Όπως ξεκίνησα με βροχή για να βρεθώ με ήλιο στο Γκάζι, έτσι και η συνέντευξη με τον Γιώργο Τριανταφύλλου και τον Θέμη Καραμουρατίδη, πέρασε γρήγορα και χωρίς να το καταλάβω, από το κεντρικό θέμα της συνάντησής μας που ήταν η παράσταση «Χάος και τάξη» -και σε δεύτερο χρόνο, η επόμενή τους, τα «Μούσια»- στο μείζων θέμα της τέχνης στην Αθήνα και του πολιτισμού στην Ελλάδα.

Το ραντεβού μας δόθηκε στο Θέατρο 104 -ο χώρος των παραστάσεων- και καθίσαμε στο café του θεάτρου. Χωρίς καμία επιτήδευση και απολύτως γενναιόδωρα, οι δυο τους μου άνοιξαν την «πόρτα» για να εισβάλω στην καθημερινότητάς τους, στον τρόπο που δημιουργούν, σε αυτά που τους ανησυχούν και τους προβληματίζουν στην εποχή που ζούμε. Μου μίλησαν με λόγια αγάπης για το «αυτοσχεδιαστικό» και «χειροποίητο» πνεύμα του «Χάος και τάξη» που ήταν η πρώτη παράσταση στην οποία συνεργάστηκαν, ενώ για τα «Μούσια -η δεύτερη συνεργασία τους-, που κάνει πρεμιέρα στις 12 Μαΐου, είχαν ανυπόμονο και ενθουσιώδες βλέμμα.

Στο «Χάος και τάξη -ένας φαύλος κύκλος» όπως σημείωσε ο Γιώργος Τριανταφύλλου, ηθοποιός και σκηνοθέτης των παραστάσεων, «Οι λόγοι που έφεραν αυτές τις δύο ηρωίδες μαζί, έχουν να κάνουν με τα προσωπικά βιώματα της κάθε μιας και με το πώς ενώ είναι φίλες πάρα πολλά χρόνια, έχουν βρεθεί σε μία κατάσταση καθωσπρεπισμού. Δηλαδή να κρύβουν πράγματα ή μία από την άλλη. Οπότε όταν βρέθηκαν να συγκατοικούν από ανάγκη όλα αυτά βγήκαν στην επιφάνεια και τις κατατρώνε». Τα «Μούσια» βέβαια ήταν που έδωσαν μία πιο κοινωνική χροιά στην κουβέντα μας και ο χρόνος κύλησε χωρίς να το καταλάβω.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Γιώργο ετοιμάζεις κι άλλα έργα;

Γ.Τ.: Κοίτα, κάθε μέρα που ξυπνάω ή κατά την διάρκεια της ημέρας, το μυαλό μου δεν σταματάει να δουλεύει. Αυτό που πάντα προσπαθώ να κάνω είναι να συγκεκριμενοποιώ τη σκέψη μου και την ενέργεια του μυαλού μου, γιατί με ιδέες απλά, δεν πήγε μπροστά κανείς. Θέλει οργάνωση και συντονισμό. Όταν το καταφέρνω αυτό γίνονται πράγματα.

– Εσύ Θέμη «έντυσες» μουσικά τα συναισθήματα ή τις σκηνές;

Θ.Κ.: Εγώ ως συνθέτης «ντύνω» πάντα την παραγγελιά του σκηνοθέτη. Εν προκειμένω, ο Γιώργος είχε κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του, οπότε η μουσική «φορέθηκε» επάνω σε ένα σύμπαν που ήταν ήδη καταγεγραμμένο. Δεν υπογραμμίζει η μουσική κάτι που γίνεται. Η αλήθεια είναι πως έγιναν κάποιες μετατροπές, αλλά νομίζω ότι σε ένα θεατρικό έργο το πιο σημαντικό είναι να μοιάζουν όλα πως έχουν δημιουργηθεί από έναν άνθρωπο -η συνολική εικόνα.

