Υπήρξε μια εποχή (όχι τόσο μακρινή όσο θέλουμε να πιστεύουμε) που το πεζοδρόμιο ήταν απλώς αυτό που έλεγε η λέξη: ένα πλακόστρωτο έδαφος για να περπατάς. Ένας διάδρομος μετάβασης, ένα ενδιάμεσο state. Πήγαινες κάπου. Δεν ήσουν κάπου. Αντάλλασσες βλέμματα, όχι stories. Έκανες ελιγμούς ανάμεσα σε σώματα, για να προσπεράσεις κάποιους αν είχες αργήσει. Και, τότε, το πεζοδρόμιο δεν ζητούσε τίποτα από εσένα. Ούτε κατανάλωση, ούτε participation, ούτε vibe.

Σήμερα, το πεζοδρόμιο έκανε rebranding. Έγινε μπαρ. Έγινε τραπέζι. Έγινε lounge χωρίς τοίχους. Έγινε ένα θορυβώδες σκηνικό κοινωνικότητας και, κάπου εκεί, χάσαμε το plot. Δεν είναι πια χώρος διέλευσης· είναι χώρος παραμονής, στάσης, πόζας. Ένα perpetual “κάτσε λίγο ακόμα”, μέχρι να κλείσει ο λογαριασμός ή να τελειώσει το ποτό. Και το χειρότερο είναι πως το πεζοδρόμιο δεν φιλοξενεί πια την πόλη, αλλά τη σκηνοθετεί.

Και ναι, το πεζοδρόμιο-μπαρ σου πουλάει κάτι πολύ δελεαστικό: την αίσθηση ότι συμμετέχεις. Κάθεσαι έξω, βλέπεις ανθρώπους να περνούν, ακούς φωνές, μηχανάκια, γέλια, τσακωμούς. Νιώθεις “μέσα στη ζωή”. Μόνο που αυτή η ζωή είναι σε safe mode. Την παρακολουθείς από απόσταση ενός τραπεζιού. Με ένα ποτήρι στο χέρι, με τον τιμοκατάλογο μπροστά σου, με τα όρια χαραγμένα από καρέκλες και σχοινάκια. Άρα δεν είσαι μέσα στην πόλη, είσαι, μάλλον, στο observation deck της.

Η κοινωνικότητα εδώ δεν είναι αυθόρμητη, είναι οργανωμένη. Δεν προκύπτει, σερβίρεται. Και το βασικότερο, δεν ανήκει σε όλους, νοικιάζεται με την ώρα. Το πεζοδρόμιο μετατρέπεται σε εμπειρία προς κατανάλωση και εσύ σε κομπάρσο μιας ζωής που μπορεί να φαίνεται “ζωηρή” αλλά παίζει σε ένα μονότονο loop. Μιλάς για τα πάντα, εκτός από το πού βρίσκεσαι. Βλέπεις τους άλλους, αλλά δεν τους συναντάς ποτέ πραγματικά. Και όλα συμβαίνουν εκεί, αλλά τίποτα δεν σε αφορά πλήρως.

Κάπως έτσι, η πόλη γίνεται ντεκόρ. Ένα background noise για καφέδες, μπύρες και “να τα πούμε”. Και το πιο ειρωνικό; Νομίζουμε ότι αυτό είναι κοινωνικότητα. Ότι επειδή καθόμαστε έξω, είμαστε ανοιχτοί. Ότι επειδή καταναλώνουμε τον δημόσιο χώρο, τον ζούμε κιόλας. Στην πραγματικότητα, απλώς τον αγοράζουμε σε μικρές δόσεις. Και όταν τελειώσει το ποτό, μαζεύουμε τις καρέκλες, μαζί και την ψευδαίσθηση ότι ήμασταν, έστω για λίγο, μέρος της πόλης.

Το πεζοδρόμιο ως υποκατάστατο αυτής της εμπειρίας λειτουργεί παρηγορητικά στην ψυχολογία σου. Σε έναν κόσμο όπου ο χρόνος είναι περιορισμένος, οι σχέσεις συχνά επιφανειακές και η μοναξιά διάχυτη γύρω μας αλλά πρωτίστως μέσα μας, το να κάθεσαι έξω με ένα ποτό δίνει την αίσθηση της κοινωνικότητας, ότι τελικά ανήκεις κάπου χωρίς όμως να παίρνεις ποτέ το ρίσκο της ουσιαστικής επαφής. Δεν χρειάζεται να καταβάλεις κόπο, δεν χρειάζεται να μιλήσεις, δεν χρειάζεται να αποκαλύψεις όλα όσα σκέφετεσαι, να εκτεθείς, να συνδεθείς βαθιά αυτόν που έχεις απέναντί σου. Αρκεί που είσαι ορατός. Κάπου που να σε βλέπουν. Με αυτόν τον τρόπο  υπάρχεις χωρίς όμως να δώσεις εξηγήσεις αυτή της ύπαρξης.

Ταυτόχρονα, ο δημόσιος χώρος ιδιωτικοποιείται σιωπηλά. Το πεζοδρόμιο δεν ανήκει πια σε όλους· ανήκει σε όσους μπορούν να πληρώσουν για να καθίσουν. Ο πεζός στριμώχνεται, ο ηλικιωμένος δυσκολεύεται, το παιδί μαθαίνει ότι ο δρόμος δεν είναι χώρος παιχνιδιού αλλά κατανάλωσης. Η πόλη χάνει τη φυσική της ροή και αποκτά σκηνικά με εμάς τους ίδιους να είμαστε πρωταγωνιστές και θεατές μαζί. Δεν περπατιέται· προσπερνιέται.

Και όμως, αυτή η μεταμόρφωση λέει κάτι πολύ βαθύτερο που οι ίδιοι φοβόμαστε να παραδεχτούμε ανοιχτά. Δείχνει την ανάγκη μας για ουσιαστικότερη επαφή, για έξοδο, για συμμετοχή. Το πρόβλημα δεν είναι ότι καθόμαστε έξω. Το πρόβλημα είναι ότι αρκεστήκαμε σε αυτό. Αντί για πραγματικές εμπειρίες, διαλέγουμε εικόνες τους. Αντί για πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις, στιγμιότυπα. Αντί για πόλη, ένα τραπέζι πάνω στο πεζοδρόμιο. Όταν το πεζοδρόμιο έγινε μπαρ, μπορεί να κερδίσαμε κάτι σε ευκολία αλλά χάσαμε περισσότερα σε ουσία. Και ίσως το ερώτημα δεν είναι τελικά πού καθόμαστε και με ποιους, αλλά το αν ζούμε πραγματικά όσα νομίζουμε ότι ζούμε.

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.