Είναι Νοέμβριος του 2007 κι εγώ εργάζομαι ως υπεύθυνος Γραφείου Τύπου στο κλαμπ “Κύτταρο” της οδού Ηπείρου. Ο Μίμης ο Γιακουμέλλος με ενημερώνει πως κλείσαμε μια πολύ ιδιαίτερη συναυλία για τα μέσα του μήνα: Θα ερχόταν στην Αθήνα για μία μοναδική βραδιά ο Ιάπωνας Kenji Damo Suzuki, ο τραγουδιστής του θρυλικού γερμανικού krautrock συγκροτήματος των CAN (μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν πως το όνομα CAN είχε προκύψει το μακρινό 1967 στη Γερμανία από τα ακρωνύμια των λέξεων Communism, Anarchism και Nihilism). Σε εκείνη την προγραμματισμένη συναυλία του, με τον Suzuki θα τραγουδούσε η Σαβίνα Γιαννάτου ενώ θα τους συνόδευαν ο Τηλέμαχος Μούσας και ο Δημήτρης Καμαρωτός που τότε είχαν ένα σχήμα που λεγόταν Stationary Machinery.

Αρχικά παθαίνω την πλάκα μου! Θυμάμαι το 1994 που ως φοιτητές στην κινηματογραφική σχολή είχαμε λιώσει το “Tago Mago” και το “Ege Bamyasi”, τα δύο αριστουργηματικά άλμπουμ των CAN από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αρχίζω να μιλάω, όπως ήταν αναμενόμενο, όχι με κάποιον μάνατζερ του, αλλά με τον ίδιο τον Suzuki, ο οποίος το 2007 ήταν 57 ετών και είχε ήδη περάσει έναν καρκίνο. Λίγες μέρες πριν τη συναυλία του, ο Suzuki στέλνει ένα μήνυμα στο οποίο δηλώνει τι θα ήθελε να τον περιμένει στα καμαρίνια του Κυττάρου: Ένα κιλό τηγανητός γαύρος, ένα μπουκάλι καλό κρασί και δυο – τρεις στριμμένοι έτοιμοι μπάφοι. Τα δύο πρώτα τα ανάλαβε ο Γιακουμέλλος, για το χασίσι αναγκάστηκα να βγω εγώ παγανιά και να τηλεφωνήσω σε διάφορους φίλους προκειμένου να μου εξασφαλίσουν το χόρτο του Γιαπωνέζου.

Τα καταφέραμε κι έτσι μια ωραία πρωΐα -ήταν συγκεκριμένα Σάββατο 3 Νοεμβρίου του 2007- βρέθηκα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος για να τον παραλάβω και να τον οδηγήσω κατευθείαν στο ξενοδοχείο του, λίγα μέτρα παραπέρα από την οδό Ηπείρου στο κέντρο της Αθήνας. Δεν θα είχε πολύ χρόνο ο Suzuki, δηλαδή λίγη ξεκούραση στο δωμάτιο του, μια πρόβα στο “Κύτταρο” με τους μουσικούς, μετά η συναυλία, ύπνος και τ’ άλλο πρωί αναχώρηση για κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη στο πλαίσιο της περιοδείας του. Τρόπος του λέγειν «περιοδεία», αφού ο Suzuki ταξίδευε παντού μόνος του. Τι έκανε ο ευφυής ο τύπος; Έκλεινε από πριν συναυλίες – παραστάσεις με ξένους μουσικούς, τους οποίους δεν γνώριζε, και απλά έκανε μια σύμπραξη μαζί τους με οποιοδήποτε όργανο κι αν έπαιζαν. Ήξερε να «πουλάει» την περσόνα του και ουσιαστικά δεν έκανε καμία πρόβα με τους μουσικούς των διαφόρων χωρών που θα επισκεπτόταν και θα τους συναντούσε.

