Ο Γιώργος Παλούμπης, ένας από τους πιο επιτυχημένους σκηνοθέτες της γενιάς του,  είναι ο μετρ του σκληρού ρεαλισμού στο ελληνικό θέατρο και επιμένει να εμπιστεύεται την ελληνική δραματουργία και τους ίδιους συνεργάτες. Οι παραστάσεις του γίνονται τα τελευταία χρόνια διαρκώς sold out.  Ίσως γιατί καταπιάνεται με τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα, ιχνογραφεί τα συμπτώματα της μικροαστικής κοινωνίας, μας μεταφέρει στις ζωές που στριμώχνονται στα διαμερίσματα των ελληνικών πόλεων, ξέρει να αποτυπώνει θεατρικά τη νεοελληνική πραγματικότητα στην πιο βίαιη εκδοχή της.

‘Η απλά γιατί έχει σπουδάσει ψυχολογία- κάτι που λίγοι ξέρουν- και γνωρίζει την ανάλυση χαρακτήρων και πως μπορεί να επιτυχή ψυχική εμπλοκή των ηθοποιών του με το ρόλο τους και το συναισθηματικό τράνταγμα τους πάνω στη σκηνή. Τα «170 τετραγωνικά»- το έργο που χρησιμοποιεί τις σχέσεις ανάμεσα στα αδέλφια, ως δραματουργικό καύσιμο, με τρόπο άκρως επίκαιρο, παίρνει διαρκώς νέες παρατάσεις.  Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα «Αξύριστα πιγούνια», ένα έργο “me too” που μιλά για την αντιμετώπιση των γυναικών από τους άντρες , την αντιμετώπιση των ξένων από τους Έλληνες.

Ο «Κωλόκαιρος», άλλη μια παράσταση γροθιά που απογυμνώνει την ελληνική κοινωνία, ανέβηκε τον περασμένο μήνα για να μας συστήσει ραγισμένους χαρακτήρες και να θίξει μεταξύ άλλων το ζήτημα της παρενδυσίας. Ο ωμός ρεαλισμός στις σκηνές της Αθήνας έχει τη δική του σκηνοθετική υπογραφή. Κάποιοι έχουν πει πως αντιγράφει το σύμπαν του Γιάννη Οικονομίδη. Μάλλον δεν θυμούνται πως και οι δύο ξεκίνησαν μαζί πριν από είκοσι περίπου χρόνια ανεβάζοντας παραστάσεις αυτού του ύφους με ήρωες τσαλακωμένους. Απλά προηγήθηκε η επιτυχία του ενός .Ο Γιώργος Παλούμπης διευκρινίζει πως επιμένει να σκηνοθετεί  σκληρά ελληνικά έργα από τις αρχές του 2000 και αποδίδει την απήχηση των παραστάσεων του τα τελευταία χρόνια στο γεγονός πως η εποχή μας έχει, πλέον, πολλή βία. Συναντηθήκαμε σε ένα μικρό καφέ κοντά στο θέατρο Ιλίσια. Μετά τη συνέντευξη είχε πρόβα για τη νέα του παράσταση. «Είναι ανεκτίμητο να μπορείς να ζεις από τη δουλειά που σου αρέσει να κάνεις» λέει. Και έχει τόσο δίκιο.

Φωτ.: Κική Παπαδόπουλου / Olafaq

– Τι πρόβα έχεις μετά;

Κάνουμε πρόβες για το νέο έργο του Γιώργου Τσουρή «Μακριά από παιδιά» που θα ανέβει το Φεβρουάριο. Το έργο μιλά για μια μεσοαστική οικογένεια, για τη σύγκρουση των δυο φύλων, για το ζήτημα να κάνεις παιδί σήμερα. Είναι ένα οικογενειακό δράμα με εντάσεις και μυστικά που αποκαλύπτονται. Δείχνει τη σαπίλα της ελληνικής κοινωνίας και πόσο θύματα είναι οι χαρακτήρες που ζουν μέσα σε αυτό.

– Ξανά με τον Τσουρή…επιμένεις να συνεργάζεσαι με τους ίδιους ανθρώπους.