– Χάος ή τάξη;

Γ.Τ.: Χάος και τάξη. Ουσιαστικά αυτό είναι που βγαίνει και ως κατακλείδα στο έργο. Άλλωστε έτσι είναι και οι ηρωίδες μας: Στον κόσμο και στο σπίτι της Φαίης (ερμηνεύει η Φανή Κουλούρη) επικρατεί το χάος, όμως μέσα στο κεφάλι της, στο πώς οργανώνει τον χρόνο της, την εργασία της και τις προσωπικές της σχέσεις είναι καθόλα τακτική. Αντιθέτως η Ελένη Θεοδοσοπούλου, δηλαδή η Ελπίδα του έργου, αγαπάει πολύ την τάξη, θέλει όλα να είναι τακτοποιημένα γύρω της, αλλά μέσα της συμβαίνει ένας χάος -δεν μπορεί να κάνει κουμάντο στα συναισθήματά της και στις σχέσεις της.

Θ.Κ.: Εγώ τάξη και μετά χάος και πάλι τάξη και πάλι χάος κοκ. Ένας φαύλος κύκλος που επαναλαμβάνεται αδιαλείπτως.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Δεν είναι όμως πιο απολαυστικό το χάος; Μπορούμε να κρυφτούμε μέσα σε αυτό.

Θ.Κ.: Εγώ αρρωσταίνω με το χάος, ωστόσο, τα βάζω όλα σε τάξη και μετά τους δίνω μια κλωτσιά. Τακτοποιώ το σπίτι αλλά το «ζω» μετά. Δεν είμαι αποστειρωμένος, μου αρέσει να ζω, αλλά μου αρέσει τα «πράγματα» να τακτοποιούνται, να συμμαζεύονται και μετά να χαλάνε. Γι’ αυτό και στην δουλειά μας μου είναι τρομερά δύσκολο να αντιμετωπίσω αυτή τη ρευστότητα που υπάρχει, ειδικά τώρα πια που οι δουλειές που κάνουμε είναι πολλές αλλά μικρές. Ασχολούμαστε με δεκαπέντε πράγματα τον χρόνο. Ανοίγουν διαρκώς κύκλοι που μένουν μετέωροι μέχρι να ολοκληρωθούν, καινούργια ξεκινήματα, καινούργιες αγωνίες. Και με το «Χάος και Τάξη», αλλά ειδικά με τα «Μούσια», έχω αποβάλλει αυτό το στρες, ίσως γιατί μου θυμίζει τον τρόπο που κινούμουν εγώ νωρίτερα. Οι αγωνίες των παιδιών και ο τρόπος τους με ξεκουράζει.

– Γιατί ο τίτλος της νέας παράστασης είναι «Μούσια»;

Γ.Τ.: Είναι εννοιολογικός. Ο τίτλος έχει εμπνευστεί από τις Μούσες -η παράσταση έχει πολλή μουσική- και από τα ψέματα (μούσια). Κατά την διάρκεια της παράστασης βλέπουμε τρεις ανθρώπους που λένε συνέχεια ψέματα.

– Δεν ζούμε και στην εποχή του ψέματος; Η εποχή μας μου φαίνεται ψεύτικη και χαοτική.

