Είναι προσηλωμένος, σα να πίνει καφέ δια ζώσης μαζί μου. Δε μιλά βιαστικά κι ας έχουμε μερικά λεπτά της ώρας. Το χιούμορ εμφιλοχωρεί εύκολα και γλυκά. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, όσα έχει να πει, τα λέει μέσα από τις δουλειές του, πολυσυλλεκτικές, απρόβλεπτες, όπως εκείνος.

Μισάνθρωπος του Μολιέρου, σε σκηνοθεσία Κακλέα, στο θέατρο Εμπορικόν. Εκεί παίζει. Φιλομένα Μαρτουράνο στο θέατρο Χορν. Εκεί σκηνοθετεί. Περσινές επιτυχίες που επιστρέφουν με σιγουριά νικητή στις συνειδήσεις του κοινού. Τα καινούργια, τώρα, τα φρέσκα: Ένα πάρα πολύ δύσκολο και συναρπαστικό κείμενο-ό, τι ωραιότερο έχει διαβάσει τα τελευταία χρόνια- που, καλώς εχόντων των πραγμάτων θα παρουσιαστεί το Εθνικό στις 20 Δεκεμβρίου. «Όλοι εμείς πουλιά» λέγεται. Και τηλεοπτικά, βρίσκεται σε μια δουλειά που επίσης αγαπά και θεωρεί ότι γίνεται με πολλή φροντίδα και προσοχή, τις Ψυχοκόρες, στον ANT1 plus.

Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος δεν έπαψε στιγμή, εδώ και πολλά χρόνια, να θεωρείται «το πρόσωπο της χρονιάς». Ένα πρόσωπο, ένα κεφάλι, ένα σώμα, μία ψυχή που στίβουν την πέτρα, εργάζονται σκληρά, πετυχαίνουν και απλώς συνεχίζουν να κάνουν αυτό που θέλουν και αυτό που μπορούν. Με νεύρο, με σπίθα, με περιπετειώδη διάθεση. (Με όσα αρκούν για να εμπνεύσουν, ας πούμε, έναν νέο άνθρωπο που δεν σχετιζόταν με το θέατρο, να σχετιστεί και να αποκτήσει όραμα και πάτημα. Να γίνει ηθοποιός.)

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Πώς βρήκατε το «Όλοι εμείς πουλιά»; Μοιάζει να σας συναρπάζει αυτή η δουλειά που ετοιμάζετε.
Όπως όλα τα όμορφα πράγματα στην ζωή, δεν το βρήκα, με βρήκε. Με πήρε πριν από έναν περίπου χρόνο ο Μόσχος. Δυσκολεύομαι πάντοτε με το Εθνικό Θέατρο, με το οποίο συνεργάζομαι τακτικότατα από το 1999 μέχρι σήμερα. Δυσκολεύομαι γιατί βιοπορίζομαι αποκλειστικά από αυτήν την δουλειά και το να εργάζεται κανείς για το Εθνικό είναι πολύ ασύμφορο, όταν έχει περάσει σε μια άλλη βαθμίδα. Όταν είναι νέος, είναι πάρα πολύ καλά: τηρούνται όλα του τα δικαιώματα, οι πρόβες πληρώνονται, ο μισθός είναι σταθερός. Ήμουν αρκετά επιφυλακτικός σε σχέση με την πρόταση του Γιάννη Μόσχου, ως προς το πώς θα μπορούσα να αφοσιωθώ σε μια σκηνοθεσία στο Εθνικό και όχι στην ελεύθερη αγορά.

– Τι σας έκανε λοιπόν να πείτε το “ναι”;
Θυμάμαι ήμουν στο αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη και ξεκίνησα να το διαβάζω. Ένα κείμενο 100 σελίδων που διάβασα σε αγγλική μετάφραση. Πενήντα διάβασα στο πήγαινε, πενήντα στο έλα. Δυο ώρες μου πήρε δηλαδή να το διαβάσω. Έκλαιγα, ταράχτηκα βαθιά, με συγκίνησε πολύ. Όταν προσγειώθηκα στην Αθήνα, πήρα τηλέφωνο τον Μόσχο και του είπα ότι θα το κάνω, κι ας μην ξέρω πώς ή τι θα χρειαστώ για να το πετύχω.

