«Χημικά παντός καιρού» (forever chemicals) και μικροπλαστικά βρίσκονται στο νερό μας, στα καλλυντικά και τα ρούχα μας, ακόμη και μέσα στον εγκέφαλό μας. Τα μαγειρικά σου σκεύη μπορεί να σε δηλητηριάζουν — ίσως και το φαγητό σου επίσης. Μυστηριώδεις — και όχι και τόσο μυστηριώδεις — ασθένειες φαίνεται να απειλούν συνεχώς με μια νέα παγκόσμια πανδημία. 

Οι ανησυχητικές ειδήσεις για βίαια εγκλήματα έχουν κάνει τους ανθρώπους νευρικούς και ανασφαλείς. 

Μέσα σε όλη αυτή τη συνθήκη άγχους που διαπερνά τη σύγχρονη ζωή μπορεί εύκολα κανείς να υποθέσει πως ο κόσμος είναι ένα θεμελιωδώς απειλητικό μέρος. Το 2023 το 40% των Αμερικανών δήλωσαν ότι νιώθουν ανασφαλείς όταν περπατούν μόνοι τη νύχτα — το υψηλότερο ποσοστό από το 1993, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Gallup. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η Generation Z αντιλαμβάνεται περισσότερους κινδύνους γύρω της σε σύγκριση με άλλες γενιές. 

Η πραγματικότητα είναι όμως κάπως διαφορετική. Η βίαιη εγκληματικότητα έχει μειωθεί, τα αεροπορικά ταξίδια είναι πιο ασφαλή από ποτέ και η θνησιμότητα από μολυσματικές ασθένειες έχει μειωθεί σημαντικά κατά τον 20ό και 21ο αιώνα (ακόμη και η επίδραση της πανδημίας Covid-19 μετριάστηκε χάρη στην ταχεία ανάπτυξη αποτελεσματικών εμβολίων). 

Παρόλο που υπάρχουν ακόμα πολλά που μπορούν να γίνουν για να διασφαλιστεί η ασφάλεια και η ευημερία των ανθρώπων, των ζώων και του πλανήτη, οι Αμερικανοί (κι όχι μόνο αυτοί) σήμερα ζουν πιο μακροχρόνιες και πιο ασφαλείς ζωές σε σχέση με προηγούμενους αιώνες κατά γενική ομολογία. 

Τίποτα δεν είναι χωρίς ρίσκο, αλλά η εμμονή με ορισμένους κινδύνους μπορεί να είναι παραπλανητική λένε οι ειδικοί. Ο κίνδυνος και το ρίσκο είναι αναπόσπαστα μέρη του μεγάλου εγχειρήματος της ανθρώπινης ύπαρξης. Η γραμμή μεταξύ επαρκούς αυτοπροστασίας και υπερβολικής επαγρύπνησης είναι λεπτή και οι δικές μας λανθασμένες εκτιμήσεις για το τι συνιστά πραγματικό κίνδυνο μπορεί απλώς να θολώσουν τα νερά. Όμως μια ζωή χωρίς ρίσκο είναι και μια ζωή χωρίς χαρές και συγκινήσεις. 

Παλαιότερα ο κίνδυνος αξιολογούνταν κυρίως με βάση τις επιστημονικές και πολιτισμικές γνώσεις της εποχής. Πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι θεωρούνταν οι «φυσικές» αιτίες: φωτιές που κατέστρεφαν σπίτια και πόλεις, μολυσματικές ασθένειες και απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες. Χωρίς δεδομένα ή καθοδήγηση από ειδικούς οι άνθρωποι βασίζονταν κυρίως στη δική τους εμπειρία — και στις εμπειρίες των άλλων — για να εκτιμήσουν τον κίνδυνο.  

Καθώς όμως η τεχνολογία προχωρούσε πριν περίπου 150 χρόνια οι κίνδυνοι πολλαπλασιάστηκαν. Οι νέες μεταφορές, όπως οι σιδηρόδρομοι έκρυβαν κινδύνους τόσο για επιβάτες όσο και για εργαζόμενους. Ορυχεία, εργοστάσια και άλλοι χώροι εργασίας της βιομηχανικής εποχής ήταν εστίες κινδύνου. Για να μπορέσει να γίνει αξιολόγηση του ρίσκου της βιομηχανικής εργασίας, τα κράτη άρχισαν να συλλέγουν δεδομένα για ατυχήματα και θανάτους. 

«Τα δεδομένα συλλέχθηκαν για να υποστηρίξουν το επιχείρημα ότι πρέπει να δώσουμε σημασία σε αυτούς τους κινδύνους — ότι το κράτος πρέπει να παρέμβει και να τους διαχειριστεί» λέει η Arwen Mohun, καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ντέλαγουερ και συγγραφέας του βιβλίου Risk: Negotiating Safety in American Society. «Τα πρώτα ευρέως συλλεγμένα δεδομένα αφορούσαν τη δημόσια υγεία και τα εργατικά ατυχήματα και τα δύο ήταν μεγάλα πολιτικά ζητήματα». 

