Στο ντεμπούτο τους, το 8.15-EP/LP (Geheimnis Records), το ντουέτο των Incirrina έμοιαζε σαν να είχε ως στόχο την μουσική αποτύπωση μιας ζαλισμένης νύχτας. Τότε, η πρώτη τους πράξη ήταν να βρουν κάποιο διαχωρισμό ανάμεσα στον εαυτό τους και το καταιγιστικό darkwave τσουνάμι που σάρωνε τις ευρωπαϊκές και αμερικανικές πίστες. Το αποτέλεσμα ήταν ένας αρκετά αριστοτεχνικός συνδυασμός λάγνας έντασης και ασπρόμαυρης δροσιάς που έκανε εκείνο το πρώτο άλμπουμ ένα τόσο κομψό, αποπνικτικό άκουσμα.

Από το 2018 που βγήκε το πρώτο άλμπουμ, με τραγούδια που φιλοξενούσαν τους στίχους του William Blake, ακολούθησαν το ψηφιακό σινγκλ “Utter”, το split-single με τους The Man & His Failures στην Smash Records και πριν λίγο καιρό, το νέο τους άλμπουμ στην γερμανική Cold Transmission Music, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε μητέρα-προστάτιδα του ευρωπαϊκού σκοτεινού νεο-κυματικού είδους (και όχι μόνο).

Το “Lip Red Scream” που κυκλοφόρησε πριν ένα μήνα, στις 19 Αυγούστου 2022, συνεχίζει να παίζει σε αυτό το σωματικά φορτισμένο έδαφος του μινιμαλιστικού συνθετικού ήχου. Ίσως είναι λιγότερο αδυσώπητο από το ντεμπούτο (κατά την ταπεινή μου γνώμη), πατώντας τώρα σίγουρα στην μυϊκή μνήμη πιο ισχυρών παλμογράφων και συνθετητών. Ωστόσο τα νέα μουσικά παραμύθια των Incirrina, είναι σταθερά χαμένα στον ονειρικό κόσμο του ντουέτου, και στη μελαγχολία ενός κόκκινου φωτός που διαρρέει την ανόθευτη νοσταλγία των 10 κομματιών του άλμπουμ.

Με αφορμή την νέα τους κυκλοφορία και λίγο πριν ταξιδέψουν για να παίξουν ζωντανά στο Βέλγιο και τη Γερμανία, βρεθήκαμε με την Ειρήνη Τηνιακού και τον Γιώργο Κατσάνο για να συζητήσουμε όλα όσα θα μας άφηνε μια ζεστή μέρα του Σεπτέμβρη.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Tι εμπόδια μπορεί να υπάρχουν στη φαντασία ενός συγκροτήματος;

Γιώργος: Το μεγαλύτερο εμπόδιο που υπάρχει είναι τα «εγώ». Δηλαδή κάποιος να έχει ένα πολύ μεγάλο «εγώ» και έτσι να μην αφήνει τον συνάδελφο του να εκφραστεί και να λειτουργεί καταπιεστικά. Γιατί, προφανώς η γνώμη του συμπαίκτη ή των συμπαικτών δεν συμβαδίζει με το δικό του ιδεώδες στον ήχο. Εγώ αυτό θεωρώ το μεγαλύτερο εμπόδιο. Και μετά την ατολμία.

– Να μην είσαι δηλαδή θαρραλέος ή ανοιχτός σε νέες προτάσεις;

Γ: Ναι, να έχεις μια τρελή ιδέα μπροστά σου και να μην κάθεσαι καν να την δοκιμάσεις. Μπορεί να είναι δύο μελωδικές γραμμές οι οποίες μπορεί να μην έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αλλά να ταιριάζουν στο κομμάτι, και εσύ να παραμένεις άτολμος, ή διστακτικός για να τις προβάρεις σε αυτό.

– Σε ένα ντουέτο υπάρχουν δύο «εγώ». Εκεί είναι πιο εύκολα τα πράγματα απ’ ότι σε μια κλασική μπάντα;

Γ: Είναι πιο δύσκολο, γιατί στο ντουέτο έχεις ισοψηφία. Επειδή συμμετέχω σε ένα ντουέτο, εκεί που παίζει ρόλο όλο αυτό, είναι ότι απαιτεί να αποβάλλεις τελείως τον εαυτό σου από το σύνολο, και να λειτουργείς μόνο ως υπηρέτης της μουσικής που παράγεις. Και να έχεις το θάρρος και την ειλικρίνεια να πεις «Ξέρεις κάτι; Έχεις δίκιο, αυτό είναι τελείως άσχετο, το πετάμε». Είτε είναι μια νότα, είτε είναι μια μελωδική γραμμή, είτε ένα κομμάτι ολόκληρο.

Ειρήνη: Ναι, κομμάτια ολόκληρα έχουν φύγει κλωτσιδών.

