Ο χρόνος ήταν πάντα σημαντικός για τους ανθρώπους. Σε όλες τις κουλτούρες και τους πολιτισμούς, οι άνθρωποι ασχολήθηκαν με τον χρόνο, έστω και μόνο για να θέσουν όρια στην κοινωνική και θρησκευτική δραστηριότητα και βασίστηκαν κυρίως σε επαναλαμβανόμενα φυσικά φαινόμενα.

Ωστόσο, όταν προχωρήσαμε από το να βασιζόμαστε στον ήλιο (ή στην άμμο μέσα σε κλεψύδρες ή στο υδραυλικό ρολόι της αρχαιότητας), ο χρόνος και η μέτρηση του χρόνου έγιναν πολυτέλεια- οι φτωχοί δεν είχαν ρολόγια ή υπηρέτες για να τους ξυπνήσουν. «Το ξυπνητήρι έγινε ένα δημοφιλές σύμβολο για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνική οργάνωση, όπως ο χώρος εργασίας, επέβαλαν την πειθαρχία τους στον πληθυσμό», σημειώνει ο Shaul Katzir στο The Journal of Modern History.

Στη Βρετανία και την Ιρλανδία, η Βιομηχανική Επανάσταση εισήγαγε μια νέα ανάγκη για τη μέτρηση του χρόνου, καθώς η κοινωνία μετακινήθηκε από τη γεωργία στη μαζική εργασία στα εργοστάσια. Με την αστικοποίηση, λιγότεροι άνθρωποι ξυπνούσαν με το λάλημα του πετεινού ή το χτύπημα της καμπάνας της εκκλησίας. Αντ’ αυτού, βασίζονταν σε άλλους ανθρώπους – τους λεγόμενους “knocker uppers” ή “knockers up“, δηλαδή «αυτός που ξυπνά κάποιον» ή αλλιώς, ο «άνθρωπος-ξυπνητήρι» για να τους ξυπνήσουν. Ο κάθε “knocker-up” ήταν υπεύθυνος για να ξυπνά συγκεκριμένους εργάτες στα σπίτια τους, προκειμένου να πιάσουν δουλειά στα εργοστάσια ή στα ορυχεία, κυρίως τα ανθρακωρυχεία. Βασίζονταν σε ανθρώπους – ξυπνητήρια που χρησιμοποιούσαν μπαστούνια που έμοιαζαν με καλάμια ψαρέματος, μαλακά σφυριά, κουδουνίστρες, ακόμα και φυσοκάλαμα για να ξυπνήσουν τους κοιμώμενους χτυπώντας τα παράθυρά τους έναντι ενός μικρού ποσού.

άνθρωποι-ξυπνητήρια
Ένας “άνθρωπος-ξυπνητήρι” στο Λιουβάρντεν, 1947/  Πηγή: Wikimedia Commons

Πως δούλευαν;

Ο τρόπος που αυτοί δούλευαν ήταν προσαρμοσμένος στη μορφή των εργατικών κατοικιών στην Αγγλία. Οι πρώτες εργατικές κατοικίες ήταν συνήθως ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο κτίριο συνήθως μ’ ένα ή δύο ορόφους και πολλά δωμάτια.

Στο καθένα απ’ αυτά ζούσε από μία εργατική οικογένεια, στην οποία συνήθως όλοι, ακόμη και τα μικρά παιδιά, δούλευαν σε κάποιο εργοστάσιο. Ένας ενσυνείδητος “knocker-up”, που περιμένει να βγει κάποιος στο παράθυρο πριν ξυπνήσει τον επόμενο πελάτη. Οι «άνθρωποι-ξυπνητήρια» χρησιμοποιούσαν ένα μακρύ ξύλο ή ραβδί με το οποίο χτυπούσαν το παράθυρο κάθε οικογενείας. Το ξύλο έπρεπε να είναι αρκετά μακρύ ώστε να φθάνει μέχρι τα ψηλότερα παράθυρα, αλλά και ελαφρύ για να το κουβαλά ο «άνθρωπος-ξυπνητήρι».

Το καλύτερο ξύλο για τη δουλειά αυτή αποδείχτηκε το μπαμπού. Με αυτό έπρεπε να χτυπούν αρκετά δυνατά για να ξυπνήσουν κάποιον από την οικογένεια που κοιμόταν εκεί. Όμως, όχι τόσο ώστε να ξυπνήσουν τους γείτονες που μπορεί να έπιαναν δουλειά αργότερα, ή να σπάσουν το τζάμι του πελάτη τους.

Υποτίθεται ότι οι “άνθρωποι-ξυπνητήρια” περίμεναν λίγο μέχρι να δουν κάποιον στο παράθυρο και έτσι να βεβαιωθούν ότι η οικογένεια είχε ξυπνήσει. Όμως, πολλοί βιάζονταν να τελειώσουν τη βάρδια τους, οπότε μετά από μερικά χτυπήματα στο τζάμι, πήγαιναν κατευθείαν στον επόμενο πελάτη.