– Έχετε πει για το δίπολο θέατρο-τηλεόραση που διαχρονικά μοιάζει να απασχολεί τους Έλληνες ηθοποιούς ότι είναι ένα ακόμα εμφυλιοπολεμικό δίλημμα. Και μ’ άρεσε. Πείτε μας για τις Ψυχοκόρες που σας βλέπουμε φέτος.
Εξήντα επεισόδια, με περιορισμένους χρόνους γυρισμάτων και budget, δυσκολίες από αυτές που, ξέρετε, μας καταδυναστεύουν, αλλά μέσα σε αυτά τα πλαίσια και ανεξάρτητα από αυτά, η σειρά “Ψυχοκόρες” καταφέρνει να έχει ένα πολύ προσεγμένο αποτέλεσμα που μπορείτε, προς το παρόν, να δείτε στον ANT1 plus. Ακόμα, οι ελληνικές πλατφόρμες δεν έχουν βρει την επαφή με όσο κοινό τους αξίζει, αλλά νομίζω θα βρουν τον βηματισμό τους. Κάπου εκεί βρίσκεται, νομίζω, το μέλλον της τηλεόρασης. Βρισκόμαστε στην δεκαετία του ’50, πρόκειται για μια σειρά εποχής, και παρακολουθούμε τις τέσσερις αδελφές Πολύζου, οι οποίες εγκαταλείπουν τον τόπο τους για να κυνηγήσουν τα όνειρά τους και να φτιάξουν μια καλύτερη μοίρα για τους εαυτούς τους.