Στις μέρες μας — ειδικά τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μας επιτρέπουν να μαθαίνουμε για όλα τα άσχημα και τρομακτικά που συμβαίνουν στον κόσμο. Υπάρχουν στοιχεία για τα πάντα, από τον αριθμό των κρουσμάτων γρίπης κάθε χρόνο έως την πιθανότητα να κερδίσει κανείς το λαχείο, ωστόσο η δύναμη της προσωπικής εμπειρίας εξακολουθεί να διαμορφώνει το πως αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τόσο αριθμούς, όσο και αφηγήσεις για να χτίσουν μια εικόνα για το τι θεωρείται ασφαλές και τι όχι. 

Το πρόβλημα είναι ότι δεν είμαστε καλοί στο να ερμηνεύουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο. 

Η εμπιστοσύνη παίζει τεράστιο ρόλο στο ποια δεδομένα, ειδικούς ή εμπειρίες λαμβάνουμε υπόψη μας λέει ο Jens Zinn, αναπληρωτής καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης. Σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών, πρέπει να υπάρχει διαρκής επαγρύπνηση λέει ο Zinn. Όσοι είναι δύσπιστοι απέναντι στην επιστήμη μπορεί να θεωρούν τους ειδικούς διεφθαρμένους και ότι μιλούν μια γλώσσα ακατανόητη. Έτσι επιλέγουν να πιστέψουν αυτό που θεωρούν “αλήθεια”, επειδή το έχουν δει οι ίδιοι ή το έχουν ακούσει από κάποιον διαδικτυακό σχολιαστή. 

Παρόλο που τα δεδομένα φαίνονται αντικειμενικά, δεν είμαστε πολύ καλοί στο να τα ερμηνεύουμε λέει ο Dirk Wulff, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Max Planck για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν είναι φτιαγμένος για να επεξεργάζεται μεγάλα νούμερα. Το ίδιο ισχύει και όταν προσπαθούμε να αξιολογήσουμε τον κίνδυνο με βάση τις δικές μας εμπειρίες. Η πιο ακριβής αξιολόγηση του κινδύνου, λέει ο Wulff, είναι να συνδυάζουμε την εμπειρία με τα δεδομένα και τις συμβουλές των ειδικών. Όμως οι ανθρώπινες παρερμηνείες διαρκώς απειλούν αυτή την ευαίσθητη ισορροπία.  

Όσο περισσότερο αισθάνεσαι ότι ελέγχεις μια κατάσταση, τόσο πιο άνετα αισθάνεσαι με τον κίνδυνο. «Οι άνθρωποι φοβούνται περισσότερο τον καρκίνο και λιγότερο τις καρδιοπάθειες, γιατί πιστεύουν ότι μπορούν να ελέγξουν τις καρδιοπάθειες» λέει ο David Ropeik, συγγραφέας του How Risky Is It, Really?: Why Our Fears Don’t Always Match the Facts.  

Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης έρευνας για την αντίληψη του κινδύνου από τη Γενιά Ζ, ο Gabriel Rubin, καθηγητής σπουδών δικαιοσύνης στο Πανεπιστήμιο Montclair State, έχει διαπιστώσει ότι η συνεχής πληροφόρηση σχετικά με ποικίλες απειλές —όπως η εγκληματικότητα, από απαγωγές σε μικρές πόλεις μέχρι μαζικούς πυροβολισμούς και η κλιματική αλλαγή— έχει οδηγήσει σε αυξημένο φόβο στους νέους. 

Η επίμονη κάλυψη από τα ΜΜΕ αεροπορικών δυστυχημάτων, βίαιης εγκληματικότητας και τοξικών χημικών μπορεί να οδηγήσει αναγνώστες και θεατές να πιστεύουν ότι αυτά τα γεγονότα αποτελούν πιο άμεση απειλή απ’ ό,τι πραγματικά είναι. 

Το να νιώθεις συνεχώς απειλούμενος μπορεί να οδηγήσει στο να αντιλαμβάνεσαι περισσότερους κινδύνους και να νιώθεις αυξημένο άγχος. Όλο αυτό το στρες έχει βαθιές επιπτώσεις στο σώμα, από αυξημένο κίνδυνο για καρδιοπάθειες έως καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος. 

Το ότι ο κίνδυνος μπορεί να καραδοκεί παντού δεν σημαίνει πως η ζωή είναι από τη φύση της επικίνδυνη. Ο κίνδυνος είναι αναπόφευκτος, όπως και ο θάνατος και οι φόροι. Όμως το να τον αποφεύγεις σημαίνει ότι αποκόπτεσαι και από όλα τα ευχάριστα πράγματα της ζωής, διότι αυτό δεν είναι ζωή — είναι καθήλωση και υιοθέτησης της παθητικής στάσης. 

*Με στοιχεία από το Vox.

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο FacebookBluesky και Instagram.