Ξανά με τον Τσουρή, ξανά με το Τσιοτσιόπουλο! ( γελά)

– Ξέρεις περίπου τι θα ρωτήσω. Η παράσταση  που σκηνοθετείς φέτος «Κωλόκαιρος» φέρει και πάλι την υπογραφή του Τσιοτσιόπουλου με τον οποίο είχατε κάνει μαζί την επιτυχία «Εθνικός Ελληνορώσων». Και η παράσταση που θα ανέβει προσεχώς  έχει την υπογραφή του Τσουρή, με τον οποίο κάνατε τα «170 τετραγωνικά». Τι είναι αυτό που σε κάνει να μένεις πιστός σε συγκεκριμένες συνεργασίες;

Έχουμε πλέον σχηματισμένο ξεκάθαρο κοινό στόχο. Συμφωνούμε τι είδους θέατρο να φτιάχνουμε, που θέλουμε να το πάμε.  Όταν έχεις δημιουργήσει με κάποιους ανθρώπους έναν κώδικα σχετικά με το τι είδους έργο θέλεις στο χαρτί και πως το έργο θα είναι ένα ρευστό υλικό στην πρόβα που μεταπλάθεται και παίρνει νέες μορφές, όταν έχεις συμφωνήσει τι λειτουργεί και τι δεν λειτουργεί πάνω στη σκηνή, είναι λογικό να θες να δουλεύεις μαζί τους γιατί τα πράγματα γίνονται γρήγορα και ξεκάθαρα, γιατί νιώθουμε ομάδα. Δεν υπάρχουν εύκολα ομάδες στον πολιτισμό που ζούμε. Όσον αφορά στο επαγγελματικό θα σου πω πως είμαστε άνθρωποι που αλληλοεκτιμώνται και χαίρονται να δουλεύουν μαζί.

Φωτ.: Κική Παπαδόπουλου / Olafaq

– Εκτός από ομάδα, είστε και παρέα;

Ναι, είμαστε και παρέα. Και επιδιώκουμε να δουλεύουμε μαζί γιατί περνάμε πολύ καλά και συμφωνούμε στο που θέλουμε να το πάμε.

– Σας ενώνει το ξεγύμνωμα της ελληνικής κοινωνίας;

Αισθάνομαι πως δεν είναι σωστά οι προσπάθειες να μας κατατάξουν σε ένα συγκεκριμένο θεατρικό ρεύμα. Γιατί δεν είναι κάτι καινούργιο.

– Το  ελληνικό θέατρο ωμού ρεαλισμού έχει ταυτιστεί, ωστόσο, με τη δική σου σκηνοθετική υπογραφή.

Εγώ δουλεύω από το 2000 το ρεαλισμό, στο επί Κολωνώ με τη Σκότη. Δεν πιστεύω πως  είναι κάτι διαφορετικό από τον Ίψεν, τον Στρίντμπεργκ και αργότερα τον Μάμετ και τον Μακντόνα. Απλά μιλάμε με σύγχρονους όρους και παίρνει τη μορφή που παίρνει και έχει βία γιατί η εποχή μας έχει βία. Ως είδος, όμως το ξαναλέω,  δεν είναι κάτι καινούργιο.

– Έχεις δημιουργήσει, ωστόσο,  έναν συγκεκριμένο κόσμο σκληρού ρεαλισμού..

Ναι, γιατί ο στόχος ήταν ξεκάθαρος, να ασχοληθώ με αυτό που συμβαίνει στα διαμερίσματα της Αθήνας. Και αυτό το κάνω από το 2005. Αρχικά με το «Penalty», το οποίο το είχα γράψει το 1999. Μετά έγραψα το «Νο 44» και το  «Pacman».

Φωτ.: Κική Παπαδόπουλου / Olafaq

– Σε ενδιαφέρει η συγγραφή;

Με ενδιαφέρει, ναι. Γιατί με ενδιαφέρει το όλο πράγμα.