Ομολογώ πως είχα ένα δέος που θα συναντούσα έναν ροκ ήρωα των πολύ νεανικών μου χρόνων. Ο ίδιος, όταν εμφανίστηκε στις αφίξεις του αεροδρομίου, είχε ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Μετρίου αναστήματος, με μακριά γκρίζα μαλλιά και αραιή γενιάδα, με αγκάλιασε εγκάρδια και αφού είπαμε τα βασικά μπήκαμε στο ταξί που θα μας μετέφερε στο κέντρο. Θυμάμαι την απάντηση του όταν του είπα πως γι’ αυτόν ο Άλεν Γκίνζμπεργκ θα μπορούσε να έχει γράψει το “Ουρλιαχτό” του: «Αυτά τα λένε οι δημοσιογράφοι! Ούτε τον Γκίνζμπεργκ γνώρισα ποτέ, ούτε τον Κέρουακ, ούτε είχα σχέση με την ποίηση. Ένας χίπης του δρόμου ήμουν, που γύριζα τον κόσμο, μου ”έκατσαν” οι CAN και δουλέψαμε σε τρεις δίσκους!».Έτοιμος για συνέντευξη ήταν ο τύπος, κανονικά όμως! Εκεί, μες το ταξί, έχοντας δίπλα μου αυτόν τον άνθρωπο, μου ήρθε μια τρελή ιδέα: Γιατί να μην του κάνω μία ταινία, ένα κινηματογραφικό πορτραίτο του γι’ αυτές τις λίγες ώρες που θα βρισκόταν στην Αθήνα; Που και πότε θα ξανάβλεπα κοτζάμ Damo Suzuki; Ακόμη δεν του λέω τίποτα, συζητάμε και καταγράφω την κουβέντα μας στο κασετοφωνάκι μου αυτή τη μία ώρα περίπου που κάνουμε να φτάσουμε στο ξενοδοχείο του. Κι όταν φτάσαμε, τον ρωτάω δίχως δεύτερη σκέψη:

– Τι ώρα θα έρθεις για πρόβα στο “Κύτταρο”;
Κατά τις 8.

– Θα κοιμηθείς τώρα στο δωμάτιο σου;
Λίγο. Λέω να βγω καμιά βόλτα εκεί γύρω.

– Θες να δώσουμε ραντεβού στο “Κύτταρο” κατά τις 5; Λέω να σου κάνω ένα μικρό γύρισμα, να μείνει κάτι από σένα και το πέρασμα σου από την Ελλάδα.
Γιατί όχι;

Αυτό ήταν! Αφήνω τον Suzuki στο ξενοδοχείο και αρχίζω τα τηλεφωνήματα, πρώτα στον βασικό συνεργάτη μου, τον διευθυντή φωτογραφίας Δημήτρη Θεοδωρόπουλο με τον οποίο είχαμε ολοκληρώσει δυο χρόνια πριν το ντοκιμαντέρ “Ζωντανοί στο Κύτταρο – Σκηνές Ροκ”. Καταφέρνω να μαζέψω σύσσωμο το συνεργείο από την προηγούμενη κινηματογραφική δουλειά μας: Την ενδυματολόγο Μιράντα Θεοδωρίδου, τη μακιγιέζ Εύη Ζαφειροπούλου, τον σκηνοθέτη Έκτορα Λυγίζο (πάντα πρόθυμος ο Λυγίζος ν’ ακολουθήσει τις τρέλες που στήναμε), τον Γιώργο Χρυσανθακόπουλο, βοηθό του Θεοδωρόπουλου στην κάμερα, αλλά και τον γκουρού μου, τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο (αυτός κι αν ήταν πρόθυμος, ο συχωρεμένος, ν’ ακολουθήσει τις τρέλες μας).

