Το να οδηγείς μηχανή να να βρίσκεσαι πάνω σε αυτή μπορεί να έχει πολύ περισσότερες ανταμοιβές, παρά κινδύνους. Άλλωστε, η ζωή από μόνη της είναι επικίνδυνο πράγμα κι αν δεν θες να κινδυνεύσεις ποτέ, ίσως ούτε το να μείνεις μες στο σπίτι σου σε σώζει.


Επίσης, σημαντικό κομμάτι της ηδονής αυτής να καβαλάς μια μηχανή και να φεύγεις πέρα, μακριά είναι και ακριβώς αυτό το περιρρέον ρίσκο, ότι ίσως κάτι συμβεί κακό. Μα, ναι, πώς δεν συμβαίνει το κακό-ευτυχώς, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι τρόποι να προφυλαχθούμε. Κράνος, σωστή εκπαίδευση, όχι πιωμένη οδήγηση, γερά αντανακλαστικά, προσοχή στα φανάρια και τα σήματα,

Ήθελα να γράψω στην αρχή όλα αυτά τα ξενέρωτα πλην σημαντικότατα, για να μας μείνει τώρα το κομμάτι το ωραίο, το ζουμερό, το ανεπανάληπτο. Η λατρεία μου για τις μηχανές, τις οποίες τονίζω πως δεν οδηγώ, απλώς αγαπώ να επιβαίνω if you know what I mean, ξεκίνησε από μια μικρή βόλτα που με είχε αφήσει ο μπαμπάς να κάνω με το σκούτερ ενός συναδέλφου του, χροόόνια πίσω. Θα ήμουν δεν θα ήμουν 11 ετών. Η αίσθηση που μου χάρισε αυτό το «γρήγορο, μηχανικό ποδήλατο» -έτσι την είπα την μηχανούλα μες στο μυαλό μου- ήταν αίσθηση χαράς, μαγείας, περιπέτειας. Ένιωσα τον αέρα στο πρόσωπο κι αυτό ήταν. Σύντομα, τον αναζήτησα ξανά. Τον αέρα.

Δεκαπέντε χρονών και βγάλε, καβάλα στο παπάκι του Ερμή και του Τσάκαλου στην Βόρεια Εύβοια. Για μπάνιο στα Κανατάδικα, για ρακέτες στο Πευκί, για βόλτες παντού, από Ωρεούς, μέχρι Αρτεμίσιο. Ένιωθα πάλι αυτήν την ελευθερία, την χαρά της ταχύτητας, την κατάσταση όπου ψυχή, μυαλό και σώμα έρχονται κι ευθυγραμμίζονται. Από τα δεκαοχτώ κι έπειτα, οι μηχανές έγιναν θεσμός, αφού το Σύμπαν με έστελνε συχνά πυκνά σε ωραία και καλά αγόρια με ωραιότερες και καλύτερες μηχανές. Δύο μεγάλοι έρωτες της ζωής μου έχουν συνδεθεί για πάντα, μα για πάντα-πάντα-πάντα, με μηχανάδες, αυτόν τον ήχο που κάνει όταν ξεκινά κι όταν σταματά, τα κλεμμένα φιλιά στα φανάρια, την εικόνα των χεριών που σφίγγουν τα χερούλια αποφασιστικά, τις στιγμές που τα δύο σώματα συγχρονισμένα γέρνουν στην στροφή.

Σκαλίζω τις σημειώσεις μου, τις παλιές γραφές, καθώς γράφω τώρα αυτό το κείμενο για τις μηχανές και -αναπόφευκτα!- τους μηχανόβιους. Βρίσκω ένα κείμενο που έγραψα 20 χρονών ακριβώς, δέκα χρόνια πίσω και κάτι ψιλά. Προφανώς, είχα αρχίσει να παίρνω σβάρνα τις λεωφόρους καβάλα σε μηχανές κυρίων και η έμπνευση θρεφόταν από την εμπειρία την φρέσκια, την μαυλιστική. Έγραφα, λοιπόν:

«Δεν φοβάμαι γιατί ξέρω πως κάτι εκεί πάνω με προσέχει, πως δεν έχει φθάσει η δική μου η ώρα ακόμα. Η μηχανή συγκεντρώνει όλον τον αέρα της πόλης, τα μαλλιά μου μου ξυρίζουν το πρόσωπο, δάκρυα τρέχουν από τα μάτια, μια ερωτική συνεύρεση είναι η ανάβαση σε μηχανή. Στο τέλος, μαλλιά μπλεγμένα προδοτικά.

Βάζω στο φουλ το εντός μου ραδιόφωνο-τραγουδάω ουρλιάζοντας και δεν ακούγομαι, ο αέρας παίρνει τα χείλη και το δέρμα μου, τα τακτοποιεί σε νέο καλούπι, δικό του. Τ’ αυτιά μου πονάνε, στη μύτη φθάνουν όλες οι μυρωδιές της Αττικής οδού. Το δυνατό χέρι κάποιου άντρα στο δεξί χερούλι, η μόνη μου ορατότητα.

Κλειστά μάτια, ήχος σαν έλευση δεκάδων ελικόπτερων, βαρύτητα μηδενική, κάπως έτσι θα είναι η κάθοδος στον Άδη. Κι αν είναι να’ ρθει αυτή η κάθοδος, θα’ χω ζήσε, θα’ χω ζήσει. Αυτό είναι ο παράδεισος στη γη, η στιγμή που δε σε ενοχλεί να πας στην Κόλαση, γιατί ξέρεις πως γεύτηκες.