– Ποιες  ήταν οι πρώτες σου επιρροές ;

Θεατρικά ήμουν φαν του Μάμετ και του Πίντερ. Από πιτσιρικά μου άρεσε ο  Αμερικάνικος Βούβαλος και τα Οικόπεδα με Θέα γιατί ήταν μια γνήσια απεικόνισή των ανθρώπων στο πλαίσιο της ζωής τους. Και έλεγα από τότε γιατί να μην κάνουμε το ίδιο εν Ελλάδι; Γιατί να μη βγάλουμε έργα από το δικό μας καζάνι που βράζει; Γιατί να μην πάρουμε τη δική μας πραγματικότητα και να μην κάνουμε δικά μας έργα; Από κινηματογράφο με επηρέασε ο Μάικ Λι , ο Κεν Λόουτς, ο Κασαβέτης. Συνεχώς με επηρεάζουν νέα πράγματα.

– Θα έκανες σινεμά;

Ναι, θα έκανα υποθετικά αλλά όπως έχει πάει το πράγμα εγώ αυτό το άθλημα (το θέατρο) έχω μάθει τόσα χρόνια.  Είναι καλό να ειδικεύεσαι κάπου.

– Με αυτή τη λογική ειδικεύτηκες στον ωμό ρεαλισμό;

Είναι ωραίο να εμβαθύνεις σε κάτι και να το ψάχνεις. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μου αρέσει να κάνω κι άλλα πράγματα.

– Δεν φοβήθηκες ποτέ μήπως επαναληφθείς μέσα από έργα που με τον ίδιο κοινό παρονομαστή , να επισκιάσει άλλα πράγματα που ίσως θελήσεις να κάνεις ή είναι επιδίωξη η δημιουργία αυτής της θεατρικής ταυτότητας;

Ήθελα απλά αυτό το είδος να μιλήσει στο κοινό, να δημιουργήσει ερωτηματικά μέσα από αυτές τις ιστορίες.

– Γιατί  αυτά τα έργα έχουν τόσο μεγάλη απήχηση τα τελευταία χρόνια;

Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω μέσα από ποιον μηχανισμό. Είναι διαφορετικό αυτό που λειτουργεί σε κάθε στιγμή. Μπορεί γιατί η ίδια η εποχή μας έχει πολλή βία. Αισθάνομαι πως τώρα αναγνωρίστηκε η επιμονή μας. Ίσως να αποτελεί τάση. Τα 170 τετραγωνικά είναι ένα οικογενειακό δράμα, μια ξεκάθαρη ιστορία μιας χώρας που φέρει αμαρτίες που πηγαίνουν από γενιά σε γενιά. Στο τέλος δίνουν μια ελπίδα πως οι άνθρωποι μπορούν να κοιταχτούν μεταξύ τους.

– Πως προέκυψε ο Κωλόκαιρος και τι διαφορετικό έχει να πει από τα άλλα έργα;

Είχαμε την ιδέα μαζί με τον Αντώνη Τσοτσιόπουλο. Τη βάλαμε κάτω, μετά ο Αντώνης έγραψε το έργο και εγώ το σκηνοθέτησα.  Με τον Κωλόκαιρο βάλαμε το θέμα της αυτοδιάθεσης και το παρενδυτικό ζήτημα. Μιλήσαμε μέσα από τη δική μας γλώσσα για την ελευθερία να είσαι όπως θέλεις. Θεωρώ πως ο Αντώνης είναι σπουδαίος καλλιτέχνης, σπουδαίος ηθοποιός.

Φωτ.: Κική Παπαδόπουλου / Olafaq

– Εξαιρετικά καλά  συνεχίζουν να πηγαίνουν τα Αξύριστα Πιγούνια. Που το αποδίδεις;

Τα «Αξύριστα πιγούνια» είναι ένα έργο “me too” που μιλά για την αντιμετώπιση των γυναικών από τους άντρες , την αντιμετώπιση των ξένων από τους Έλληνες

– Προτού βρεθείς στοΘέατρο  Επί Κολωνώ τι έκανες;

Έχω σπουδάσει ψυχολογία και έχω κάνει μεταπτυχιακό στην ψυχομετρία.

– Εργάστηκες δηλαδή  ως ψυχολόγος;

Καθόλου. Ήξερα πως ήταν κάτι που θα μου έπαιρνε τον εαυτό μου και ήθελα να πάω αλλού.

