Τίποτα δεν τρέχει και δεν βιάζεται. H ώρα έχει 60 λεπτά και το κάθε λεπτό, 60 δευτερόλεπτα που διαρκούν κανονικά.

Το νοσοκομείο δεν είναι τόπος· είναι κατάσταση. Το καταλαβαίνεις από τη στιγμή που περνάς την πόρτα και ο αέρας αλλάζει, σαν να κουβαλά μέσα του κάτι βαρύτερο από οξυγόνο. Τα χαμόγελα βγαίνουν μόνο όταν νιώθεις και για λόγους μικρούς. Αρκεί μια μικρή πτώση των λευκών αιμοσφαιρίων, της κρεατινίνης, το κοτόπουλο δίπλα στον πουρέ, μια νοσηλεύτρια συγχωριανή, δυο λέξεις ενός γιατρού. «Πάμε καλά».

Ο πόνος και η ανησυχία είναι τα επικρατέστερα συναισθήματα. Η αλληλεγγύη. Ο φόβος. Οι συνοδοί ανταλλάζουν βλέμματα και συναισθήματα κατανόησης. Μένουν εκεί. Σε καρέκλες σεζλόνγκ που πριν από αυτούς έχουν φιλοξενήσει δεκάδες άλλους συνοδούς. Ζουν ανάμεσα. Στο έξω και το μέσα. Παρατηρούν τους πίνακες στους διαδρόμους τις ώρες νοσηλείας. Άραγε αυτοί οι ζωγράφοι νιώθουν χαρά με τα έργα τους σε τοίχους νοσοκομείων; Εκθέσεις σε  τυχαίες διαδρομές. Εικονοστάσια, κολλημένες Παναγίες και Άγιοι με blue tack κι ένας παπάς που περιφέρεται Μεγάλη Εβδομάδα σε δωμάτια και σχηματίζει σταυρουδάκια από λάδι στα μέτωπα πιστών και άπιστων ασθενών και συνοδών. Δεν λες όχι. Φοβάσαι. Βοήθειά μας.

Το έξω των συνοδών συνεχίζει να κυλά. Τηλέφωνα φίλων, συναδέλφων για δουλειά, δάνεια, παιδιά, κείμενα που γράφονται σε καρέκλες για να παραδοθούν, πλυντήρια που πρέπει να μπουν, να βγουν, να απλωθούν. Κι απλώνεται η ψυχή μας σε αιματολογικές και καλλιέργειες ούρων. Τρέφομαι με κρουασάν βουτύρου και νηστίσιμα κουλούρια Θεσσαλονίκης με φιλαδέλφεια. «Τι κάνει σπίτι το παιδί;». Μυαλά που σκίζονται στα δυο. Το μέσα και το έξω. Οι επισκέπτες έρχονται και φεύγουν. Να δουν. Να πουν. Είμαστε εδώ.

Οι ασθενείς. Αυτοί που φωνάζουν και αυτοί που σιωπούν. Δάκρυ και φιλί για κάθε ήσυχο στεναγμό και κάθε αθόρυβο πόνο.

Τα εισιτήρια και τα εξιτήρια. Οι μέρες και οι νύχτες. Τα μικρόβια. Οι ανάσες που αγχώνουν. Οι ήχοι στα μηχανήματα. Μωρομάντηλα και μαντηλάκια αντισηπτικά. Πλαστικά κουτάλια. Κρέμες, ρυζόγαλα και φρουί ζελέ. Ο ορός. Που στάζει αργά. «Στάζει ή σταμάτησε; Να φωνάξουμε κάποιον».

Εσύ, ο άνθρωπός σου και μια καρέκλα.

Τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα δεν σε αγχώνουν, η επικαιρότητα σταματά, οι μέρες δεν έχουν όνομα. Βομβαρδισμοί στον Λίβανο, κακοκαιρία Ερμίνιο, παραγγελίες συκωταριά και αρνιά σε παύση.