Γ: Μπορεί κάποιος να έχει γράψει τρία κομμάτια και να θεωρεί ότι είναι καλά, να του λέει το άλλο μισό του ντουέτου «Ρε συ, δεν είναι στον χαρακτήρα μας αυτά». Οπότε τα αφήνει, για καμιά εβδομάδα. Μετά τα ξανακοιτάμε, και κάποιος θα πει «Τελικά, ναι είχες, δίκιο, αυτά τα κομμάτια τα ξεχνάμε». Πρέπει να κινείσαι με τελείως αγνές προθέσεις.

– Αγνές προθέσεις απέναντι στην μουσική ταυτότητα του σχήματος ή στην υπηρεσία της μουσικής;

Γ: Και στα δύο.

Ε: Ναι, κι εγώ αυτό πιστεύω. Το ένα πάει μαζί με το άλλο. Η ταυτότητα ενός σχήματος υπηρετεί την μουσική που παίζει, αλλά έτσι ώστε να εξελιχθεί και αυτή.

– Την παρουσία της μουσικής εδώ αν τη θέσουμε με την μορφή της φόρμας, τι θα λέγατε; Γιατί νομίζω ότι είστε λίγο φορμαλιστές στον ήχο σας…

Ε: Η φόρμα είναι περιοριστική, ναι.

– Είστε φορμαλιστές;

Γ: Θα έλεγα ότι προσπαθούμε να βρούμε την ελευθερία μέσα από μια φόρμα. Γενικά, στη ζωή μας, δεν είμαστε φορμαλιστές, αλλά στους Incirrina είμαστε.

– Δηλαδή οι Incirrina δεν θα τολμούσαν να γράψουν ένα χαρούμενο ντίσκο κομμάτι;

Γ: Και βέβαια, αν μας βγει και μας αρέσει. Θεωρώ το πιο χαρούμενο κομμάτι μας το “Α Little Girl Lost” για κάποιο λόγο. Bλέπεις, αν δούμε ότι όντως είμαστε εμείς αυτό το πράγμα που φτιάχνουμε, ναι θα το κάνουμε.

Ε: Εννοείται ότι αν μας βγει και το γουστάρουμε, θα το κάνουμε τρέχοντας.

Γ: Πάντως εγώ νομίζω ότι τα πάντα είναι φόρμα. Ακόμα κι αν λειτουργείς τελείως μέσα σε μια τυχαιότητα, όπου και το τυχαίο, αν σε εμπνεύσει, είναι μια μορφή φόρμας. Όπως και το αφηρημένο. Εγώ προσωπικά, παίρνω περισσότερα μαθήματα από ζωγράφους παρά από μουσικούς.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Που μεγαλώσατε; Ποια ήταν τα πρώτα ερεθίσματά σας;

Ε: Εγώ γεννήθηκα στην Γερμανία, έζησα δύο χρόνια εκεί στο Κίελο, και μετά οι γονείς μου μετακόμισαν στην Αθήνα, και ύστερα στην Πάτρα. Μετά από χρόνια ξαναγύρισα στην Γερμανία μέχρι που επέστρεψα για πάντα στην Αθήνα.

Γ: Εγώ γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά τα μικρά παιδικά μου χρόνια τα έζησα στην Ιαπωνία, σε πόλεις όπως Χιροσίμα, Χακοντάτε και Ινοσίμα, λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, που έπρεπε να μείνει δέκα χρόνια για να επιμεληθεί κατασκευές καραβιών ως αρχιμηχανικός. Είναι μια χώρα που τη θεωρώ πατρίδα μου. Με έχει επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό, και όσο μεγαλώνω η σκέψη μου γυρίζει πάντα εκεί. Λίγο αργότερα, βέβαια, όλη η οικογένεια γύρισε πάλι στην Ελλάδα και πλέον πέρασα την εφηβεία μου στην εξωτική Καλλιθέα.

– Και τους πρώτους ήχους που σας ταρακούνησαν πώς τους ακούσατε;

Ε: Σε εμένα ήρθαν από τους δίσκους του πατέρα μου. Μου είχαν αγοράσει κι ένα μικρό Casio και κάπως έτσι ξεκίνησα, ό,τι άκουγα το έπαιζα. Για παράδειγμα θυμάμαι να προσπαθώ να παίξω την μελωδία του “Oxygene” του Jean-Michel Jarre. Επίσης, είχα έναν γείτονα, ο οποίος πέθανε σε νεαρή ηλικία από λευχαιμία, αλλά είχε ένα πιάνο, γιατί όλη η οικογένειά του ήταν μουσικοί. Πήγαινα, λοιπόν, κι έπαιζα κι εκεί, αλλά αργότερα επέμενα να αγοράσουν ένα και σε εμένα. Με τα πολλά υπέκυψαν και έτσι ξεκίνησα από μικρή τις σπουδές.