Θ.Κ.: Η εποχή μας πρωτίστως είναι τσαπατσούλικη. Στα ‘90s νομίζαμε ότι ασχολούμαστε με την εικόνα μας, αλλά δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που ζούμε τώρα. Εκείνη η επιδερμικότητα είναι ακαδημαϊκή συγκριτικά με τον τρόπο που τώρα τα πράγματα βιώνονται. Δεν υπάρχει κόπος, ενασχόληση. Ακούς κάτι και το ακούς μισή φορά. Βλέπεις κάτι και ταυτόχρονα χαζεύεις στο κινητό σου. Ερωτεύεσαι έναν άνθρωπο και παράλληλα έναν ακόμα στο Facebook που μιλάς μαζί του. Βγαίνεις δέκα ραντεβού την εβδομάδα και τρία sex dates. Στήνεσαι για το Instagram και μέσα σου δεν νιώθεις καλά. Στην πραγματικότητα είσαι 15 χρόνια γηραιότερος απ’ αυτό που θες να φαίνεσαι. Κάνεις botox, υαλουρονικά. Δύσκολα τα πράγματα, ζόρικα. Και όσο περνάει ο καιρός αυτό χειροτερεύει. Δεν θα σου πω ότι είμαι ενθουσιασμένος με την εποχή μας. Έχω ξενερώσει. Θέλω να δω ποια είναι η λύση. Ίσως να μην διαλέγουμε τον εύκολο δρόμο, να πιεζόμαστε, δηλαδή να προσπαθούμε, να ενασχολούμαστε, να σκύβουμε επάνω απ’ τους ανθρώπους, στα ζητήματά μας, στις επιθυμίες μας, στα όνειρά μας, στις επιλογές μας.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Και δεν βολεύει πολύ η εποχή μας γι’ αυτό που προτείνεις γιατί υπάρχει τρομερή διάσπαση προσοχής.

Θ.Κ.: Τώρα σκέψου κάνουμε μια συνέντευξη και σηκώνομαι, ανεβάζω κάτι στο Instagram [σ.σ. το τραγούδι της παράστασης μόλις είχε ανέβει στις ψηφιακές πλατφόρμες], πετάω ένα σκουπίδι, κάνω το ένα το άλλο. Είμαστε «εκτός». Και δεν είμαι ένας άνθρωπος που δεν απολαμβάνω τις συνεντεύξεις. Δεν αφήνουμε τα πράγματα να κατασταλάξουν. Μετά την καραντίνα όλοι ήταν ενθουσιασμένοι να κάνουν πράγματα, αλλά δεν υπήρχαν λεφτά. Παράλληλα, απαιτούσαν χρόνο από εσένα και ξαφνικά βρεθήκαμε να ασχολούμαστε με τριάντα πέντε πράγματα ταυτόχρονα και έτσι δεν μπορείς να δώσεις στο καθετί τον χρόνο που του αξίζει. Γι’ αυτό και εγώ θέλω να δουλεύω σε κάθε πρότζεκτ σαν να είναι το μοναδικό πράγμα που έχω. Στο «Χάος και τάξη» που είναι μια δουλειά χειροποίητη, όπως και τα «Μούσια», δεν ήθελα να φανεί ότι κάνω μια πρόχειρη δουλειά.

– Για αυτές τις δύο παραστάσεις που έχετε κάνει μαζί, πώς ορίζετε την επιτυχία;

Θ.Κ.: Επιτυχία για μία τέτοια παραγωγή, σε πρώτη φάση, είναι να έχει ένα αποτέλεσμα που να ικανοποιεί όλους τους δημιουργούς, να ικανοποιεί τον άνθρωπο που πλήρωσε για την παραγωγή και το έχει οργανώσει, και να βρεθούν πέντε άνθρωποι που έχουν να σου πουν «κάτι» ουσιαστικό για την παράσταση. Στο «Χάος και τάξη», που εμείς την αγαπήσαμε και έβγαλε τα λεφτά της -και κάτι παραπάνω-, ήρθαν άνθρωποι και μας είπαν «Πόσο γλυκό είναι αυτό που έχετε κάνει!», για το τραγούδι της παράστασης μου είπανε «Τι ωραίο τραγούδι! Γιατί δεν το κυκλοφόρησες;». Αυτή είναι η πραγματική επιτυχία και κάθε φορά συνδέεται με την ικανοποίηση και την επιβεβαίωση.

Γ.Τ.: Η επιτυχία είναι υποκειμενική και μετριέται ανάλογα με το μέγεθος της εκάστοτε συνθήκης.

Θ.Κ.: Μόνο η αποτυχία είναι αντικειμενική.