– Πιστεύετε ότι το μικρό σας όνομα, το “Οδυσσέας”, κάτι καθόρισε στην ζωή σας; Ότι κάπου σας πήγε;
Το όνομά μου προήλθε από την αγάπη των γονιών μου για την ελληνική μυθολογία και τα έπη, χωρίς να είναι φιλόλογοι ή εμμονικοί με την αρχαιότητα. Τον παππού μου τον έλεγαν Όμηρο και από εκεί έδωσαν το όνομα του αδερφού μου του μεγάλο. Ίσως θεώρησαν ότι θα έχει πλάκα να πούνε το δεύτερο παιδί τους Οδυσσέα. Από παιδί παραμένω υπόλογος σε αυτό το όνομα. Μικρότερος θεωρούσα ότι εγώ ήμουν το θέμα όταν μιλούσαμε για την Οδύσσεια. Ακόμα, ότι εγώ ήμουν το θέμα όταν μιλούσαμε για την ελληνική επανάσταση, με τον Ανδρούτσο. Παρατήρησα ότι μια σειρά από χαρακτηριστικά αυτού του ονόματος, ακόμα και ετυμολογικά, με αφορούν πάρα πολύ. Το όνομα αυτό προέρχεται από το ρήμα «ὀδύσσομαι» (οργίζομαι, μισώ κάποιον) και σημαίνει εξοργισμένος, αλλά και ο μισούμενος από τους θεούς, αυτός που έδωσε αφορμές δυσαρέσκειας, αυτός που βασανίστηκε ακόμα. Είναι μεγάλη η κουβέντα περί αυτού, μπορώ να πω ότι η σημασία του ονόματός μου αποτελεί έναν ανοιχτό διάλογο μες στη ζωή μου.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Γνωρίζω ότι δεν βρήκατε μεγάλα εμπόδια για να ακολουθήσετε την υποκριτική, αλλά έχετε αναφέρει ότι οι γονείς σας «έδειξαν τη μικρή δυσπιστία που οφείλει να δείχνει κανείς σε αυτά τα πράγματα». Τι εννοείτε; Οφείλουμε να δείχνουμε μια δυσπιστία προς τάσεις καλλιτεχνικές;
Για τα θέλω που σχετίζονται με ένα πάθος ή έναν πόθο ή ένα ταλέντο ή με κάτι που δεν είναι εύκολα αποδείξιμο στην ζωή όπως μας έχει παραδοθεί, με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, εγκρατής καθώς είμαι τώρα, το ονομάζω απαράδεκτο απλώς, μιας που δεν φέρνει τους ανθρώπους σε επαφή με τις κλίσεις τους, παρά σχεδόν τιμωρητικά τους εξαναγκάζει να κάνουν πράγματα ξανά και ξανά μέχρι να τα μάθουν χωρίς να τους γαργαλά σχετικά με το τι μπορεί να τους ενδιαφέρει στην ζωή, για τα θέλω αυτά λοιπόν (θέλω να γίνω χορευτής, ηθοποιός, ζωγράφος…), ένας γονιός πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να δυσπιστεί. Όχι όμως για να εμποδίσει, αλλά για να αναδείξει ένα ταλέντο. Αν είναι πάρα πολύ εύκολο να ασχοληθείς με αυτά τα πράγματα, στο τέλος δεν βγάζουν νόημα. Για να ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει κάτι, πώς να σας το πω, να μην μπορεί να γίνει αλλιώς. Δεν είναι δουλειές πολυτελείας. Δεν είπαμε να κάνει ο γονιός δύσκολη την ζωή κανενός παιδιού, αλλά όταν ένα παιδί αντισταθεί στον γονιό επειδή καίγεται τότε μάλλον κάτι μπορεί και να κάνει. Γιατί ξέρετε, αυτές οι δουλειές δεν είναι κι εύκολες, ούτε σε περιμένουν οι θέσεις εργασίας-όχι ότι πια σε περιμένουν πουθενά αλλού-ούτε κανείς χρειάζεται την έκφρασή σου, αν η ανάγκη της δεν ξεκινά από μια μεγάλη, βαθιά σου ανάγκη. Οι δουλειές αυτές, νομίζουν μερικοί, ότι σχετίζονται με την διασημότητα και την αναγνωρισιμότητα-αν είναι αυτό το κίνητρο, τους περιμένει πολύ ζόρι.

– Ωραίο πράγμα, φυσικά, και η αναγνωρισιμότητα, όταν έρχεται ως λανθάνον κέρδος μιας καλλιτεχνικότητας που υπηρετεί κανείς παθιασμένα και αφοσιωμένα. Εσείς γίνατε διάσημος σε αρκετά πρώιμο στάδιο.
Θα πω τεράστιο ψέμα για τον εαυτό μου, αν δεν παραδεχθώ ότι είναι ζητούμενο για μένα να είμαι και αναγνωρίσιμος. Ότι τι δηλαδή; Αποφάσισα να βγαίνω σε μια σκηνή να με κοιτάζουν οι άλλοι από κάτω, χωρίς να επιθυμώ να με αναγνωρίζουν; Απλώς, δεν είναι αυτό που με κινεί. Η διασημότητα (ή όποια διασημότητα) τροφοδοτεί τον εγωισμό μου, τον ναρκισσισμό μου, την ματαιοδοξία μου, στοιχεία που υπάρχουν τροφοδοτώντας από την άλλη έναν παραστατικό καλλιτέχνη. Ποταπά συχνά είναι τα κίνητρα που σε σπρώχνουν πάνω σε μια σκηνή, είναι η αλήθεια… Είμαι χορτάτος κι ευγνώμων. Τα πράγματα με μένα έγιναν πολύ γρήγορα και στη σωστή δοσολογία. Ουδέποτε έγινα διάσημος, με την έννοια του διασήμου, όμως από μικρός έγινα αναγνωρίσιμος, στον βαθμό που θα μου επέτρεπε να ησυχάσω, να μην έχω τον θυμό του αδικημένου, ενδεχομένως, να αφοσιωθώ στην δουλειά μου γνωρίζοντας ότι κάτι πηγαίνει μάλλον καλά. Ήμουν 22 χρονών όταν περπατούσα στον δρόμο και κάποιοι άνθρωποι μου μιλούσαν: η εποχή του Κόκκινου Κύκλου και της Δέκατης Εντολής.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα / Olafaq