Γ: Ο πατέρας μου άκουγε πολύ παραδοσιακή ιαπωνική μουσική και σε εμένα, κάπως, μου έκαναν εντύπωση μεγάλη τα κρουστά. Αλλά δεν μπορούσα να το εκφράσω. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να βγάζω κατσαρόλες και τηγάνια από την κουζίνα για να φτιάχνω κάθε φορά το σετ μου. Για μπακέτες έπαιρνα τις βελόνες πλεξίματος της μάνας μου, και απορούσε πώς ήταν πάντα στραβωμένες. «Δεν ξέρω», της έλεγα, «μην με κοιτάς». Μετά όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχαμε πάει σε ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι μιας οικογενειακής φίλης, η οποία κάποια στιγμή άρχισε να παίζει πιάνο σε ένα άλλο δωμάτιο. Δεν ήξερα μέχρι τότε τι ήταν αυτό το όργανο. Μαγεύτηκα από τον ήχο και μπήκα στο δωμάτιο, είδα μια μεγάλη κυρία να κουνάει τα χέρια της πάνω στο κλαβιέ και εκστασιάστηκα. Σκέφτηκα «δύο χέρια κάνουν όλο αυτό;». Μετά όταν κάθισαν όλοι πίσω στο τραπέζι, πήγα στο πιάνο κι άρχισα να παίζω τα κάλαντα, στα άσπρα πλήκτρα, με ένα δάκτυλο από δω, ένα από εκεί. Κάποια στιγμή η φίλη ρώτησε την μητέρα μου, «πόσο καιρό κάνει πιάνο ο μικρός Γιωργάκης;». «Ποιο πιάνο;», είπε η μητέρα μου. «Δεν έχουμε πιάνο, δεν ξέρει τίποτα». Την άλλη μέρα πήγα στην μητέρα μου και της είπα «Μαμά, θέλω πιάνο». Ο πατέρας μου έλειπε τότε ταξίδι, και μου λέει η μητέρα μου «Βρε παιδάκι μου, δεν θες να μάθεις ένα βιολί, που είναι και πιο φτηνό;». Εγώ επέμενα, και η μητέρα μου το μετέφερε στον πατέρα που έλειπε. Υπήρχε τότε ένα φιλόμουσος καπετάνιος που ταξίδευαν μαζί, ο οποίος έπαιζε εξαιρετική κλασική κιθάρα, ο οποίος έγραψε στην μητέρα μου «Πάρ’ του το πιάνο που θέλει, κι άμα φωνάζει ο Σεραφείμ, θα το πληρώσω εγώ». Και πήραμε πιάνο, και από τότε παράτησα μπάλες και παιχνίδια, είχα ένα πικαπ, άκουγα με το αυτί και έπαιζα μαζί με το δίσκο.

– Και οι δύο, σε μικρές ηλικίες, ταυτιστήκατε σε διαφορετικές χωροχρονικές στιγμές με το “Oxygene”…

Γ: Θυμάμαι όταν το πρωτοάκουσα, είπα μέσα μου, αυτό θέλω να κάνω. Αλλά τι είναι αυτοί οι ήχοι; Διάβαζα στο οπισθόφυλλο του βινυλίου και δεν ήξερα τίποτα. Έλεγε «Jean-Michel Jarre playing the following instruments…». Τότε δεν υπήρχε ίντερνετ, αλλά παρά τους περιορισμούς τα βρήκαμε όλα με τον αδερφό μου, ψάξαμε, διαβάσαμε γι’ αυτά, αλλά για να μάθουμε τι μάρκες ήταν αυτά τα πράγματα, είχαμε έναν μεγεθυντικό φακό και ψάχναμε τα βινύλια και λέγαμε «Ρε αυτό εδώ γράφει κάτι από F». «Ναι F, είναι». Βλέπαμε το μπάσο των Police που ήταν Fender.

E: Εγώ, πάλι, είχα ξεχωρίσει από μικρή πολλούς δίσκους από τη δισκοθήκη του πατέρα, όπως τον «Σταυρό του Νότου», κάποιους του Παπαθανασίου και Μπετόβεν… Αλλά, ναι, το «Oxygene» ήταν εκείνο που μου τρύπησε κυριολεκτικά τον εγκέφαλο.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Τι αγαπάτε πιο πολύ στην Αθήνα;

Ε: Παγκάκια, δρόμους, κτίρια…

Γ: Μυρωδιές, ειδικά σε κάποιες γειτονιές. Χθες ήμασταν στον Κολωνό, είδαμε κάτι φοβερά σημεία, μια ξεχασμένη αρχιτεκτονική σε μια γειτονιά που παλεύει να υπάρξει, γιατί πιθανόν να ζει το μεγαλείο της μόνο στο φαντασιακό και σε αναμνήσεις.

– Τα ‘80s τα έχετε ζήσει στην Αθήνα;

Ε: Ως επισκέπτης μόνο. Ήμουν πολύ πιτσιρίκι, αλλά θυμάμαι που με πήγαινε η μάνα μου από την μια γιαγιά στην άλλη, από Βικτώρια στα Πετράλωνα. Θυμάμαι πόσο ζωντανό ήταν παλιά το Πεδίο του Άρεως. Αλλά δεν την έζησα τότε, ήρθα να ζήσω μόνιμα εδώ από το 1996 και μετά.