Γ.Τ.: Ακριβώς. Για εμάς το «Χάος και τάξη» είναι μια μεγάλη επιτυχία γιατί ξεκινήσαμε απλά γράφοντας το έργο με την Μαρία – Στελλα Γκότση χωρίς να ξέρουμε τι θα το κάνουμε, που θα το πάμε, ούτε αν θα παιχτεί. Κι όμως φτάσαμε στο σημείο από τις 4 Νοεμβρίου να παίζουμε σταθερά κάθε Παρασκευή και η παράσταση να πάει μέχρι τον Μάιο. Επιτυχία είναι και το feedback που παίρνουμε από τους θεατές μετά την παράσταση. Έρχονται και αγκαλιάζουν τους ηθοποιούς, μας λένε «ταυτίστηκα», «με συγκίνησε», κάτι τους άγγιξε. Αυτό στον δημιουργό αποτυπώνεται μέσα του ως επιτυχία.

– Είναι η Αθήνα μία πόλη που ζει με τέχνη;

Γ.Τ.: Στην Αθήνα, αν σκάψεις πολύ βαθιά και αν δεν φας τα μούτρα σου αναζητώντας, μπορείς να βρεις τέχνη. Βέβαια, η πόλη έχει αποδείξει από μόνη της ότι δεν την νοιάζει και πολύ η τέχνη, δεν την απασχολεί. Ή παριστάνει ότι δεν την απασχολεί. Οριακά την διώχνει από πάνω της.

– Ταυτόχρονα όμως δεν παριστάνει ότι την ενδιαφέρει; Εγώ έτσι νομίζω.

Γ.Τ.: Επιδερμικά, επιφανειακά, όπως είναι και το κλίμα της εποχής. Θα φορέσουμε τα καλά μας και θα πάμε σε ένα πολύ μεγάλο θέατρο, στο Ηρώδειο, θα χαμογελάσουμε μπροστά στην κάμερα, θα πούμε ότι είδαμε κάτι «βαθύ και ουσιαστικό» και μετά θα το ξεχάσουμε, θα το αφήσουμε πίσω μας. Κάτι που είναι παραδίπλα μας, εξίσου όμορφο, επειδή είναι σε έναν χώρο 30 – 50 θέσεων, θα το προσπεράσουμε και δεν θα του δώσουμε καμία σημασία στην καλύτερη των περιπτώσεων. Αισθάνομαι ότι η τέχνη δεν αγαπιέται πάρα πολύ, απλά θαυμάζεται με έναν τρόπο ναρκισσιστικό.

Θ.Κ.: Πιστεύω ότι την τέχνη την απαξίωσε βαθιά ένα κράτος που την θεωρεί χόμπι. Λες και δουλεύουμε 20 χρόνια μαζεύοντας γραμματόσημα. Επίσης, έχουμε γεμίσει μεγάλα ιδρύματα που «πρεσβεύουν» την τέχνη και στήνονται «πανηγυράκια» γύρω από «εναλλακτικούς», «μοντέρνους», αραχτούς κουλτουριάρηδες. Δεν το αντέχω αυτό. Ωστόσο, υπάρχουν «παραθυράκια» τέχνης. Πηγαίνουμε από κεκτημένη ταχύτητα σε παραστάσεις επειδή ακούσαμε ότι είναι τέλειες, γίνονται sold out, γεμίζουν τα θέατρα, φεύγουμε και στο τέλος δεν μένει κάποιο αποτύπωμα. Αυτός ο μηχανισμός θα συνεχίζει να λειτουργεί, και του χρόνου θα γίνει ακόμα μία τέτοια παράσταση και πάλι θα είναι sold out. Δεν είναι όμως αυτό το νόημα. Κινούμαστε σαν τα Sims, αν θυμάσαι το παιχνίδι. Με τη μουσική είναι λίγο καλύτερα τα πράγματα, δεν ξέρω όμως γιατί. Ίσως γιατί η μουσική δεν έχει «ναούς» όπως το θέατρο, με αυτά τα μεγάλα ιδρύματα που έχουν τη μεγαλο-παραστασάρα και θα είναι πάντα γεμάτα. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην πάει καλά κάτι.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Έχει ιδρυματοποιηθεί η τέχνη με αυτά τα μεγάλα ιδρύματα; Προσωπικά, εκνευρίζομαι λίγο που καθορίζουν, κατά κάποιον τρόπο, την τέχνη στην πόλη –«Αφού παίζει “εκεί”, θα είναι καλό».

