Σαν σήμερα, το 1964, τα γυμνά κορίτσια του θρυλικού Windmill Theatre του Λονδίνου υποκλίθηκαν για τελευταία φορά, ντύθηκαν και το μικροσκοπικό θέατρο έκλεισε τις πόρτες του, βάζοντας άνω τελεία στην ιστορία του ξεχωριστού αυτού θεάτρου που λειτούργησε για συνολικά 32 χρόνια.

Προτού, όμως, μετατραπεί σε θέατρο, το κτίριο στέγασε, από τα τέλη του 1909 και για κάποια χρόνια, έναν από τους πρώτους κινηματογράφους του Λονδίνου, το Palais de Luxe. Είχε μια μικροσκοπική γωνιακή είσοδο, η οποία διατηρείται μέχρι και σήμερα, και ήταν χωρητικότητας 600 θέσεων. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 έγινε ο πρώτος art house κινηματογράφος της Βρετανίας, υπό τη διεύθυνση της Elsie Cohen – Βρετανή επιχειρηματία ολλανδικής καταγωγής που αργότερα άνοιξε τον κινηματογράφο The Academy στην Oxford Street του Λονδίνου.

Το 1931 το κτίριο αγοράστηκε από μία πλούσια εκκεντρική χήρα της εποχής, την Laura Henderson, η οποία προσέλαβε τον αρχιτέκτονα  Howard Jones προκειμένου να το αναδιαμορφώσει σε μονόκλιτο θέατρο. Έτσι, απέκτησε μια νέα πρόσοψη σε στυλ ανεμόμυλου με πυργίσκους και μπαλκόνια. Έγιναν αλλαγές και στο εσωτερικό του κτιρίου, ενώ την διακόσμηση ανέλαβε η ίδια η Laura Henderson. Το Windmill Theatre άνοιξε στις 22 Ιουνίου 1931, ανεβάζοντας το έργο «Inquest» του Michael Barringer με πρωταγωνίστριες τις Mary Glynne και Hilda Trevelyan. Δυστυχώς, δεν είχε επιτυχία και το φθινόπωρο του 1931 το Windmill Theatre επέστρεψε στην προβολή art house ταινιών.

Λίγο καιρό αργότερα, η ανήσυχη Laura Henderson προσέλαβε το διάσημο Βρετανό ιμπρεσάριο Vivian Van Damm και μαζί εισήγαγαν το Λονδίνο σε ένα είδος θεάματος που ξεκίνησε από την πολύ πιο ελευθεριάζουσα κουλτούρα του Παρισιού εκείνης της εποχής. Ονομάστηκε Revuedeville και περιλάμβανε 18 ασταμάτητα ψυχαγωγικά νούμερα που περιείχαν χορό, τραγούδι και κωμικά σκετς από τις 2.30 μ.μ. μέχρι τις 11.00 μ.μ., που όμως στην αρχή δεν είχαν και μεγάλη εμπορική επιτυχία. Στην προσπάθειά τους να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού, η Henderson και ο Van Damm αποφάσισαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Moulin Rouge και να εισάγουν στη σκηνή γοητευτικά γυμνά κορίτσια – τα Windmill Girls.

Φωτ.: The Windmill Soho

 