Γ: Κάτι που νοσταλγώ από τότε είναι τα παλιά δισκοπωλεία, όχι μόνο γιατί όλα μου τα χαρτζιλίκια πήγαιναν σε δίσκους, αλλά επειδή θυμάμαι ότι παραγγέλναμε να μας γράψουν κασέτες. Και πήγαινα και έλεγα ότι θέλω μια κασέτα που να έχει αυτά τα τραγούδια. «Α, δεν γίνεται», μου είχε πει ένας, «γιατί αυτά δεν χωράνε σε 60άρα, πρέπει να παραγγείλεις 90άρα». «Μα δεν έχω άλλα λεφτά», του είπα εγώ. «Κάνε πρώτα την 60άρα με λίγα κομμάτια, μάζεψε κι έλα μετά να φτιάξεις άλλη με πιο πολλά τραγούδια»… (γέλια). Μου άρεσε πάρα πολύ που πήγαινες στα δισκοπωλεία, και δεν εννοώ μόνο τα ψαγμένα του κέντρου, αλλά και τα συνοικιακά.

– Πότε συναντηθήκατε οι δυό σας;

Ε: Το 2014, τέτοια εποχή. Έχουμε ήδη κάνει πολλά μουσικά πράγματα ο καθένας μας πριν από αυτή τη συνάντηση. Αρχικά γίναμε ζευγάρι, και κάποια χρόνια αργότερα αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε το σχήμα. Ήταν κάτι που θέλαμε να κάνουμε, αλλά μάλλον δεν προλαβαίναμε.

Γ: Επειδή είπαμε πιο πριν για τα 80s, που ήταν πραγματικά σκοτεινά, θυμήθηκα μια φορά που είχα πει σε αρκετούς συμμαθητές μου να κάνουμε ένα ντουέτο, ή ένα τρίο με συνθεσάιζερ και η απάντηση που είχα πάρει ήταν «Γιατί, αδερφή είσαι και θέλεις να παίξεις με συνθεσάιζερ;».

– Τι μπορεί να εμποδίσει το ταλέντο να εκφραστεί;

Ε: Άπειρα πράγματα. Καταρχάς να γεννηθείς σε μια οικογένεια που να μην μπορεί να το στηρίξει. Να θέλεις να μάθεις και να μην μπορείς. Υπάρχουν πολλές οικογένειες που δεν θέλουν τα παιδιά τους να παίζουν μουσική.

– Το δικό σας ταλέντο το έχει φρενάρει κάτι;

Ε: Μόνο ο εαυτός μας.

Γ: Το μεγαλύτερο εμπόδιο αυτό είναι, και η εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου.

– Το ταλέντο μπορεί να χαθεί για πάντα;

Ε: Μπορεί, εξ αιτίας μιας ασθένειας για παράδειγμα. Ψυχική ή σωματική. Αυτό μπορεί να σε διαλύσει και να μην μπορείς να λειτουργήσεις. Μια συνθήκη ζωής παράξενη…

Γ: Ας μην ξεχνάμε ότι το ταλέντο απαιτεί και μια οικονομική άνεση. Αλλά κινδυνεύει εξίσου και από αυτήν. Αν κάποιος γράψει ένα απίστευτο κομμάτι, για παράδειγμα, και κερδίσει εκατομμύρια από τα δικαιώματα, μπορεί πολύ εύκολα να επαναπαυθεί.

Ε: Ναι, αλλά, αυτό δεν έχει να κάνει με το ταλέντο…

Γ: Κάτσε, πόσοι ταλαντούχοι άνθρωποι το έχασαν στην πορεία; Γιατί βολεύτηκαν…

Ε: Ναι, άρα πάλι το «εγώ» φταίει, ο εαυτός τους.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Τι σημαίνει το «βόλεμα» για έναν μουσικό;

Ε: Γενικά το βόλεμα, όχι μόνο με τους μουσικούς, αλλά με όλους, είναι πρόβλημα όταν λες «τι καλά είμαι εγώ εδώ που είμαι και τι υπέροχα είναι όλα όσα έχω κάνει».

Γ: Ένας μουσικός βολεύεται όταν από ένα σημείο και μετά, εφόσον έρθει κάποια μεγάλη αναγνώριση, και έπειτα του έρχονται όλα εύκολα. Είναι πολύ εύκολο κάποιος να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο και να αποκτήσει έναν κύκλο ανθρώπων γύρω του, που ο,τιδήποτε ζητήσει να του το δίνουν χωρίς δεύτερη σκέψη. Εγώ, αντιθέτως, έχω μάθει ότι κάτι μπορεί να ανθίσει και μέσα από τον περιορισμό.

– Τον περιορισμό ή την δυσκολία;

Ε: Το ίδιο λέτε.

Γ: Ναι, πες το έτσι. Το ίδιο πράγμα λέμε. Δεν έχω λεφτά και έσπασε στο μπάσο μια χορδή. Δεν έχω να βάλω. «Ε, παίξε με τρεις ρε μαλάκα», θα πρέπει να σου πει ο εαυτός σου.