Θ.Κ.: Μέσα από την ψευδή εναλλακτικότητα και πρωτοπορία, κρύβουν έναν βαθύ συντηρητισμό και αποστείρωση. Κυρίως καταπιάνονται με θέματα τα οποία είναι «τολμηρά», θα μπορούσαν να είναι ουσιαστικά, αλλά πλασάρονται σαν θέαμα για τις κυρίες της υψηλής κοινωνίας.

Γ.Τ.: Επειδή είμαστε στην εποχή του brand και ο καθένας στήνει το δικό του «όνομα», νιώθω ότι αυτά τα ιδρύματα επειδή από μόνα τους έχουν βαφτιστεί ως «ναοί της τέχνης», βάζουν ταμπέλες πως εκεί μέσα «ζυμώνεται» η τέχνη. Μου θυμίζει μια μεγάλη αλυσίδα cafe που πριν μερικά χρόνια διαφήμιζε πως ο καφές της ήταν ο « κορυφαίος στην Ελλάδα». Πήγαινες λοιπόν εκεί, έπινες αυτόν τον καφέ και αναρωτιόσουν «τι είναι αυτό;» Αυτό συμβαίνει και με την τέχνη σε αυτά τα ιδρύματα. Υπογραμμίζει την εποχή μας, που ο καθένας πουλάει τον εαυτό του.

Θ.Κ.: Το «φαίνεσθαι».

Γ.Τ.: Ναι. Εσύ θα παρουσιάσεις τον εαυτό σου όπως θες και σε εξυπηρετεί στα social media. Θα γράψεις «Είμαστε όλοι ευχαριστημένοι» κι αυτό επειδή θα μείνει, αυτό θα σημαίνει κιόλας.

Θ.Κ.: Και όλοι γύρω μας είναι με κατάθλιψη και στην τσίτα.

– Μπορεί η τέχνη να φέρει τα πάνω-κάτω;

Θ.Κ.: Για να γίνει αυτό, να έρθουν τα πάνω-κάτω, χρειάζεται κλωτσιά και αυτοθυσία απ’ όλους. Πρέπει να κάτσουμε όλοι μας κάτω και να το δουλέψουμε. Δεν γίνεται με μεσοβέζικες λύσεις, κοροϊδευόμαστε. Πρέπει να το φτιάξουμε από την αρχή επειδή είναι «μολυσμένο». Κι όταν κάτι είναι «μολυσμένο», πάντα, όσο και να γιατρεύεις κάποια συμπτώματα, η μόλυνση θα εξακολουθεί να υπάρχει και θα βρίσκει τρόπο να εμφανίζεται ξανά. Όπου μόλυνση, οι διαπλεκόμενοι άνθρωποι που έχουν στα χέρια τους την υγεία, την τέχνη, την ζωή μας, την παιδεία μας, το μέλλον και την ευτυχία μας. Αν δεν αποφασίσουμε να ξυπνήσουμε και να μην το κάνουμε γαργάρα δεν θα αλλάξει κάτι. Αλλά πώς θα το κάνουμε αυτό, ποιος; Δεν είναι εύκολο να ξεκολλήσουμε.

