Το πρώιμο έργο του Άντον Τσέχωφ χρειάστηκε πολλά χρόνια για να βρει τον δρόμο του προς τη σκηνή. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση κείμενα και σημειώσεις του συγγραφέα παραδόθηκαν στο Γενικό Αρχείο του Κράτους από τον γιο του. Ανάμεσα τους και ένα άτιτλο έργο που μεταγενέστερα ονομάστηκε Πλατόνωφ, όπως και το όνομα του κεντρικού ήρωα.

Μπορεί το “Πλατόνωφ” να μην είναι το πιο γνωστό έργο του Τσέχωφ και σίγουρα όχι το πιο πολυπαιγμένο αποτελεί, όμως, τη μήτρα της θεματολογίας που αργότερα θα κινηθεί ο συγγραφέας. Ένα βρέφος που μεγαλώνοντας θα συγγενέψει με τις “Τρεις αδερφές”, τον “Θείο Βάνια” και φυσικά με τον “Βυσσινόκηπο”.

Όπως, σε όλα τα έργα του Τσέχωφ έτσι και εδώ οι ήρωες παλεύουν να υπάρξουν μέσα στην παρακμή τους. Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στο παρελθόν και τις προσδοκίες τους προσπαθούν να απαγκιστρωθούν από έναν κόσμο που πεθαίνει. Δυσκολεύονται να το αντιληφθούν κι ακόμη περισσότερο να το αποδεχτούν. Ένδοξα φαντάσματα μιας εποχής που προσμένουν τη δική τους Μόσχα.

Για την Δανάη Σπηλιώτη οι αναγνώσεις του έργου είναι τόσες όσες ο καθένας μας αντέχει να δει. Ένα έργο ανοιχτό που διακρίνονται τα πρώτα σχήματα που αργότερα θα γίνουν μοτίβα. Και αυτός είναι ο λόγος που ο “Πλατόνωφ” σημειώνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όποιον θέλει να κατανοήσει το σύνολο του θεατρικού έργου του Τσέχωφ.

Κατά τη διάρκεια της παράστασης υπάρχουν ηχητικά κρωξίματα, φτερούγισμα των χεριών και ήρωες να παραδίδονται σε πολυθρόνες. Δεν είναι επιτήδευση ούτε ευκολία. Το ένα έργο φανερώνει το άλλο έως ότου η σκηνοθεσία της Δανάης Σπηλιώτη να αποκαλύψει τον ίδιο τον συγγραφέα.

«Αυτό συμβαίνει είτε το θέλουμε είτε όχι γιατί οι ηθοποιοί έχουν την εμπειρία άλλων έργων κι αναφορών. Ακόμη κι αν δεν είναι συνειδητές οι επιλογές τους και μόνο που παίζεις Τσέχωφ λειτουργεί υποσυνείδητα όλο το υλικό που έχεις συλλέξει μέσα σου. Όταν πάω να διερευνήσω ένα κείμενο δεν με νοιάζει ποιος το έγραψε ή το πότε το έγραψε. Με νοιάζει να πιστέψω τι είναι αυτές οι οδηγίες που μου δίνει ο συγγραφέας. Πώς θα τις κάνω να πάρουν τρισδιάστατη μορφή. Όταν προσπαθείς να κάνεις αυτό ανακαλύπτεις και τα σχήματα. Δεν συμβαίνει επίτηδες. Δεν είναι εξωτερική επιλογή. Είναι αποτέλεσμα της σχέσης που αναπτύσσεις με το ίδιο το κείμενο προσπαθώντας να το κατανοήσεις».

Στους αγαπημένους κήπους του συγγραφέα ένοικοι και επισκέπτες αποτελούν ένα κομμάτι της παρακμάζουσας τσαρικής εποχής. Όλοι τους μετέωροι ανάμεσα στο παλιό και αυτό που περιμένουν να έρθει. Νοσταλγοί χαρούμενοι μα και θλιμμένοι προσπαθούν να ξεγελάσουν τις αδυναμίες τους ζώντας σαν να τους τελειώνει ο χρόνος. Ολότελα αδύναμοι να διεκδικήσουν το καινούριο που από στιγμή σε στιγμή γεννιέται.

«Το έργο για εμένα ήταν σαν να λύνω ένα γρίφο. Σαν να πηγαίνω τυφλά και να ψηλαφώ προσπαθώντας να καταλάβω που με οδηγεί αυτό το κείμενο. Προσπαθούσα να καταλάβω τί στο καλό συνέβαινε σε αυτόν τον άνθρωπο. Τον Τσέχωφ τον αγαπώ πολύ ως συγγραφέα και ως άνθρωπο. Αισθάνομαι ότι καταλαβαίνω την ποιότητα του ανθρώπου που γράφει».