Ε: Ή το άλλο «δουλεύω όλη μέρα δεν προλαβαίνω να γράψω σαράντα κομμάτια». Γράψε μισό! Ξενύχτησε!

– Σήμερα, μετά από αρκετές κυκλοφορίες, τι σας αρέσει περισσότερο, οι ηχογραφήσεις ή οι συναυλίες;

Ε: Αχ, εμένα, τα λάιβ.

Γ: Κι εμένα τα λάιβ μου αρέσουν πιο πολύ.

– Γιατί με τόση βεβαιότητα βρε παιδιά;

Γ: Η ενέργεια, η επαφή με τον κόσμο, γνωρίζεις έναν άνθρωπο που δεν τον ξέρεις, και ξαφνικά αρχίζει και χορεύει και σου χαμογελάει. Τι πιο σημαντικό από αυτό;

Ε: Εμένα οι ηχογραφήσεις με αγχώνουν πάρα πολύ.

– Σας είπαν κάτι σε κάποιο λάιβ που να σας ξάφνιασε πολύ;

Γ: Επειδή έχουμε μια μεγάλη διαδρομή και σε άλλα στιλ μουσικής, κάποιο διάστημα έπαιζα με ένα τρίο τζαζ. Είχα καλέσει έναν παιδικό μου φίλο που είχαμε κοινά ακούσματα από Joy Division μέχρι Japan. Toν έψαχνα, λοιπόν, στο διάλειμμα και δεν τον έβρισκα. Την άλλη μέρα συναντιόμαστε και μου λέει «Γιωργάρα, σε αγαπώ, σε εκτιμώ, αλλά αυτές οι παπαριές που παίζεις τώρα δεν μου αρέσουν καθόλου». «Χάρη μου να σε φιλήσω γιατί το εκτιμώ που μου λες την αλήθεια», του είπα. «Έφυγα, Γιώργο, δεν άντεξα, δεν μπορούσα να ακούσω άλλο, χίλια συγγνώμη αδερφέ». Αυτό ήταν κάτι που με σόκαρε ευχάριστα, αλλά μου άρεσε γιατί μου είπε την αλήθεια. Τώρα που έχουμε κάνει αυτό το πράγμα ο ίδιος άνθρωπος μου λέει «Σε λατρεύω, δεν ξέρω τι έπαθες, αλλά αυτό που παίζεις τώρα το αγαπάω».

– Δηλαδή αν σας έλεγε κάποιος ότι σταματάτε να ηχογραφείτε και θα παίζετε μόνο ζωντανά, ό,τι έχετε γράψει μέχρι τώρα, θα το δεχόσασταν;

Γ: Όχι, δεν γίνεται αυτό. Μας αρέσουν τα λάιβ ναι, αλλά το να πειραματιζόμαστε με τους ήχους, να ηχογραφούμε και να φτιάχνουμε νέα τραγούδια, δεν θα το σταματήσουμε γιατί από εκεί ξεκινάει όλο το πράγμα.

Ε: Είπα πριν ότι με αγχώνει η ηχογράφηση του δίσκου. Αυτό συμβαίνει γιατί όταν τα έχεις φτιάξει τα κομμάτια και θέλεις μετά να τα ηχογραφήσεις, εκεί επειδή πρέπει να είσαι σωστός σε όλα. Αυτό εμένα, κάπως, με διαλύει.

– Στο παλάτι της φήμης από τι κινδυνεύει κάποιος περισσότερο;

Ε: Κινδυνεύει όταν ξεχάσει ότι είμαστε μια κουκίδα πάνω σε έναν πλανήτη του σύμπαντος. Ό,τι και να κάνεις, είτε είσαι διάσημος είτε όχι, δεν είσαι τίποτα παραπάνω από μια κουκίδα. Είναι πολύ ωραίο να αναγνωρίζει κανείς τη δουλειά σου και πραγματικά εμένα προσωπικά, ο μόνος λόγος για τον οποίο θα ήθελα πιο πολύ κοινό, θα ήταν για να έρθουν πιο πολλοί άνθρωποι σε ένα λάιβ και να χορεύουμε μαζί. Μόνο αυτός είναι ο λόγος. Κι όχι για να βγάλουμε λεφτά…

Γ: Ή ακόμα κι αν βγάλεις λεφτά να μην σε διαφθείρει αυτή η κατάσταση των χρημάτων. Πολλοί, δυστυχώς, τρελαίνονται. Αλλά θέλω να προσθέσω και κάτι άλλο σε αυτό που λέτε. Όσο διάσημος και να γίνεις ή να μην γίνεις, πάντα είσαι ένας αγωγός του ήχου. Η ενέργεια αυτή, για κάποιο λόγο, σε έχει επιλέξει να παράγεις αυτό το αποτέλεσμα. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ένα ξεχωριστό είδος για να με υπηρετούν άνθρωποι και αυλικοί. Εγώ απλά υπηρετώ, σαν μοναχός τάγματος, είμαι αγωγός, περνάει κάτι από μέσα μου και φεύγει.