– Δεν πρέπει να υπάρξει και ένα κράτος που θα το υποστηρίξει;

Θ.Κ.: Εγώ στην περίοδο της καραντίνας ήθελα να κάνω αίτηση στο σούπερ μάρκετ δίπλα στο σπίτι μου. Ήταν έξι μήνες που είχα καταρρεύσει οικονομικά, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Είχα ξεχάσει από τι προσδιορίζομαι ως επαγγελματίας γιατί μας είχε ξεχάσει το κράτος. Δεν τους ένοιαζε που έχουμε δουλέψει, που έχουμε ένσημα. Είμαστε εργαζόμενοι και άνθρωποι που έχουμε μία πορεία, μια εργασιακή εμπειρία, όπως όλοι. Δουλεύω 20 χρόνια. Γιατί κάνεις (κράτος) πως δεν το βλέπεις; Σκέφτηκα λοιπόν ότι αν είναι να ζήσω σε ένα χάος, γιατί δεν ξέραμε πώς θα εξελιχθεί αυτό, αν είμαι τόσο ευάλωτος απέναντι σε ένα κράτος που δεν μου δίνει σημασία, θα πρέπει να βρω μια άλλη λύση. Ήμουν πολύ κοντά σε αυτό [σ.σ. στο να βρει κάποια άλλη δουλειά], αλλά κάνοντας ένα live στο Instagram με τον Κωστή Μαραβέγια έλαβα πολλά μηνύματα από ανθρώπους που έγραφαν [σ.σ. κρατάει την συγκίνησή του] πόσο πολύ τους βοηθάμε. Οπότε είπα «Ρε γαμώτο, θα συνεχίσω». Υπάρχουν εκεί έξω άνθρωποι που καταλαβαίνουν τι θέλω να τους πω με το έργο μου και δεν θα το παρατήσω επειδή υπήρξε μία αγνωμοσύνη κρατική.

Γ.Τ.: Στην Μεγάλη Βρετανία, στο Βασιλικό Θέατρο, υποχρεωτικά κάθε χρόνο πρέπει να ανεβαίνει ένας συγκεκριμένος αριθμός νέων παραστάσεων και παραγωγών -δεν θυμάμαι ποιος είναι ο ακριβής αριθμός. Μιλάμε για έργα που δεν έχουν παρουσιαστεί ξανά. Εδώ δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, κάποιος κρατικός θεσμός που να επιχορηγεί επί της ουσίας, να δίνει ένα κίνητρο στον δημιουργό να κάτσει να γράψει κάτι καινούργιο. Είναι και ένας απ’ τους λόγους που επιμένουμε τόσο πολύ και εμμονικά στα κλασικά έργα. Οπότε, δεν έχουμε ούτε δικαιώματα ούτε το κράτος σου δίνει κίνητρο. Να πεις ότι θα δημιουργήσεις κάτι από το μηδέν και δεν θα ανεβάσεις πάλι τις «Τρεις Αδερφές». Φανταστικό έργο, αγαπημένος μου ο Τσέχωφ, αλλά δεν γίνεται να μην υπάρχει κίνητρο -πέρα από το εσωτερικό του καθενός, που μας παρακινεί- από το κράτος. Να πει το Εθνικό θέατρο, το Κρατικό, ή οποιοδήποτε άλλο: «Υποχρεωτικά 4 έργα, κάθε χρόνο, θα είναι από νέους δημιουργούς». Και αυτό ισχύει για όλες τις μορφές τέχνης. Δεν υπάρχει κάτι που να επιβραβεύει τη νέα δημιουργία, πέρα από τις προσωπικές πρωτοβουλίες του καθενός. Θα μπορούσαμε να βασιστούμε σε ένα τέτοιο μοντέλο ή να βρούμε κάτι να το προσαρμόσουμε επάνω μας.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Θα έπρεπε ο πολιτισμός να είναι από τα βασικά θέματα των εκλογών;

Θ.Κ.: Οπωσδήποτε.

– Κάποια στιγμή, βάσει των εξελίξεων γύρω από τα θέματα του πολιτισμού, πίστεψα ότι θα συνέβαινε αυτό. Ωστόσο, δεν βλέπω να γίνεται κάτι τέτοιο.