«Στην αρχή προσπαθούσα να καταλάβω διαβάζοντας για την εποχή. Έθετα μόνη μου ερωτήματα. Γιατί έχει εμμονή με τα σπίτια που χάνονται; Αναζήτησα αν υπάρχουν ντοκουμέντα για την πολιτική του θέση. Το κύκλωνα προσπαθώντας να ξεκλειδώσω το κείμενο με χίλιους τρόπους. Για τα μεταγενέστερα έργα του μπορείς να βρεις άπειρο υλικό. Για το “Πλατόνωφ” δεν υπάρχουν ιδιαίτερες αναφορές κι αυτό είναι κάτι που κατά τη γνώμη μου πρέπει να αποβάλουμε και ως θεατές και ως δημιουργοί. Ο Τσέχωφ δεν ξέρουμε τι ήταν. Ούτε τον γνωρίσαμε, ούτε ξέρουμε πως ήθελε τα έργα του να αποδίδονται. Είδαμε τους επόμενους τι κάνανε. Γιατί αυτή η αντίληψη να είναι ο Τσέχωφ;».

«Αυτό είναι κάτι που εμένα με προβληματίζει γιατί έχει να κάνει με μία γενικότερη στάση απέναντι στη ζωή και πως σπάμε τα στερεότυπα. Φυσικά ο κάθε δημιουργός έχει τον κόσμο του, τους κώδικες του. Όμως γιατί πρέπει να τους βάζουμε σε κουτάκια. Ας δούμε το κάθε έργο με ειλικρίνεια. Όχι με αυτό που περιμένει ο θεατής. Έχει μεγάλη σημασία για εμένα η ειλικρίνεια. Περισσότερη κι από την όποια επιτυχία. Δεν πειράζει κι αν δεν τα καταφέρεις αρκεί να σταθείς με ειλικρίνεια μπροστά του και μπροστά στους θεατές. Για αυτό νιώθω πως το θέατρο είναι αλλεπάλληλες συναντήσεις».

Οι ηθοποιοί και ο μουσικός της παράστασης καθ’ όλη τη διάρκεια παραμένουν πάνω στη σκηνή. Ούτε μία στιγμή δεν λείπουν. Άλλοτε ασάλευτοι κι άλλοτε “κρυμμένοι” μέσα στο σκηνικό γίνονται μέρος του. Εκθέματα που περιμένουν μία στιγμή δόξας που είτε θα τους λυτρώσει είτε θα τους αφανίσει.

«Το έργο όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, για να πάρει μία παραστάσιμη μορφή που να με αφορά, έχει να κάνει με τη συνθήκη ότι όλοι είμαστε συνένοχοι με κάποιον τρόπο. Δεν είναι μία ιδιωτική υπόθεση. Είμαστε όλοι εδώ. Όλοι παρόντες κι όλοι συνυπεύθυνοι. Δεν υπάρχουν θύματα και θύτες. Από ένα σημείο και έπειτα η εμπειρία ενός χαρακτήρα μοιράζεται στους υπόλοιπους. Το τι θα συμβεί σε μία σκηνή με τον Πλατόνωφ και την Γκρέκοβα ή με τη Σοφία πρέπει να διαχυθεί ως εμπειρία και στους υπόλοιπους για να συντονιστούμε σε έναν κοινό βηματισμό. Για να μπορέσω να καταλάβω αυτό το έργο άνοιξα πολύ τη διαίσθηση και το ένστικτο μου από ένα σημείο και μετά. Αυτό με οδήγησε στο ότι είμαστε όλοι εκεί. Είναι ο τρόπος που εγώ το προσέλαβα και το κατάλαβα. Επειδή βλέπω το θέατρο ως έναν τόπο συνάντησης και όχι ως ένα διαχωρισμό των καλλιτεχνών από τους θεατές, με απασχολεί ιδιαίτερα το κοινό βίωμα».

Στο φινάλε του έργου η Δανάη Σπηλιώτη έχει προσθέσει, μεταξύ άλλων, μία φράση που προσωπικά πιστεύω έχει συμπυκνώσει όλη την δραματουργία του Τσέχωφ. “Τί φταίει για αυτήν την καταστροφή; Τί μας έχει συμβεί; «Κι είναι ευτυχές ζητούμενο όταν ο ένας δημιουργός ανακαλύπτει τον άλλον. Κι ας υπάρχουν εκείνοι που επιζητούν καθαροαιμία. Η τέχνη δεν είναι ιερό τοτέμ κι ούτε ανήκει σε κανέναν. Ευλογημένο το ταξίδι που γεννάει νέους προορισμούς!».