Το 1952 ο Γιάννης Τσαρούχης συμμετείχε στην έκθεση της ομάδας Αρμός στο Ζάππειο Μέγαρο. Μια έκθεση που βρίσκει την μετεμφυλιακή Ελλάδα σε ένα κλίμα καχυποψίας και εσωστρέφειας. Το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς ο Αλέξανδρος Παπάγος με τη βοήθεια του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος γινόταν “κοινοβουλευτικός δικτάτορας“. Μπορεί οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να είχαν λήξει από τα τέλη του 1949 η Μακρόνησος όμως λειτουργούσε κανονικά και το παρακράτος με τα στημένα κατηγορητήρια συνέχιζε τη βρώμικη δουλειά του. Η διπλή δίκη της ομάδας Μπελογιάννη είχε ξεκινήσει ήδη από τον Οκτώβριο του 1951 για να ολοκληρωθεί με την κρατική δολοφονία-εκτέλεση του Μπελογιάννη. Ένα γεγονός που μπορεί να μην συνδέεται φανερά με τους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής αλλά που όμως είχε προκαλέσει την οργή πολλών ανθρώπων των τεχνών και των γραμμάτων.

Στην έκθεση ο Γιάννης Τσαρούχης εξέθετε ένα έργο που έμεινε στην ιστορία ως ο πίνακας του “θιγμένου ναυτικού“. Ο πραγματικός τίτλος του έργου είναι ‘’Ναύτης καθιστός και γυμνό ξαπλωμένο’’ και έδειχνε δύο άντρες σε ένα δωμάτιο. Ο πρώτος φοράει ναυτική στολή και ο δεύτερος είναι ξαπλωμένος γυμνός στο κρεβάτι με το μόριο του σε κοινή θέα. Η αίσθηση είναι σαφώς ερωτική χωρίς όμως να υπάρχει σωματική επαφή μεταξύ τους. Όταν ο αρχηγός της Αστυνομίας είδε τον πίνακα ενημέρωσε τους αξιωματικούς του Βασιλικού Ναυτικού οι οποίοι απαίτησαν να αποσυρθεί το έργο και να συλληφθεί ο καλλιτέχνης. Ο Τσαρούχης αρνήθηκε με αποτέλεσμα θερμόαιμοι ναύτες να πάνε στο χώρο της έκθεσης και στην κυριολεξία να βανδαλίσουν τα πάντα. Τότε, ο Τσαρούχης αναγκάστηκε να κατεβάσει τον πίνακα και να φυγαδευτεί προκειμένου να γλιτώσει τη σύλληψη από το Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, που είχε ιδρυθεί ένα χρόνο πριν.

Ναύτης καθιστός και γυμνό ξαπλωμένο, 1948. | Ίδρυμα Γιάννη Τσαρούχη.

Όπως, ήταν αναμενόμενο το περιστατικό απασχόλησε τον Τύπο που διχάστηκε σε εκείνους που θεώρησαν την επέμβαση αυτή λογοκρισία και σε αυτούς που διερρήγνυαν τα ιμάτια τους περί προσβολής των συμβόλων της πατρίδας. Μάλιστα, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Σπύρος Μελάς, γνωστός για τους πύρινους λόγους του εναντίον των ομοφυλοφίλων και ηθικός αυτουργός της απόφασης να μην πάρει το Νόμπελ λογοτεχνίας ο Νίκος Καζαντζάκης, έγραψε στην Εστία ένα άρθρο που κατακεραύνωσε όχι μόνο τον Γιάννη Τσαρούχη αλλά και τον Γιάννη Μόραλη που συμμετείχε στην έκθεση με ένα έργο που απεικόνιζε γυναικείο γυμνό.

Ως απάντηση ο Τσαρούχης υποστήριξε πως η επίθεση ήταν στοχευμένη στο πρόσωπο του μιας και στον ίδιο χώρο ο Κοσμάς Ξενάκης εξέθετε ένα έργο που έδειχνε έναν Σάτυρο σε πλήρη στύση, κάτι που δεν ενόχλησε κανέναν. Η φιλία του Γιάννη Τσαρούχη με τη συγγραφέα και σύντροφο του Νίκου Μπελογιάννη, Έλλη Παππά ίσως κρύβεται πίσω από αυτή την επίθεση. Το σίγουρο είναι πως η “αρρενωπότητα“ και τα εθνικά φρονήματα του Βασιλικού Ναυτικού ένιωθαν απειλή από την πιθανή ομοερωτική διάθεση του έργου και κάπως έτσι προέκυψε και ο τίτλος του “θιγμένου ναυτικού“.

Ο Γιάννης Τσαρούχης μέσα από το έργο του κατάφερε να αφηγηθεί μια ολόκληρη εποχή και να συνομιλήσει με τον σύγχρονο τρόπο αντίληψης που δειλά προσπαθούσε να κάνει τα πρώτα του βήματα στην Ελλάδα. Όπως, και ο Ελύτης και όλη η γενιά του ΄30 έψαχνε σημείο αναφοράς στην τέχνη του με έναν καθαρά ελληνικό τρόπο απαλλαγμένο από τη στενόμυαλη εγχώρια νοοτροπία και ταυτισμένο με τα νεότερα ευρωπαϊκά ρεύματα, για να βρει την πιο ευαίσθητη, ζωντανή έκφραση της.