Θ.Κ.: Αυτό συμβαίνει γιατί, δυστυχώς, η τέχνη δεν έχει καταχωρηθεί ως είδος πρώτης ανάγκης και μεγάλης αξίας. Επειδή η τέχνη δεν πήρε ποτέ την θέση που θα μπορούσε να πάρει στην κοινωνία έτσι ώστε να αξιοποιηθεί. Όσο απαξιωμένη ήταν συνεχίζει να είναι. Δεν δημιουργείται κάποιο γόητρο. Έγιναν τόσο μεγάλες κινητοποιήσεις για τους καλλιτέχνες και υπήρχε κόσμος που είπε «Έχετε το χρήματα και μιλάτε, θέλετε και πτυχίο, θέλετε και δουλειά». Δεν έχει περάσει μέσα μας, κυτταρικά, πως η τέχνη έχει αξία.

– Εκείνη την περίοδο, από κάποιο σημείο και μετά, είχα προβληματιστεί. Αναρωτιόμουν αν κάτι αντίστοιχο γινόταν σε έναν άλλο κλάδο, στην καθαριότητα για παράδειγμα, στους δασκάλους ή στους οικοδόμους, θα ασχολούμασταν τόσο πολύ; Μήπως δεν κρατάμε μία ισορροπία;

Θ.Κ.: Αν τα τμήματα καθαριότητας των δήμων έκαναν απεργία 15 μέρες, θα το γράφαμε. Θα είχαν γίνει βουνό τα σκουπίδια και αυτό θα είχε ενοχλήσει την κοινωνία. Δεν τους πειράζει αν εγώ δεν δουλέψω 15 μέρες. Αν κλείσουν ένα μήνα τα σχολεία θα έρθει αναταραχή, θα υπάρξει μια κοινωνική πίεση. Αυτό δεν συμβαίνει με την τέχνη. Εμείς δεν δουλεύαμε ένα μήνα και δεν πληρώνονταν οι άνθρωποι. Αν δεν το γράφατε δεν θα είχε ασχοληθεί κανείς.

– Έπρεπε να το καλύψουμε. Δεν λέω το αντίθετο. Απλά σκέφτομαι αν έχουμε κάνει κάτι λάθος ως κοινωνία.

Γ.Τ.: Θυμάσαι τι είχε γίνει με τις καθαρίστριες πριν μερικά χρόνια; Με τα «κίτρινα γιλέκα» στο Παρίσι; Που έβγαιναν οι δάσκαλοι στους δρόμους, μήνες ολόκληρους, και χανόντουσαν σχολικές χρονιές; Το θέμα είναι αν τελικά εισακούγονται αυτές οι διεκδικήσεις.

Θ.Κ.: Αυτός είναι μοχλός πίεσης.

Γ.Τ.: Ασχολήθηκαν πολύ τα μέσα, αλλά έχουμε παρατηρήσει πως επεκτείνεται η διασπορά των ειδήσεων; Κυρίως από την τηλεόραση. Τα κανάλια κάθε φορά αυτές τις ειδήσεις -όπως τις δικές μας κινητοποιήσεις- τις έχουν στο τέλος. Και μιλάμε για χιλιάδες κόσμο, με καθημερινές συναυλίες έξω από το Τσίλερ και το Ρεξ. Ο μέσος θεατής, αυτός που μένει στην Καβάλα, σε ένα χωριό έξω από την Πάτρα, κάπου ορεινά στην Κρήτη, αν δεν έχει μεγάλη επαφή με το ίντερνετ και δεν το χρησιμοποιεί για την ενημέρωσή του, βλέπει τον τάδε Υπουργό να χειροκροτεί μία παράσταση σε ένα μεγάλο θέατρο και σκέφτεται «Μια χαρά η τέχνη στην Ελλάδα».

Θ.Κ.: Σκέψου 15 μέρες απεργία σε έναν τομέα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητά μας. Θα ήταν πρώτο θέμα στις ειδήσεις. Εμείς είμαστε υποτιμημένοι και δεν δικαιούμαστε να είμαστε εργαζόμενοι. «Άντε παράτα μας κι εσύ, τράβα φτιάξε κανά τραγουδάκι». Αυτή είναι η λογική. Καλά έκαναν όσα μέσα κάλυψαν τις κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών και όσοι επώνυμοι άνθρωποι τις προώθησαν. Ήταν το μοναδικό μας «όπλο».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Συμφωνώ ότι η τέχνη είναι είδος πρώτης ανάγκης, όπως είπες Θέμη. Βέβαια, υπάρχουν και οι οικογένειες που δυσκολεύονται να πάρουν γάλα στο παιδί τους -μία βασική ανθρώπινη και βιολογική ανάγκη για την επιβίωση.