– Πόσο μεγάλο ρόλο παίζει η τύχη σε όλο αυτό το παιχνίδι;

Ε: Τεράστιο.

– Πιστεύετε στην τύχη ή στον Θεό;

Γ: Εγώ πιστεύω στη Θεά, στην ενέργεια.

– Του σύμπαντος;

Γ: Των πάντων. Τα πάντα είναι ενέργεια.

– Η ενέργεια δεν είναι πάντα φίλη με την τύχη…

Ε: Η θετική ενέργεια είναι πολύ καλή φίλη της τύχης. Πιστεύω και στην τύχη και στη θετική ενέργεια.

– Πιστεύετε ότι στην εποχή μας υπάρχει μυστική, κρυμμένη γνώση;

Ε: Η γνώση είναι απέραντη, άπειρη, είναι αδύνατον να τα ξέρουμε όλα.

Γ: Επίσης, άλλωστε νομίζω ότι η πληροφορία είναι κάτι που δεν θα πεθάνει ποτέ. Και δεν μιλάω για την πληροφορία των μέσων. Πιστεύω ότι ήρθαμε εδώ για να μάθουμε, να βοηθήσουμε και να περάσουμε όμορφα.

Ε: Και δεν τελειώνει αυτό ποτέ. Δυστυχώς, δεν προλαβαίνεις να μάθεις όσα θέλεις σε μια ζωή. Αλλά εάν θέλεις να μάθεις, μπορείς να μαθαίνεις κάτι καινούργιο κάθε μέρα.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Ασχολείστε με ένα σκουρόχρωμο είδος μουσικής, το οποίο προσωπικά πάντα ακολουθούσα ως ακροατής γιατί με γοήτευε επειδή μου έδειχνε ίχνη προς το άγνωστο. Αυτό, δικό μου κόλλημα, άσχετο, αλλά κάποιες φορές το άγνωστο μπορεί να ήταν κι ένα συγκρότημα που το αγόρασα σε κάποιο δισκάδικο επειδή μου άρεσε το εικαστικό στο εξώφυλλο του δίσκου του. Για τους Ιncirrina τι σημαίνει το άγνωστο;

Γ: Πεδίο εξερεύνησης. Δεν μας φοβίζει. Κατά κάποιον τρόπο το θεωρώ σαν φυσική εξέλιξη. Και της ύπαρξής μου και των πάντων.

Ε: Εμένα με γοητεύει πολύ. Μικρότερη είχα μια μεγάλη μανία με τα βιβλία του Λάιαλ Γουάτσον, τα οποία είχα βρει από τον πατέρα μου, και ο οποίος προσπαθούσε να επανακαθορίσει το καλό και το κακό με όρους εξελικτικής βιολογίας. Για εμένα το άγνωστο είναι περισσότερο αναζήτηση παρά αποκάλυψη.

Γ: Αναζήτηση που οδηγεί σε αποκάλυψη…

Ε: Δεν πιστεύω στις αποκαλύψεις.

Γ: Ναι, αλλά ουσιαστικά λέμε ότι ανακαλύπτουμε συνεχώς, οπότε δεν τελειώνει τίποτα.

Ε: Άρα δεν υπάρχει καμία αποκάλυψη.

Γ: Άρα δεν υπάρχει τέλος.

– Η μουσική που κάνετε εσείς οι δύο μαζί σάς έχει αποκαλύψει πράγματα για τους εαυτούς σας; Καινούργια, που δεν τα ξέρατε μέχρι τώρα;

Ε: Βέβαια. Ευτυχώς μόνο ευχάριστα. Γιατί ακόμα και αν ανακαλύψεις ότι είσαι βλάκας σε κάποια πράγματα, ή ότι το ύφος σου έχει ξεπεραστεί σε άλλα, είναι ευχάριστο. Αν δεις κάτι άσχημο ή κάποια αδυναμία, το διορθώνεις, το φτιάχνεις καλύτερο, το συμμαζεύεις, το ταιριάζεις.

– Μοιάζετε σαν χαρακτήρες;

Ε: Καθόλου, το άκρως αντίθετο. Σε θέματα χαρακτήρα, πάντα. Η αισθητική μας, η αντίληψή μας για την τέχνη, ταιριάζει και έχει πολύ δυνατούς συνδέσμους.

– Τι πιστεύετε ότι δίνει ώθηση στην κοινή σας έμπνευση;

Γ: Νομίζω τα ισχυρά σημεία του καθενός αλλά και οι αντιθέσεις που έχουμε. Από αυτήν την διαφορετικότητα προκύπτει κάτι ξεχωριστό.

Ε: Ας πούμε εγώ δεν φτιάχνω μπασογραμμές. Ούτε ρυθμούς στα τύμπανα. Ο Γιώργος θα φτιάξει ένα ισχυρό rhythm section που θα μου κάνει εμένα ένα κλικ για να γράψω άλλα πράγματα. Ή θα γράψω εγώ μια αρμονία για να χτίσει ο Γιώργος το ρυθμικό της μέρος.