Το ασανσέρ που αργεί. Οι άνθρωποι μέσα του. Ιστορίες ζωντανές στην κοιλιά μιας  ανυψωτικής μηχανής. Μαχητές στην ίδια γραμμή. Σε άλλο όροφο. Ο καφές το φάρμακό σου. Ζεστός, κρύος, πικρός, νόστιμος, άνοστος, βάλσαμο, δικαιολογία να βγεις λίγο έξω. Να πάρεις ανάσα βαθιά. Να ρουφήξεις οξυγόνο και να ξαναμπείς. Να κορδώσεις την ελπίδα που κυρτώνει και δεν πρέπει. Σκολίωση καρδιάς.

Στους διαδρόμους διασταυρώνεσαι με ανθρώπους που νομίζεις ότι γνωρίζεις από παλιά. Είναι εκείνοι που απέναντί τους περίμενες ώρες στα επείγοντα να έρθει η σειρά σου. Και είχες επεξεργαστεί κάθε λεπτομέρεια του βλέμματος των παπουτσιών και του κρυφού συναισθήματος μέσα τους. Σκανάρισμα σε ξένο σώμα να βρεις τον πόνο. Και είχες πλάσει μέσα σου τη δική τους ιστορία. Με το “Common Disaster” των Cowboy Junkies στη διαπασών. Δίπλα σε ιστορίες που φώναζαν.

Ένας πυροβολημένος ρομά. Μια κυρία με ρόμπα μωβ που δεν πρόλαβε να βάλει τα ρούχα της και  μουρμούριζε «κοιτάχτε το στόμα μου, πώς πάει, στραβώνει». Εγκεφαλικό σε απευθείας μετάδοση στον διάδρομο στα εξωτερικά. Εσωτερικά εξωτερικά μουδιασμένοι. Μια μαθήτρια κάποιας σχολής θεάτρου-θύμα μιας άστοχης γροθιάς συμμαθητή και μια ολόκληρη τάξη μελλοντικών ηθοποιών στην αίθουσα αναμονής. Ο κύριος των κανόνων: «Σε ποιο νουμεράκι είμαστε;». Σε νούμερο θεατρικό. ΕΚΑΒ με φάρους και σειρήνες καταφθάνουν και καταργούν τους αριθμούς.

Μια εβδομάδα παθών πριν τα πάθη του Χριστού με έβαλε σε σκέψεις. Το βλέμμα του μπαμπά μου. Βλέμμα μικρού παιδιού. Έχει γράψει ο Νικόλας Πετσίτης το “Νοσοκομείο” και το είχε πει μια φορά στο Bad Tooth. Δεν το λέει πια. Συγκινούμαι πάντα όταν σκέφτομαι εκείνο το βράδυ πώς το είχε πει. Βάζω ακουστικά όταν όλοι κοιμούνται. Παίζει το “Hospital” των Modern Lovers. Ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια στον κόσμο. Η ζωή στο νοσοκομείο δεν είναι μόνο πόνος και αγωνία· είναι και δύναμη ανοιχτή που σωρεύεται πάνω της η αγάπη και η συνειδητοποίηση και φουντώνει η ανάγκη για ζωή.

Το νοσοκομείο δεν σε κρατά. Σε κλείνει μέσα του για μέρες και μετά σε κλωτσά. Έχει κάνει όμως τη δουλίτσα του. Σε έχει αλλάξει αθόρυβα, επίμονα, δικαιολογημένα. Το καταλαβαίνεις στις κερασιές. Μετά το εξιτήριο την Άνοιξη, την νιώθεις αλλιώς τη ζωή. Και τις κερασιές αλλιώς τις νιώθεις.

[…] But I’m in love with this power that shows through in your eyes

I go to bakeries all day long
There’s a lack of sweetness in my life
And there’s pain inside
You can see it in my eyes

There is pain inside
You can see it in my eyes
It makes me think about me
That I’ve lost my pride

…But I’m in love with this power that resides in your eyes.

∼ Modern Lovers – Hospital

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram