«Στο παζάρι με τα μεταχειρισμένα
φορεμένες ζωές καρτερούν νέους ένοικους
Η σιωπή ,η ερημιά ,
το ηλεκτρικό φως των δρόμων
η απώλεια που γεννά τη θλίψη
δεν είναι βίζες για τον θάνατο
Το χάος είναι η γεωγραφία της αγάπης
Το όνομα δεν είναι παρά καπνός και αντάρα.»

Η απώλεια μας συντρίβει. Μπορεί να κάνει και τον πιο δυνατό άνθρωπο να στροβιλίζεται χωρίς προορισμό, όπως τα κίτρινα φύλλα που τα χορεύει ο άνεμος. Μοιάζει με τη κήρυξη ενός λυσσασμένου πολέμου, όπου θύματα και θύτες είμαστε ανακατεμένοι χωρίς να ξεχωρίζουμε ο ένας από τον άλλο, βουτηγμένοι στο αίμα από τη κορφή ως τα νύχια. Ίδιοι και απαράλλαχτοι στο τέλος, σαν τα σφαχτά που κρέμονται από το τσιγκέλι του χασάπη. Ρόλοι που συνεχώς εναλλάσσονται σε μία θεατρική παράσταση με πρωταγωνιστές το συναίσθημα με το παράλογο, η ζέστη με τη παγωνιά, η επιθυμία με την απογοήτευση, το ασφαλές λιμάνι με το τσακισμένο στα βράχια ναυάγιο. Ατίμωση ο καθημερινός θάνατος από μοναξιά, ατίμωση ρευστή. Ξέρω πια πως είναι να είσαι μόνος σου. Να μην έχεις κανένα να μοιραστείς τη μέρα σου. Κανένα που να σε φροντίσει όταν αισθάνεσαι άσχημα.

Ξέρω πια πως είναι να μπαίνεις σ’ ένα άδειο σπίτι. Να μην έχει κανέναν μέσα του. Κανέναν να σου πει «Σ’ αγαπώ». Κανέναν να μοιραστείς τις σκέψεις σου. Κανέναν που να σου δίνει αγκαλιές και φιλιά καθημερινά. Κανέναν να απολαύσουμε αξέχαστες διακοπές. Κανέναν να δημιουργήσουμε κοινές μνήμες. Ξέρω πως αυτό που φωνάζει μέσα μου, όταν κοιτάζω το παρελθόν, είναι η απουσία. Και πως ό,τι τελικά αγάπησα, μόνος μου το αγάπησα.

Ο πόνος για την απώλεια μιας ύπαρξης που υπήρχε κάποτε μέσα σε όλα αυτά τα όμορφα τραγούδια, έχει δώσει τη θέση του στη ντροπή τού να μη Την έχουμε. Αν δεν έχουμε τίποτα θεωρούμε πως δεν αξίζουμε τίποτα. Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο να ζήσουν παρά να πεθάνουν. Μόνο που δεν είναι τίποτα να πεθάνουμε. Είναι τρομακτικό να μη ζούμε. Πολλές φορές η αγάπη χωρίς αγάπη είναι μια φωτιά που μας καίει αόρατα. Μια πληγή χωρίς να φαίνεται. Μια ατελείωτη περιπλάνηση χωρίς προορισμό.

Ωστόσο, όλο το φαντασιακό μέσα στο οποίο πλέουμε, δεν είναι παρά ένα ταξίδι στο χρόνο με βάρκα το σώμα μας. Ξεκινάμε ρίχνοντας το στα νερά της ζωής νέο, άφθαρτο, χωρίς ζημιές και αβαρίες. Μπορεί να ονειρευόμαστε τη γαλήνη των ήρεμων θαλασσών, αλλά υπάρχει περισσότερη αγαλλίαση όταν πλέουμε μέσα στις καταιγίδες προσπαθώντας να τις κατευνάσουμε εξαντλώντας τη λύσσα τους – και αυτό είναι η δική μας Οδύσσεια. Είναι η Οδύσσεια της επιθυμίας να ανακαλύψουμε νέα λιμάνια, τη πολυμορφία νέων κόσμων.

Το σώμα μας γερνά, όπως κάθε σκαρί που η αρμύρα της θάλασσας και τα χτυπήματα των κυμάτων με το πέρασμα του χρόνου του καταφέρνουν απώλειες και ζημιές. Είμαστε όμως χαμένοι, ταξιδιώτες χωρίς πυξίδα καταμεσής στον ωκεανό της ζωής. Προσπαθώντας να δαμάσουμε τις καταιγίδες και τα κύματα, έχουμε ξεχάσει προς τα πού είναι ο αρχικός μας προορισμός. Πλέουμε μέσα στον ωκεανό της ζωής χωρίς σκοπό, παραδομένοι στα κύματα που μας οδηγούν είτε να τσακιστούμε ναυαγώντας στα βράχια, είτε στο λιμάνι που θα προστατέψει το σκαρί μας από τη θαλασσοταραχή.

Ωστόσο, θα ήταν υπέροχο να καταλάβουμε τι καιρό κάνει πρώτα μέσα μας και πόσο χρόνο χάνουμε στον πλου μας, μην έχοντας μάθει πότε και πώς να τον αλλάξουμε.

Πόσα θα είχαμε να κερδίσουμε από τις απορίες της παιδικής μας ηλικίας για το χρώμα του ουρανού, την απαλότητα του αέρα, το τραγούδι του δάσους, την καταιγίδα, τη θύελλα, αφού είναι παραδεκτό ότι η γνώση της γης είναι αδιαχώριστη από τη γνώση του σώματος; Αντί να πατάμε στις βεβαιότητες που μας εκπαίδευσε να πιστεύουμε ο υπάρχων κόσμος; Αντί να είμαστε χαμένα παιδιά στην ώριμη ηλικία με μόνιμη προσμονή τη λήψη μίας απάντησης σε μία σειρά από ατελείς ερωτήσεις;

Για πόσο ακόμη θα συνεχίσουμε να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα αγοράζονται και πληρώνονται; Ο πληρωμένος χρόνος δεν επιστρέφει τίποτε πίσω. Η νεότητα θανατώνεται από τον χαμένο χρόνο με κυμαινόμενο επιτόκιο.

Τι μας μένει; Τίποτε περισσότερο από το να ζήσουμε σαν παιδιά τις ανολοκλήρωτες περιπέτειες μας.

Να το θυμάσαι.

*το κείμενο είναι αφιερωμένο στη Β.