– Ας μιλήσουμε λίγο για την επιτυχία. Μικρή ή μεγάλη. Λίγη ή πολλή…

Ε: Τι εννοείς, ποια επιτυχία;

Γ: Δεν ξέρω αν μπορούμε να το ορίσουμε εμείς αυτό.

– Το ότι έχετε κάνει κάτι, το ότι συνεχίζετε να το κάνετε και να το προωθείτε στο εξωτερικό, είτε το ακούει ένας είτε το ακούν πολλοί, είναι μια επιτυχία για εσάς. Για εμένα δεν έχει σημασία εάν έχετε πουλήσει 100.000 δίσκους ή έναν.

Γ: Ναι, σωστά, και ένας να σε ρωτήσει «Παιδιά, ποιοι είστε και που ξαναπαίζετε;» είναι επιτυχία. Η επιτυχία ήταν ανέκαθεν παρεξηγημένη στη δυτική κοινωνία. Η μεγαλύτερή μας επιτυχία είναι η ελευθερία μας. Να κάνεις αυτό που θέλεις με το ανάλογο τίμημά του. Πρέπει να ακούς πάντα την ψυχή σου.

– Τους περισσότερους στίχους των Incirinna δεν τους υπογράφετε εσείς, αλλά ο Κωνσταντίνος Λόντος. Γιατί συμβαίνει αυτό, αφού απ’ όσο ξέρω και οι δυό σας γράφετε και τραγούδια και ποίηση;

Ε: Γιατί γράφει αυτά που θέλουμε να πούμε με τον πιο γαμηστερό τρόπο.

Γ: Ο δικός μας στίχος είναι ο ήχος. Εγώ δεν μπορώ να γράψω στίχο για τραγούδι. Μπορώ να γράψω χαϊκού, έγραψα αρκετά στην απομόνωση της πανδημίας.

Ε: Ας πούμε, μιλάμε με τον Κωνσταντίνο για ένα θέμα πολιτικό ή κοινωνικό, μετά μπορεί να πάει και να γράψει κάτι γι’ αυτό.

– Ελλάδα, φθινόπωρο 2022. Τι σκέφτεστε;

Γ: Ότι θα κρυώσουμε το χειμώνα. Ετοιμαστείτε…

Ε: Πρέπει να κάνουμε περισσότερα λάιβ για να χορεύουμε και να ζεσταινόμαστε. (γέλια) Χωρίς πλάκα, όμως, η κατάσταση είναι σκατά. Αλλά δεν πρέπει όλο αυτό να μας πλακώσει. Γιατί δεν θα πουλήσουμε και την ψυχή μας, για να φτιάξει η διάθεσή μας. Πολλοί ετοιμαζόμαστε για ψυχοφάρμακα, πολλοί τα έχουν αρχίσει ήδη, και πάνε να μας επιβάλλουν μια κατάσταση που όμοιά της δεν έχω ξαναζήσει. Πρέπει να αγωνιστούμε με νύχια και με δόντια, και ίσως να ενωθούμε λιγάκι περισσότερο για να περάσουμε σε πιο δραστικά μέτρα.

Γ: Πάνε να μας επιβάλλουν τα σκατά, εδώ είναι το θέμα. Και πρέπει να αφυπνιστούμε σαν άνθρωποι. Συχνά συζητάμε και σκεφτόμαστε ότι μάς κυβερνούν γέροι, ανικανοποίητοι, εγωπαθείς…

– Ο Μητσοτάκης δεν είναι γέρος…

Ε: Έχει κι άλλους από κάτω, με γερασμένα μυαλά. Και να σου πω κάτι, δεν μιλάω για την ηλικία του, γιατί και τα δικά του μυαλά γερασμένα είναι. Ο τρόπος σκέψης όλων αυτών που μάς κυβερνούν είναι, επιεικώς, άρρωστος. Δεν νοιάζονται για το κοινό αίσθημα, δεν τους νοιάζει ούτε πώς θα ζήσουμε εμείς, ούτε εσύ, ούτε οι δίπλα μας.

Γ: Ακόμη και αυτός ο ένας πρωθυπουργός υπηρετεί κάποιον άλλον. Είναι διαχειριστές όλοι οι πολιτικοί.

– Τι πιστεύετε, δηλαδή, ότι χρειάζεται ο πολιτικός λόγος της σύγχρονης Ελλάδας για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις αγωνίες μας;

Ε: Δεν πιστεύω κανέναν πολιτικό λόγο. Πιστεύω στην αυτο-οργάνωση.

Γ: Κι εγώ πιστεύω στην προσωπική αφύπνιση, την αυτο-οργάνωση που είπε η Ειρήνη και στην παιδεία. Οι πολιτικοί πρέπει να δίνουν πρόσβαση στη γνώση, στην αληθινή και ζωτική γνώση όμως.