Εκείνη την εποχή, οι θεατρικές παραστάσεις υπόκειντο σε λογοκρισία από την κυβέρνηση, ενώ ο υπεύθυνος για τη λογοκρισία ήταν ο Λόρδος Chamberlain, ο οποίος είχε τη δύναμη να διακόψει μια παράσταση ή ακόμη και να κλείσει ένα ολόκληρο θέατρο. Εκμεταλλευόμενη ένα  νομικό παραθυράκι, η διοίκηση του Windmill Theatre παρουσίαζε τα γυμνά της κορίτσια σε πόζες πλήρους ακινησίας σαν άλλα ζωντανά αγάλματα ή σε στυλ tableaux vivants, και τελικά έπεισε τον Λόρδο Chamberlain ότι δεν υπήρχε τίποτα το άσεμνο σε αυτό. Το επιχείρημα έγινε παραδόξως δεκτό και το Windmill Theatre έκτοτε γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Ο Van Damm δημιούργησε μια σειρά από γυμνά tableaux vivants που δανείζονταν τα θέματά τους από την Annie Oakley και την Άγρια Δύση του Buffalo Bill, από μυθικά πλάσματα όπως οι γοργόνες, κ.α. Αργότερα, εισήχθη και κίνηση με τη μορφή του χορού με βεντάλια. Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο παρακάμπτονταν το πνεύμα του νόμου, επιτρέποντας την κίνηση τρόπο τινά στα γυμνά κορίτσια, ικανοποιώντας έτσι τις απαιτήσεις του κοινού, ήταν η μετακίνηση των σκηνικών και όχι των ίδιων κοριτσιών. Οι παραστάσεις του Windmill έγιναν τεράστια εμπορική επιτυχία και τα κορίτσια του Windmill έκαναν περιοδεία με την παράστασή τους και σε άλλα θέατρα και αίθουσες μουσικής του Λονδίνου και της επαρχίας. Το Piccadilly Theatre και το Pavilion Theatre αντέγραψαν την συνταγή της επιτυχίας του και έκαναν non-stop παραστάσεις, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό και μειώνοντας την επισκεψιμότητα του Windmill.

Φωτ.: The Windmill Soho

Το Windmill Theatre έγινε γνωστό και από το περίφημο σλόγκαν του, «We never closed» («Δεν κλείσαμε ποτέ»). Και πραγματικά, το θέατρο – με εξαίρεση το υποχρεωτικό δωδεκαήμερο κλείσιμο που αφορούσε όλα τα θέατρα, μεταξύ 4 και 16 Σεπτεμβρίου του 1939 – παρέμεινε ανοιχτό ακόμα και καθ’ όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρά τις απαιτήσεις της κυβέρνησης να το κλείσει, διασκεδάζοντας τους κατοίκους του Λονδίνου ακόμα και κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας βομβαρδισμού κατά του Ηνωμένου Βασιλείου το 1940 και 1941. Για όσο διαρκούσαν οι χειρότερες από εκείνες τις επιθέσεις, τα μέλη του θιάσου του θεάτρου έβρισκαν καταφύγιο στην ασφάλεια των δύο υπόγειων ορόφων του Windmill Theatre.

Πολλοί από τους θαμώνες του Windmill ήταν οικογένειες και στρατιώτες, καθώς και διασημότητες που έρχονταν ως καλεσμένοι της ίδιας της Henderson. Μεταξύ αυτών των καλεσμένων της υψηλής κοινωνίας περιλαμβάνονταν οι πριγκίπισσες Έλενα Βικτώρια και Μαρί Λουίζ (κόρη και εγγονή της βασίλισσας Βικτώριας αντίστοιχα). Ακόμη και μετά τον θάνατο της Henderson το 1944 σε ηλικία 82 ετών, οι παραστάσεις συνεχίστηκαν.

Το Windmill φιλοξένησε και πολλούς διάσημους καλλιτέχνες, όπως ο βρετανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Freddie Eldrett, ενώ δεν ήταν λίγοι και οι διάσημοι κωμικοί που γνώρισαν εκεί την πρώτη τους πραγματική επιτυχία, όπως ο Jimmy Edwards, ο Tony Hancock, ο Harry Secombe, ο Peter Sellers και ο Barry Cryer. Ορισμένα από τα πιο διάσημα pin-up κορίτσια της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της δεκαετίας του 1960 έκαναν επίσης ένα πέρασμα ως Windmill Girls, όπως η Pamela Green και η June Palmer.

Η πτώση ξεκίνησε κατά την δεκαετία του 1960, όταν η άλλοτε μοντέρνα, γεμάτη καταστήματα και εστιατόρια περιοχή του Soho μετατράπηκε σε μια κακόφημη γειτονιά που φιλοξενούσε μονό στριπτιτζάδικα και ινστιτούτα μασάζ. Το Windmill Theatre έγινε θύμα της ίδιας του της επιτυχίας και, αδυνατώντας να ανταγωνιστεί τους νέους του γείτονες, αποδέχτηκε τη μοίρα του, υποκλίθηκε με αξιοπρέπεια και έσβησε τα φώτα τις σκηνής στις 31 Οκτωβρίου του 1964.

Φωτ.: The Windmill Soho