– Αναζητώντας στοιχεία για  σένα στο διαδίκτυο, δεν βρήκα πολλά. Η θέση «πίσω από τη σκηνή»  είναι τρόπος ύπαρξης;

Δεν είμαι καλός στο να παίζω το παιχνίδι δημοσίων σχέσεων.

– Πότε κατάλαβες πως θες να ασχοληθείς με το θέατρο;

Αργά, περίπου στα 21 με 22 μου, είδα παραστάσεις και είπα «αυτό θέλω να κάνω»! Είναι ανεκτίμητο να μπορείς να ζεις από τη δουλειά που σου αρέσει να κάνεις.

– Ως έφηβος τι ονειρεύτηκες να γίνεις;

Πίστεψα πως μπορεί να γίνω μπασκετμπολίστας αλλά γρήγορα κατάλαβα πως δεν…θα’ έπρεπε να ήμουν πιο ψηλός! (γελά)

– Σε ποια γειτονιά μεγάλωσες;

Στα Κάτω Πατήσια και μετά στου Παπάγου. Ο πατέρας μου ήταν απόστρατος Ναύαρχος.

– Πως είναι να μεγαλώνεις με έναν Ναύαρχο;  Πως αντιμετώπισε την ενασχόληση σου με το θέατρο;

Δεν καταλάβαινε τι είναι αυτό που κάνω. Αλλά αυτό που ήθελε είναι ότι κάνω να το κάνω σωστά. Μου είχε πει χαρακτηριστικά ‘’αφού το κάνεις, πήγαινε σε σχολή’’.

– Τι σου λένε όταν βλέπουν τα έργα σου;

Είναι περήφανοι.

– Δεν τους ξενίζει η ωμότητα στο λόγο, οι βωμολοχίες ,η βία;

Έχουν συνηθίσει πως οι παραστάσεις μου εμπεριέχουν κάτι τέτοιο και καταλαβαίνουν για ποιο λόγο υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει πως τους αρέσει πάντα.. Κάποιες φορές τους ξενίζει. Για παράδειγμα στον πατέρα μου δεν είχε αρέσει ο χαρτοπόλεμος. Ίσως γιατί είχε ένα πτώμα στην αποθήκη, το οποίο ήταν του πατέρα στο έργο.  Του άρεσαν πολύ τα «Ματωμένα Χώματα». Μπορεί γιατί παιζόταν και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και ένιωσε πως ο γιος του έφτασε κάπου! (γελά)

Φωτ.: Κική Παπαδόπουλου / Olafaq

– Βλέπεις κάποια σύνδεση μεταξύ του θεάτρου και της ψυχολογίας;

Και τα δυο έχουν να κάνουν με ανάλυση χαρακτήρων. Στο θέατρο όμως έχει άλλου τύπου μη ευθύνη. Το θέατρο είναι παιχνίδι. Η ψυχολογία είναι σοβαρό πράγμα

– Το θέατρο όμως μπορεί να προκαλέσει ψυχικές μετατοπίσεις..

Μακάρι να συμβαίνει αυτό!

– Τι σου αρέσει να διαβάζεις;

Θα σου πως κάτι που δεν έχει καμία σχέση με τον ωμό ρεαλισμό. Με είχαν μαγέψει τα βιβλία του Μουρακάμι. Ξεκινούσαν ρεαλιστικά και σε πήγαιναν σε κάτι ανεξήγητο. Μου είχε αρέσει πάρα πολύ το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν και το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι. Κάποια στιγμή διάβαζα Νέσμπο

– Στο Netflix τι βλέπεις;

Έχω δει τόσα πολλά. Τι να σου πω. Μoυ άρεσαν τα «Τα 7 δευτερόλεπτα», «Όταν μας βλέπουν». Εκτός Netflix, η αγαπημένη μου σειρά γενικά είναι το “The Wire”.

– Τι είδους θέατρο απολαμβάνεις ως θεατής;

Οτιδήποτε λειτουργεί.  Είναι και πάλι τόσα πολλά. Είχα δει στο Λονδίνο το Ecstasy  και είχα πει αυτό είναι! Από ρεαλισμό μου άρεσε το «Έβρος Απέναντι» του Μαστοράκη. Δεν βλέπω όμως μόνο ρεαλισμό( γελά).