Από τα σχολικά χρόνια, βομβαρδιζόμαστε με αντικαπνιστικές καμπάνιες και μαθαίνουμε τις ολέθριες επιπτώσεις του τσιγάρου στους πνεύμονες και στην υγεία μας γενικότερα.

31 Μάη φέτος η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος και έχω ήδη διαβάσει και δει όλα όσα, πάνω κάτω, ο μέσος ενήλικας δυτικός άνθρωπος γνωρίζει σε βαθμό αηδίας, από την συνεχή, επί σειρά ετών, ρεπετισιόν.

Μωρέ, να σας πω τι σκέφτομαι; Όσοι είναι να καπνίσουν, καπνίζουν.

Καπνίζουν κι ας μαθαίνουν, ας πούμε, ότι οι πρώην καπνιστές εξακολουθούν να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου από εκείνους που δεν κάπνισαν ποτέ! Ακόμα κι αν δεν καπνίζουν οι γονείς τους, ακόμα κι αν είχαν τα αυτιά και τα μάτια τους ανοιχτά την ώρα που η όποια καθηγήτρια ή δάσκαλος τους ενημέρωνε περί βλαβερών συνεπειών του καπνίσματος.

Οι επιλογές μας είναι μια πλούσια συνισταμένη. Σχολείο και οικογενειακό περιβάλλον διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης. Κι ύστερα, συνήθως με την ενηλικίωση, η ζωή ανοίγει δρόμους. Νέες παρέες, πανεπιστήμιο, εργασιακό περιβάλλον, ερωτικές σχέσεις. Διαμορφώνουμε ταυτότητα, γούστα, κλίσεις, ουσιαστικά επανεφευρίσκουμε συνεχώς τον εαυτό μας, μας «λανσάρουμε» εν πολλοίς σε σχέση με την μουσική που ακούμε, τις ταινίες που μας αρέσουν, την γειτονιά που μένουμε, την δουλειά που κάνουμε, την ζωή που μας αρέσει να ζούμε.

Το κάπνισμα είναι πολλά περισσότερα από κάπνισμα. Είναι στοιχείο που δομεί το στιλ κάποιου ανθρώπου. Μέχρι και πολύ πρόσφατα ήταν, επισήμως και ανεπισήμως, σέξι. Για άντρες, αλλά και για γυναίκες.

Υπάρχει η ενδιαφέρουσα ιστορία των τσιγάρων Marlboro, που στην αρχή τα κάπνιζαν μόνο γυναίκες και, για να τα κάνουν θελκτικά και στο ανδρικό κοινό, σκέφτηκαν τον καουμπόη με το τζιν και το μυστηριώδες ύφος-ένα αντρικό πρότυπο που αφήνει μέχρι σήμερα το στίγμα του. Ο πυρήνας της καμπάνιας των Marlboro ήταν η Ελευθερία, «είμαι ελεύθερος να πάω όπου θέλω, να κάνω ό, τι θέλω, βεβαίως να καπνίσω».

Τα λέει καλύτερα ο Mikeius σχετικά.

Παρά το ότι το τσιγάρο έχει για τα καλά σημάδεψει πολλές γενιές ανθρώπων, έχει συνδεθεί ή και διαμορφώσει sex sumbols, έχει υπονοήσει ποιότητες (διαφορετικές ενδεχομένως για άνδρες και γυναίκες) όπως «ελευθερία», «ελευθεριακότητα, «διαθεσιμότητα», «σκληράδα», ακόμα και «διανόηση», «καλλιτεχνικότητα», η Gen Z δεν καπνίζει. Το κάπνισμα έχει αντικατασταθεί από το άτμισμα. Ένα τσιγάρο στο χέρι, όλο και λιγότερο, στοιχείο γοητείας, αρρενωπότητας, θηλυκότητας.

Ο αντικαπνιστικός νόμος, όσες αντιστάσεις και να βρήκε στην εφαρμογή του ιδίως τα πρώτα χρόνια, εφαρμόζεται για τα καλά σχεδόν παντού. Λίγες οι εξαιρέσεις. Μια στροφή σε μια πιο υγιεινή ζωή, με λιγότερο κρέας, περισσότερη άσκηση, πιο υγιεινά και θρεπτικά γλυκά και σνακ, αλλά και η έντονη, διαχρονικά, ανάγκη των ανθρώπων να μένουν και να δείχνουν νέοι, έχουν καταστήσει το τσιγάρο ακόμα πιο uncool.