άνθρωποι-ξυπνητήρια

Οι “άνθρωποι-ξυπνητήρια” στη λογοτεχνία

Το επάγγελμα ακούγεται παράλογο, αλλά έχουμε ξανασυναντήσει τον όρο “knocked-up” με αυτή την έννοια. Για παράδειγμα, ο Κάρολος Ντίκενς αναφέρεται στην πράξη του να είσαι “knocked-up” στις Μεγάλες Προσδοκίες. Στο έκτο κεφάλαιο, ο Πιπ εικάζει ότι «ο κύριος Γουόπσλ, που μόλις τον ξύπνησαν, ήταν σε πολύ κακή διάθεση». Σε ένα άρθρο με τον εύστοχο τίτλο “‘Knocked Up’ in England and the United States”, η Anne Lohrli σημειώνει ότι ο Ντίκενς δημοσίευσε κάποτε ένα άρθρο με θέμα “The Knocking-up Business”. Δημοσιευμένο στο Household Words, ένα περιοδικό που εξέδιδε ο ίδιος ο Ντίκενς, όπου περιγράφει τη σύγχυσή του όταν έτυχε να δει μια πινακίδα σε μια βιτρίνα που έγραφε “knocking up done here at 2d. a week”. Ο Ντίκενς, όταν διαπίστωσε ότι το επάγγελμα δεν ήταν “‘το κόντεμα κάποιου τμήματος του φορέματος μιας κυρίας” το χαρακτήρισε «νέο κλάδο της βιομηχανίας της παραγωγής».

Αυτοί οι άνθρωποι – οι knockers-up ή knocker-ups (και οι δύο στον πληθυντικό, όπως χρησιμοποιούνται σε διάφορα άρθρα)- αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος των κοινωνιών που εξυπηρετούσαν. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε ένα άρθρο του 1917 σχετικά με τους ομηρικούς ύμνους, ο συγγραφέας T. L. Agar κάνει μια παροδική σύγκριση με τους knocker-uppers όταν γράφει για την απασχόληση μεταξύ των Ελλήνων: «Είναι γνωστό ότι στις βιομηχανικές μας πόλεις οι εργάτες απασχολούν τακτικά ένα knocker-up, ο οποίος επισκέπτεται κάθε πρωί την ώρα που τους ξυπνάει». Ο Agar καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο knocker-upper είναι ένας «άοκνος εργάτης», προφανώς επειδή η εργατική τάξη εξαρτάται εξ ολοκλήρου από αυτούς.

Παρομοίως, σε ένα άρθρο που συνοψίζει την ιστορία της ιρλανδικής κομητείας Λάουθ, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Journal of the County Louth Archaeological and Historical Society, ο James Garry αναγνωρίζει τον ρόλο της γυναίκας που «χτυπάει», προειδοποιώντας: «Ας μην την ξεχνάμε» (τη δουλειά).

Ο Garry σημειώνει ότι η knocker-up του Λάουθ ήταν κάποια Betty McEntee, «η οποία ζούσε στο Τόμπερμποϊς Λέιν τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα» και ότι κάθε νοικοκυριό πλήρωνε «τρεις παλιές πένες την εβδομάδα» για την υπηρεσία αυτή.

Το κόστος ήταν υψηλότερο σε μέρη όπως το Λονδίνο, όπου ο knocker-upper είχε να αντιμετωπίσει το κόστος ζωής και τις μετακινήσεις. Μια διάσημη knocker-upper, η Mary Smith, κέρδιζε έξι πένες την εβδομάδα τη δεκαετία του 1930. Μάλιστα, ήταν τέτοια η προβολή της Mary Smith που το 2003 η Andrea U’Ren έγραψε ένα παιδικό βιβλίο γι’ αυτήν, με τους εκπαιδευτικούς να τη χαρακτηρίζουν «ισχυρό γυναικείο χαρακτήρα».

Αλλά ενώ τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες απασχολούνταν ως knocker-uppers, αυτή η εργασία παρείχε ειδικά στις γυναίκες έναν σημαντικό βαθμό οικονομικής ανεξαρτησίας.

Ένα άρθρο καναδικής εφημερίδας του 1878 το τεκμηριώνει αυτό, αναδεικνύοντας την ιστορία κάποιας κυρίας Waters. Μια knocker-upper από μια πόλη της βόρειας Αγγλίας, η Waters εξασφάλιζε την εκπαίδευση του γιου της, ενώ παράλληλα «συντηρούσε» έναν ανάπηρο σύζυγο. Ξυπνώντας από τις 2:30 π.μ., «σε όλες τις καιρικές συνθήκες», διατηρούσε ένα πελατολόγιο τουλάχιστον ογδόντα πελατών κατά τη διάρκεια της τριακονταετούς καριέρας της, κερδίζοντας τρεις πένες από την πλειονότητα των πελατών της, αλλά μερικές φορές και μισή κορώνα.

Ωστόσο, δεν έβλεπαν όλοι το επάγγελμα αυτό ως το σημαντικό γρανάζι που ήταν στη βιομηχανική Βρετανία -συμπεριλαμβανομένης και της διάσημης κοινωνικής μεταρρυθμίστριας Helen Dendy. Η Dendy αναφερόταν σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων που ήρθε στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης ως «κατακάθι» και ομαδοποιούσε τις knocker-uppers με «το κορίτσι που καθαρίζει τα σκαλοπάτια και τη γριά που προσέχει τα μωρά». Η άποψή της για αυτή την τάξη ήταν εντελώς αρνητική. Για την Dendy, ήταν ανάξιοι φιλανθρωπικής βοήθειας, καθώς επρόκειτο για ανθρώπους «που πάσχουν από μια υπερβολική αποστροφή προς την κανονική αυτή εργασία», σε σύγκριση με τους «πραγματικούς βιομηχανικούς εργάτες», οι οποίοι εργάζονταν σε εργοστάσια και μύλους.

❇︎ Δείτε επίσης: Δημιουργώντας ένα περιοδικό ναζιστικής αντίστασης μέσα σε μία σοφίτα