Ε: Για να μπορέσεις να κρατηθείς σε δύσκολες εποχές πρέπει να έχεις τρομερή ενέργεια και δύναμη και ο κόσμος να συνασπισθεί από κάτω προς τα πάνω.

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq

– Η μουσική μπορεί να είναι πολιτική;

Ε: Είναι πολιτική. Ανεξαρτήτως στίχου. Είναι πλέον πολιτικό θέμα να είσαι κάπου για να μπορείς να ακούσεις κάποιον που σου αρέσει. Σε ένα δεύτερο επίπεδο και η δική μας μουσική μπορεί να είναι πολιτική, αλλά σε ένα πρώτο και βασικό, πρέπει να είμαστε σαν άνθρωποι μαζί. Δεν υπάρχει άλλη λύση.

Γ: Η μουσική κινητοποιεί. Αλλά πρέπει να δουλέψουμε πολύ μόνοι μας. Πρέπει να σκεφτούμε πολλά πράγματα. Γιατί πρέπει να πληρώνουμε φόρους σε ένα κράτος το οποίο δεν σε βοηθάει; Έχω ένα κόλλημα να αφαιρώ το χαρτάκι του φόρου από τα τσιγάρα γιατί είναι σαν να λέω στο κράτος «Δεν σε πιστεύω». Δεν με εκπλήσσει τίποτα πλέον, ούτε στο κράτος, ούτε στην κοινωνία. Διάβαζα κάποτε για τους αβορίγινες. Τους διδάξαν πώς να παίζουν μπάλα. Και τους έβαλαν σε ένα χωράφι και άρχισαν να παίζουν. Παρατήρησαν ότι όταν έφταναν κοντά στο τέρμα, δεν σουτάρανε. Άφηναν την μπάλα και γυρνούσαν στις θέσεις τους. Όταν τους ρώτησαν στο τέλος «γιατί δεν σκοράρατε;», είπαν «μα, άμα σκοράρουμε θα στεναχωρήσουμε την άλλη ομάδα». «Μα αυτό είναι το παιχνίδι», τους είπαν. «Όχι, δεν είναι αυτό το παιχνίδι, γιατί αυτοί που παίζουμε είναι συγχωριανοί μας και πώς μπορούμε εμείς να τους στεναχωρήσουμε;». Εμείς αυτούς τους θεωρούμε πρωτόγονη κοινωνία. Φυσικά, γιατί δεν έχει έρθει η ανάπτυξη σ’ αυτούς, είναι ξυπόλυτοι και τρώνε σαύρες. Όμως, είχαν το επίπεδο να σκεφτούν να μην στεναχωρήσουν κανέναν από την κοινωνία τους.

– Η μουσική μπορεί να ενώσει, αλλά μπορεί και να διχάσει κιόλας. Κάποιος μπορεί να σας ακούσει και να συγκινηθεί ή μπορεί να σας πει τι χαζομάρες είναι αυτές, άντε να παίξετε τζαζ. Έτσι είναι. Αλλά, φτάνοντας στο τέλος της συζήτησής μας, θέλω να σας ρωτήσω, γιατί πιστεύετε ότι σε μια μικρή κοινότητα σαν αυτή της ελληνικής darkwave σκηνής, πρέπει να υπάρχει γκρίνια και φαγωμάρα λες και έχουμε να κάνουμε με τιτάνες του heavy-metal;

Ε: Αυτά τα «εγώ» που λέγαμε πιο πριν, τα οποία εδώ δεν είναι στην ίδια μπάντα, αλλά σε μια διπλανή, η οποία ίσως παίζει κάτι άλλο, αλλά δεν έχει σημασία, παίζει στο ίδιο γήπεδο με σένα. Ξεχνάμε ότι είμαστε “earthlings”. Από μικρή πίστευα ότι το ανθρώπινο είδος είναι καταδικασμένο.

Γ: Μια μπάντα μπορεί να ζηλεύει μια άλλη μπάντα. Ούτε καινούργιο είναι, ούτε πρωτότυπο. Μπορεί να σκέφτονται «γιατί αυτοί έχουν την επιτυχία κι όχι εμείς;» Την ξέρουμε πια την ιστορία, ο κάθε Έλληνας δεν έχει μάθει να ασχολείται με το δικό του έργο, το δικό του σπίτι, το δικό του μαγαζί, αλλά με του γείτονα. Έχουμε τρομερό πρόβλημα και τρομερή έλλειψη συγκέντρωσης σε αυτό που κάνουμε εμείς. Οι περισσότεροι ασχολούνται το τι κάνει ο άλλος, πώς θα τον κρίνουν, πώς θα τον χτυπήσουν. Έχω εισπράξει τέτοιες συμπεριφορές στο παρελθόν, αλλά έχω ασπαστεί τη δική μου φιλοσοφία που λέει «κάτσε δούλεψε σε αυτό που κάνεις, φάε τα λυσσακά σου και δημιούργησε, κάνε ό,τι γουστάρεις, και μην ασχολείσαι με βλάκες».

 

❈ INFO: Facebook | Instagram

Φωτ.: Απόστολος Δελάλης / Olafaq