Ακόμα, έχω την υποψία ότι τείνει να θεωρηθεί δείγμα ταπεινής, λαϊκής καταβολής. Οι πλούσιοι δεν καπνίζουν, πια. Μάλλον οι νεότεροι πλούσιοι. Είναι άλλο θέμα, άσχετο (ή μήπως όχι;) με το άρθρο αυτό, το αν οι νέοι-πλούσιοι ή μη-έχουν στραφεί σε κατανάλωση σοβαρών ποσοτήτων ναρκωτικών, ακόμα και εκτός πλαισίου διασκέδασης. Τρεις μυτιές κάθε βράδυ ή τρία τσιγάρα;

Η γράφουσα καπνίζει, από τα 21 της χρόνια. Μια δεκαετία νικοτίνη. Όχι όλα τα χρόνια το ίδιο. Μέσα σε μια άνοιξη, είναι πιθανό να κάπνισα ό, τι είχα καπνίσει μέσα σε τρία χρόνια.

Γιατί;

Γιατί μου αρέσει η γεύση του καπνού, με τον τρόπο που μου αρέσει ο σκέτος καφές, το τυρί μπρι, το κάψιμο της σπράιτ όταν τρώω πίτσα πεπερόνι. Γιατί είναι η συντροφιά μου όταν είμαι μόνη μου, με βοηθάει όταν γράφω ή όταν απομαγνητοφωνώ, μου αρέσει να βλέπω τα τσιγάρα δίπλα στα χαρτιά και στα μολύβια μου, κάνουν την καρδιά μου να γεμίζει με μια παράξενη αίσθηση γαλήνης.

Αλλά και γιατί συνήθισα. Και γιατί είναι μονάδα μέτρησης χρόνου: να τον επιμηκύνει (έλα, ένα τσιγάρο ακόμα και φεύγεις μετά) ή να τον εξηγήσει (τρία τσιγάρα δρόμος).

Δεν αγαπώ τα πρωινά τσιγάρα. Ούτε χρειάζομαι επειγόντως νικοτίνη μαζί με το ποτό ή τον καφέ. Εκεί που δεν μπορώ να διανοηθώ να μην καπνίσω είναι μετά το φαγητό.

Ξέρω ότι όλα είναι στο μυαλό. Το ξέρω γιατί, όσες φορές έχω θελήσει να μην καπνίσω για αρκετές ώρες ή λίγες μέρες, δεν κάπνιζα. Απλώς δεν κάπνιζα. Ακόμα κι αν είχα πακέτο στο σπίτι. Ξέρω επίσης ότι και στην χαρά μου το ζητώ και στη θλίψη. Και στη μοναξιά και στην παρέα και στον έρωτα (πριν και μετά). Είναι δυνατό χαρτί για κάποιον, στα μάτια μου, αν καπνίζει. Μπορούμε να μοιραστούμε αυτήν την απόλαυση, αυτήν την βλαβερή χαρά, να μην βρωμάει κανείς σε κανέναν.

Ξέρω ότι με βλάπτει. Τα πρώτα πέντε ή έξι χρόνια της καπνιστικής μου ζωής δεν είχα σχεδόν καμία συνέπεια. Τα τελευταία τρία με τέσσερα, έχω ξυπνήσει κάποιες φορές με γλώσσα-σόλα. Υπάρχουν τα λατρευτά φλέμματα-όχι πολύ συχνά, ευτυχώς. Έχω μυρίσει νικοτίνη και πίσσα στα μαλλιά και τα ρούχα μου. Έχω δυσαρεστηθεί με αυτό.

Δεν μπορώ τα ξέχειλα τασάκια, δεν μπορώ να κοιμάμαι με γόπες δίπλα μου ή κοντά μου. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι βγαίνω από το αεροδρόμιο μιας ξένης χώρας ή από το καράβι σε ένα λιμάνι και δεν ανάβω τσιγάρο. Φωτογραφίζομαι συχνά με ένα τσιγάρο στο χέρι. Οι συνέπειές του αρχίζουν να γίνονται δειλά δειλά ορατές στο δέρμα και τα μαλλιά.