Στο πέρας του μικρού ταξιδιού, ενοχλητική σιωπή, παράξενη επιστροφή του κορμιού στα γήινα μέτρα του, το πρόσωπο αφυδατωμένο, μούδιασμα στο μυαλό.

Αξίζει η ζωή για τέτοιες για τέτοιες στιγμές, πολύ. Αέρας κι άσφαλτος.»

Συζητώντας τόσα χρόνια με ανθρώπους που αγαπούν τις μηχανές και, μεταξύ μας, την ταχύτητα, καταλήγω ότι μας ενώνει αυτή η αγάπη για την αδρεναλίνη, αυτή η ανάγκη να νιώσουμε κατακτητές του δρόμου και, ίσως, λίγο, μυστικά, του χρόνου. Ο μηχανόβιος βίος είναι βίος που συνοδεύεται από συγκεκριμένη φιλοσοφία. Δεν θεωρώ μηχανόβιο τον κυρ Ηλία με το παπί για να εξυπηρετείται στις δουλειές του στη γειτονιά ή στο χωριό του. Ούτε τις τουρίστριες που νοικιάζουν σκούτερ και κάνουν στόρι με τα κράνη τους και τις γλωσσίτσες έξω. Μου την δίνουν οι φανατικοί κάθε είδους, τύπου χαρλεάδες, με αντίστοιχα κλαμπ και φορτική ενασχόληση με το «σπορ». Αλλά δνε γίνεται να είσαι μηχανόβιος από θέση και να μην έχεις μια έστω μικρή πετριά.

Θυμάμαι που είχα δει σε ένα πάρτυ ηθοποιών του Κοκκινόπουλου προ ετών στο Μοναστηράκι την θεότητα Ναταλία Δραγούμη να κατεβαίνει από την μηχανή της -πόσο ήθελα να είμαι στην θέση της, πόσο θέλω να είμαι στην θέση της μια μέρα. Φοβάμαι πολύ λιγότερο με μηχανή από ό,τι με αυτοκίνητο. Στη μηχανή επάνω, το σώμα σου νιώθεις πως σε πηγαίνει. Δεν είσαι εντός ενός κουβουκλίου με 4 ρόδες και εκατό κιλά σίδερα, είσαι πάνω σε μια σέλα και πας, πας, πας…

Πώς να ξεχάσω την εμπειρία του να κάνεις τον γύρο της Istanbul με μηχανές; Από νωρίς το πρωί, μέχρι αργά το βράδυ, με στάσεις φυσικά, στο ενδιάμεσο, μια παρέα είκοσι περίπου ατόμων κάναμε μια επική βόλτα. Όταν επέστρεψα στο δωμάτιό μου στις εστίες (έκανα Erasmus τότε), θυμάμαι δεν με χωρούσε ο τόπος. Δεν μπορούσα να πιστέψω τι εμπειρία είχε βιώσει η ψυχή μου και το σώμα μου ολόκληρη εκείνη την ημέρα.

Δεν υπάρχουν πολλά συναισθήματα στον κόσμο που να συγκρίνονται με αυτό. Ευκολία, ταχύτητα, εξοικονόμηση χρόνου -θυσιάζεις μονάχα λίγη άνεση, ιδίως στα ταξίδια. Αλλά, πείτε μου εσείς, έχετε γυρίσει από θάλασσα, καλοκαίρι σε νησί, απόγευμα να έχει δύσει ο ήλιος, με μηχανή; Να τρώει τ’ αλάτι ο αέρας, να κλείνετε τα μάτια από ευτυχία; Προσοχή! Όχι όταν οδηγείτε! Όταν, ίσως, γλυκά αγκαλιάζετε τον οδηγό… Έχετε κάνει εκδρομή με μηχανη; Να σταματάτε όποτε θέλετε; Να αφήνεστε στις σκέψεις σας, μπροστά στην απογυμνωτική, διαλογιστική επιρροή του ανοιχτού δρόμου, εμπρός;

Και νύχτα; Στην πόλη; Έχετε δοκιμάσει να διασχίσετε με μηχανή την Πατησίων ή την Πειραιώς; Σχεδόν με μια ανάσα.

Όπως έγραψε και η Δήμητρα Βασιλειάδη σε ένα κείμενό της εδώ στο Olafaq.gr «Η Ελλάδα κατέχει μία ιδιαίτερη πρωτιά στην Ευρώπη, ναι είναι και σε κάτι πρώτη, διαθέτει τις περισσότερες μοτοσικλέτες ανά 1000 κατοίκους. Ο μέσος όρος για τις υπόλοιπες χώρες είναι 67, ενώ για την Ελλάδα είναι 160, περίπου 2,5 φορές περισσότερο. Τα δίκυκλα, ειδικά στην Αθήνα, είναι μέρος της καθημερινότητάς μας».

Φανταστείτε τι κίνηση θα υπήρχε αν δεν είχαμε και τόσα δίκυκλα! Εσείς, αλήθεια, έχετε νιώσει ποτέ το ανεπανάληπτο συναίσθημα του να οδηγείτε ή επιβαίνετε μηχανή;