Θ.Κ.: Η τέχνη είναι μεγάλο κομμάτι της παιδείας του ανθρώπου, είναι εκπαίδευση. Αλλά πρέπει να το δει και το Υπουργείο Πολιτισμού έτσι. Ότι εδώ υπάρχει κάτι που ανθίζει, ένα «φυτώριο», που μπορεί να το χρησιμοποιήσει προς όφελος των ανθρώπων. Αλλά προτιμάει να ασχολείται μόνο με τα μνημεία και τις εφορίες αρχαιοτήτων.

– Τουρισμό δηλαδή.

Θ.Κ.: Ούτε με αυτό ασχολούνται όπως θα έπρεπε. Όταν στην πόλη, σαν κράτος, δεν σε ενδιαφέρει αυτό που συμβαίνει και σε ενοχλεί, καταλήγεις να στέλνεις τον κόσμο στο «πανηγυράκι», στο σκυλάδικο, να πιει, να ζαλιστεί και να γυρίσει σπίτι να ζήσει όπως του έχεις ορίσει. Το κράτος δεν θέλει από εσένα να αναπτύξεις την πνευματικότητά σου, την κρίση σου. Ήταν κάποτε τραγικό, αλλά πλέον μου φαίνεται κωμικό. Είναι αστείο το πως είμαστε μόνοι μας σε αυτό. Αλλά τουλάχιστον είμαστε μόνοι μας σε καλά χέρια.

➪INFO

Θέατρο 104: Ευμολπιδών 41, Γκάζι, Αττική

«Χάος και τάξη -ένας φαύλος κύκλος»

Κείμενο: Γιώργος Τριανταφύλλου / Μαρία – Στέλλα Γκότση
Σκηνοθεσία: Γιώργος Τριανταφύλλου
Πρωτότυπη Μουσική: Θέμης Καραμουρατίδης
Στίχοι Τραγουδιού: Γιώργος Τριανταφύλλου
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Τριανταφύλλου
Επιμέλεια Κίνησης: Ζωή Σωτηροπούλου
Σχεδιασμός Φωτισμών: Στέβη Κουτσοθανάση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία – Στέλλα Γκότση
Δραματουργική Επεξεργασία: Δημήτρης Τριανταφύλλου
Κατασκευή Σκηνικού: archlabyrinth
Φιλική Συμμετοχή: Νέλλη Μποφίλιου
Επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή στις 21:15
Διάρκεια: 70′

«Μούσια»

Σκηνοθεσία: Γιώργος Τριανταφύλλου
Κείμενο: Γιώργος Τριανταφύλλου – Νικόλας Φραγκιουδάκης
Μουσική Πρωτότυπων Τραγουδιών: Θέμης Καραμουρατίδης
Στίχοι Πρωτότυπων Τραγουδιών: Γιώργος Τριανταφύλλου
Επιμέλεια σκηνικού: Γιώργος Τριανταφύλλου – Δημήτρης Τριανταφύλλου
Κοστούμια: Nazezhda
Κίνηση: Ηλιάνα Γαϊτάνη
Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Φάμης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Πέτρου
Παραγωγή / Επικοινωνία: Musespro
Εκφωνήτρια Δελτίου Ειδήσεων: Νέλλη Μποφίλιου (guest)
Παίζουν: Νικόλας Φραγκιουδάκης, Γιώργος Σπάνιας, Ζαχαρούλα Κληματσάκη
Μουσικός επί Σκηνής / Πλήκτρα: Χρίστος Θεοδώρου
Από: 12/05/2023
Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή 21:15