Η ιδέα που είχα ήταν να στηθεί ένα χάπενινγκ σε στυλ Fluxus, στο οποίο ο Παγουλάτος θα απήγγειλε σουρεαλιστική ποίηση, ενόσω ο Suzuki θα έκανε φωνητικά, και ταυτόχρονα διάφοροι φίλοι, που επίσης θα έρχονταν, θα έπαιρναν από μια… μπάμια μπαίνοντας στο “Κύτταρο”. Τις μπάμιες τους τις μοίραζε ο Παγουλάτος μέσα από ένα μεγάλο τηγάνι – ήταν μια παραπομπή φυσικά στο εξώφυλλο του άλμπουμ των CAN “Ege Bamyasi”. Μεταξύ αυτών των φίλων ήταν η εικαστικός και εκπαιδευτικός Μάιρα Λιούγκου, η ποιήτρια Μαρία Λαγγουρέλη και η Σοφία, η κόρη της ενδυματολόγου μας, μικρό κοριτσάκι τότε. Η Μιράντα, μάλιστα, έντυσε τον Παγουλάτο με κοστούμι και καπέλο καβουράκι σε στυλ δηλαδή beat ποιητή των 50s. Πως τα καταφέραμε και στήσαμε όλη αυτή την παράνοια μέσα σε χρόνο dt, ήταν κάτι το πρωτοφανές! Στο όλο εγχείρημα προστέθηκαν η ηθοποιός Ρόζα Προδρόμου και ο ντράμερ Θανάσης Αρχανιώτης από το συγκρότημα Μακρινά Ξαδέρφια. Η μεν Ρόζα θα διάβαζε Αρκά (τον παλιό καλό Αρκά) και θα έκλαιγε υστερικά μπροστά στον φακό, ο δε Θανάσης θα τη συνόδευε με τα ντραμς στο κλάμα της. Και, φυσικά, ο Suzuki, όποτε δεν θα μίλαγε στον φακό, θα έκανε τους χαρακτηριστικούς βοκαλισμούς του.

Όλα έγιναν, όπως τα σχεδιάσαμε. Η ταινία, που θα την έλεγες ένα rockumentary ή απλά ένα ροκ χάπενινγκ, γυρίστηκε μέσα σ’ ένα τρίωρο περίπου και χωρίς ιδιαίτερο άγχος. Κλειστήκαμε μέσα στο “Κύτταρο” και κάναμε ότι μας κατέβαινε κυριολεκτικά στο κεφάλι. Μεγάλη στιγμή αυτή που ο Παγουλάτος απήγγειλε ένα ποίημα του αφιερωμένο στον Damo Suzuki, ενόσω ο ίδιος χασκογελούσε βλέποντας ένα τσούρμο παλαβούς να τον κάνουν ταινία.

Το τι είπε ο Suzuki μπροστά στο φακό μαζί με ότι άλλο μου εξομολογήθηκε κατά τη διαδρομή αεροδρόμιο – κέντρο Αθήνας, δεν θα το γράψω εδώ. Εκκρεμεί η ανάσυρση εκείνης της κασέτας με τη φωνή του από την ηχητική μπάντα του ντοκιμαντέρ και όχι μόνο. Μπορώ όμως να περιγράψω κάποια ευτράπελα που συνέβησαν όταν δόθηκε η συναυλία του με τη Σαβίνα Γιαννάτου αμέσως μετά το τέλος των γυρισμάτων μας. Και η αλήθεια είναι πως δεν ταίριαξαν καθόλου με τη Σαβίνα. Δεν είχαν την παραμικρή χημεία μεταξύ τους, όπως δεν είχε και καμία σχέση το τραγούδισμα τους ή, σωστότερα, οι βοκαλισμοί τους. Η Σαβίνα τραγουδούσε κοιτάζοντας προς τα αριστερά και ο Suzuki προς τα δεξιά, καθώς οι Stationary Machinery έπαιζαν με ηλεκτρικά πριόνια και κιθάρες. Κάποια στιγμή, στο εικοσάλεπτο διάλειμμα της παράστασης τους, με πιάνει η Σαβίνα και μου λέει: «Δεν τον αντέχω! Έχει…μπαφιάσει όλα τα καμαρίνια!». Κι αυτός ο αθεόφοβος, όμως! Μέσα σε είκοσι λεπτά είχε πιει ολόκληρο το μπουκάλι με το κρασί -ναι, έτσι ακριβώς συνέβη- καπνίζοντας παράλληλα τους δυο μπάφους και τρώγοντας κτηνωδώς το γαύρο με τα χέρια, που υπήρχε απλωμένος μέσα από ένα μεγάλο ταψί. Θυμάμαι, όμως, πως παρόλο το χυμαδιό του, ο Suzuki υπήρξε άριστος έμπορος. Μαζί του κουβαλούσε δυο βαλίτσες μέσα στις οποίες είχε μπλουζάκια με το λογότυπο “Damo Suzuki’ s Network”, κονκάρδες επίσης, όπως και όλα του τα CD που τα πούλαγε έτσι χωρίς αποδείξεις και που δεν ήταν πρόχειρες εκδόσεις, αλλά με κανονική γραφιστική επιμέλεια και ωραία εξώφυλλα. Μόνο εγώ και είχα αγοράσει καμιά δεκαριά κομμάτια απ’ όλη του την πραμάτεια, γεγονός που τον έκανε να μου πει κατά το ξημέρωμα λίγο πριν χαιρετηθούμε: «Είστε ωραίοι οι Έλληνες. Και τη συναυλία πληρώθηκα και άλλα 700 ευρώ έβγαλα από τις πωλήσεις των αντικειμένων μου». 