Προσπαθώ να πίνω άφθονο νερό και πορτοκαλάδες. Τρώω σχετικά υγιεινά, οπότε δεν με αγχώνουν οι επιπτώσεις στην εμφάνιση-προς ώρας, τουλάχιστον. Θα ήμουν έτοιμη να το κόψω για χάρη ενος παιδιού, του παιδιού μου.

Μην πιστεύετε ότι εμείς που καπνίζουμε, είμαστε τίποτα περισσότερο θλιβεροί από εσάς τύπους. Απλώς, μπορεί να μην είμαστε τόσο αποφασισμένοι όσο εσείς, ή ξεροκέφαλοι και να λέμε ότι «επιλέγουμε» να συνεχίσουμε το κάπνισμα. Είναι ό, τι χειρότερο. Ό, τι εθιστικότερο-θέλει αρκετή δουλειά για να το κάνεις απλά σαν χόμπυ. Σκεφτείτε ότι το κείμενο που διαβάζεται το γράφει ένας άνθρωπος που πέρσι τέτοια εποχή θα μπορούσε να νιώσει ναυτία αν έκανε περισσότερα από δέκα τσιγάρα μέσα σε μια μέρα. Και χθες κάπνισε ένα πακέτο-κι ήθελε κι ένα ή δύο ακόμη τσιγαράκια.

Μην πιστεύετε ότι εμείς που καπνίζουμε δεν σκεφτόμαστε και ποτέ-ποτέ-ποτέ την ζωή μας χωρίς τσιγάρο. Και χωρίς εκείνα τα έξοδα που σέρνει από πίσω του. 80, 100 ευρώ το μήνα, μπορεί και περισσότερο.

Απλώς, προσωπικά, έχω βαρεθεί με την άκρατη δαιμονοποίησή του. Και δεν μπορώ να ξεχάσω πώς ένιωσα σε εκείνο το μπαρ στη Νέα Υόρκη (στο Μανχάταν), όπου το κάπνισμα επιτρεπόταν αυστηρά εκτός μαγαζιού, ναι, εκτός και του εξωτερικού χώρου. Κάπνιζα σχεδόν δαχτυλοδεικτούμενη στην άκρη του δρόμου και ούτε καν το απολάμβανα. Με πιάνει κι αυτό το πείσμα με κάποιες καταστάσεις και πράγματα.

Μια γενική τάση κατά του καπνίσματος (να χαρώ εγώ τα βρωμερά iqos σας) με βρίσκει κάπως πιο σκεπτική, με κάνει να νιώθω αρκούντως κουλ με τη λευκή κασετίνα καρέλια μου, μου υπενθυμίζει πόσο παιδί της γενιάς μου δεν είμαι, τα δάχτυλά μου βρωμάνε, αλλά εκείνος που τ’ αγαπά μπορεί να τα φιλήσει κι έτσι.

Ξέρω κι εγώ; Κάπως τ’ αγαπώ το τσιγάρο. Είναι βέβαιο ότι σε εκατό διακόσια χρόνια δεν θα καπνίζει κανείς. Ας ανήκω στους τελευταίους θεριακλήδες της γης, λοιπόν. Ανάβοντας, φετιχιστικά με σπίρτο. Όλα για χάρη της μυρωδιάς και της φωτιάς. Ιδανικότατα, σε μια ταβέρνα, με άλλους καπνιστές τριγύρω. Να αιωρείται η κάπνα. Να πεθάνουμε όλοι μια ώρα αρχύτερα, έχοντας κάνει ένα τελευταίο από καρδιάς γλέντι.

Και, ίσως, η ορχήστρα να χει τα κότσια να παίζει αυτό το κομμάτι.  Μπείτε εσείς, στο μεταξύ, Tik Tok κι ατμίστε.

ΥΓ: Προς Θεού. Δεν θέλω καμιά και κανέναν να κάνω καπνιστή. Απλώς την επόμενη φορά που θα με ρωτήσει κανείς με τίποτα συναισθήματα οίκτου ή αηδίας «γιατί καπνίζεις;», θέλω να έχω να τον παραπέμπω κάπου. Σε αυτό εδώ το κείμενο. Τα φιλιά μου.