφέρουμε ότι ο ισχυρισμός «έτσι ήταν πάντα» δεν στέκει στον ιστορικό έλεγχο.

Ή στην κοινή λογική.

Το να πούμε ένα ηχηρό «μπάστα» και να ρίξουμε ρυθμούς, δεν είναι καλό μόνο για τους ανθρώπους.

Είναι καλό και για τον πλανήτη μας, καθώς διασπά άμεσα το καπιταλιστικό status quo που συνεχίζει να μας σπρώχνει όλο και πιο κοντά στην ίδια μας την καταστροφή.

Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι αυτό αποτέλεσε τον κανόνα τους τελευταίους αιώνες δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επανασχεδιάσουμε έναν καλύτερο κόσμο. Μπορούμε και οφείλουμε να το κάνουμε.

Αλλά πρώτα, σταματήστε ό,τι κάνετε και αφουγκραστείτε τη φύση που ανθίζει σιγά σιγά γύρω σας.

Και στη συνέχεια, πάρτε έναν γλυκό υπνάκο ♡♡♡.

✥ Δείτε επίσης: Κίνημα της Επιβράδυνσης: Τολμήστε να είστε αργοί σε έναν κόσμο που πρεσβεύει το 24/7, το YOLO και το Just Do It!