Η ταινία ολοκληρώθηκε μετά από λίγες εβδομάδες με το μοντάζ του Αλέξανδρου Σεϊταρίδη και μια ψηφιακή κόπια παίχτηκε στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας στο νεοσύστατο τμήμα digital προβολών. Εκεί, στη Δράμα, τον Σεπτέμβριο του 2008, είχε έρθει στην προβολή και ο αείμνηστος Νικόλας Τριανταφυλλίδης. «Μα έκανες ταινία για τον Suzuki», μου είπε ο Νικόλας, «και δεν γινόταν να μην την δω». Έκτοτε κλείστηκε στα κουτιά της, που λένε, και μόνο το 2013 προβλήθηκε στους κινηματογράφους και, συγκεκριμένα στον Δαναό της Κηφισίας, ως opening screening του μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ μου για την Κατερίνα Γώγου.

Παραδόξως, τον Damo Suzuki τον ξανασυνάντησα το 2012 πέντε χρόνια μετά το ντοκιμαντεράκι μας που έφερε τον φοβερό και τρομερό τίτλο “Damo Suzuki – Αυτοσχεδιασμοί για μια φωνή, ένα ποίημα και μια τηγανιά μπάμιες”. Είχε ξανάρθει στην Αθήνα για μια ακόμη prima vista παράσταση του στο Six d.o.g.s. στο Μοναστηράκι, συνοδευόμενος αυτή τη φορά από τον ζωγράφο και μουσικό Αριστομένη Θεοδωρόπουλο και τον Blaine Reininger. Βγάλαμε και μια φωτογραφία εκείνο το βράδυ μαζί και με τον κινηματογραφιστή Δημήτρη Θεοδωρόπουλο.

Όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι και το 2015 περίπου, αλληλογραφούσαμε. Ο Suzuki, που δεν μου ζήτησε ποτέ να δει την ταινία μας, μου έστελνε συνεχώς προτάσεις του για καμιά καινούργια εμφάνιση στην πόλη μας. Γνώριζα πως αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία του. Μου είχε πει πως ο καρκίνος του είχε υποτροπιάσει, αλλά πως δεν ήταν ανίατος και πως θα το ξεπερνούσε.

Χθες μόλις πληροφορήθηκα το θάνατο του από καρκίνο του παχέως εντέρου. Ο Kenji Damo Suzuki, ο τραγουδιστής των CAN, αυτός που δήλωνε «αναρχικός» κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και υπέρ των αδυνάτων του κόσμου όλου, πέθανε στα 74 του χρόνια. Ήταν ένας ροκ σταρ (ο χαρακτηρισμός μάλλον αδόκιμος στην περίπτωση του), ένας συνδετικός κρίκος με το γερμανικό krautrock, που κάποτε άκουγα φανατικά και επίσης ένας καπάτσος γυρολόγος του κόσμου όλου. Θα τον θυμάμαι για πάντα. Και θα μένει να μου τον θυμίζει για πάντα το εικοσάλεπτο ντοκιμαντέρ που αξιώθηκα να φτιάξω στη μνήμη του πλέον.

H αφίσα του ντοκιμαντέρ