– Στην πορεία, βέβαια, ένα ευρύ κοινό σας έμαθε και σας αγάπησε μέσα και από τις τηλεοπτικές δουλειές του Χριστόφορου Παπακαλιάτη.
Κινήθηκα, σε αυτήν την δουλειά που κάνω, σε δυο κατευθύνσεις. Σε αυτές κινούμαι ακόμα, μιας που μπορώ από νωρίς, και το λέω με ευγνωμοσύνη, να κάνω το κέφι μου-ξέρετε, δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. Νιώθω εντελώς τυχερός. Υπάρχουν αμέτρητα παιδιά με πάρα πολύ ταλέντο που δεν τα έφερε η ζωή, για πολλούς λόγους, να κάνουν το κέφι τους. Διάλεγα, λοιπόν,ανέκαθεν δουλειές που με ικανοποιούσαν, που μου άρεσαν, χωρίς όμως να εγκαταλείπω μια λογική στρατηγικής. Αυτό εννοώ λέγοντας ‘’δυο κατευθύνσεις’’: δουλειές που ήθελα να κάνω στο θέατρο, αλλά και δουλειές, θεατρικές και τηλεοπτικές, που μου παρείχαν μια αναγνωρισιμότητα για να μπορώ να συνεχίσω να κάνω και «τα δικά μου». Ο Παπακαλιάτης, χρόνια τώρα, είναι ό, τι καλύτερο έχει αναδείξει η ελληνική τηλεόραση. Εμμονικά παλεύει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό για το αποτέλεσμα που έχει στο νου του να βγάλει. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί ακόμα και κάποιος που δεν αγαπά την αισθητική του Χριστόφορου.

– Συχνά μπορεί κανείς που κάνει όσα εσείς (πολλά, διαφορετικά, εννοώ) να συμμετάσχει σε μια δουλειά που δεν θα αρέσει κιόλας σε μερικούς. Ο Καζαντζάκης του Σμαραγδή δεν συγκέντρωσε και τις θετικότερες των κριτικών ας πούμε…
Με αφορά πάντα η δική μου σχέση με τα πράγματα. Για μένα αυτή η ταινία είναι ένα καταπληκτικό ταξίδι, υπέροχα διαβάσματα, στιγμές που με συγκλόνισαν, που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Πέρασαν χρόνια από την ώρα της ανάθεσης του ρόλου μέχρι την έναρξη των γυρισμάτων. Ούτε που πηγαίνει το μυαλό του άλλου, που με κάθε δικαίωμα κρίνει αρνητικά την ταινία, τι σημαίνει για μένα αυτή η δουλειά και τι μου έδωσε, όντας μέσα σε αυτό το πράγμα, βιώνοντας απολαύσεις που δεν μετριούνται με την αποδοχή για να μπορέσουν να αποδείξουν τον εαυτό τους.

– Σας αρέσει να βρίσκεστε σε κίνηση. Έχετε αλλάξει τόσα σπίτια. Μια τυπική σας μέρα δεν είναι καθόλου στατική, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Πατρίδα έχετε νιώσει πουθενά; Αυτό που λένε για τα παιδικά χρόνια ή το θέατρο; Είναι πατρίδα σας αυτά, εσάς;
Δεν έχω ιδέα, ειλικρινά. Πράγματι, δεν είμαι του ριζωμού. Αλλάζω, μετακινούμαι, δεν δένομαι και τρομερά πολύ με τοίχους και ταβάνια. Νομίζω, πάντως, ότι δεν έχω βρει ακόμα τι είναι πατρίδα για μένα, ούτε με έχει απασχολήσει ποτέ, αλλά τώρα που το είπατε θα το σκεφτώ.