Ο Άγγελος Παπαδημητρίου κυκλοφορεί στην Κυψέλη, ανάλαφρος, πανάκριβος, σαν κασμιρένιο φουλάρι κρεμασμένο στον λαιμό της πόλης. Ο Άγγελος Παπαδημητρίου είναι η πόλη: είναι όλα τα συμπλέγματα και τα απόκρυφά της, όλα τα λαμπερά φανερωμένα και τα underground γιορταστικά της, τα μπαχάρια της Ευριπίδου και η κρέμα του καπουτσίνο στα πιο στιλάτα καφέ.

Τον συναντώ και δεν έχω καμία διάθεση να του κάνω συνέντευξη, τελικά, γιατί θα προτιμούσα να κρατήσω μόνο για μένα την συζήτηση, βγαλμένη ίσως από κάποιο κινηματογραφικό script που δεν θα εγκριθεί ποτέ. Τρώμε πάστες, μιλάμε εδώ και ώρα πια στον ενικό, οι ερωτήσεις μεταμορφώνονται σε απαντήσεις και ο χρόνος μοιάζει κυκλικός, χωρίς παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Ο Άγγελος Παπαδημητρίου είναι την ίδια ώρα καλλιτέχνης, έργο τέχνης, εραστής, ερώμενος, αποκαλυπτικός, κρυψίνους, συνεντευξιαζόμενος και, επί της ουσίας, συνεντευξιαστής. Ένας έφηβος εβδομηντάρης, αλλά όχι με την κλισέ πρόσληψη της έννοιας εφηβεία. Ένας σνομπ αστός, αλλά όχι με την (δια)δεδομένη πρόσληψη των εννοιών «σνομπ» και «αστός». Καθόλου δεν χωρά στις ασφυκτικές ιδιότητες του εικαστικού και του ηθοποιού, τις οποίες βεβαίως ανανεώνει εκ βαθέων και μόνο που δέχεται να τον προσδιορίζουν ως ένα βαθμό.

Γαμώτο, πρέπει να φάτε πάστα μαζί του για να καταλάβετε. Προσπαθώ να σας μεταφέρω λίγο από το δυσμετάφερτο άρωμα της συνάντησής μας που με έκανε να νιώσω ανάταση και προνόμιο.

«Θα ήθελα να σε ρωτήσω από πού με γνωρίζεις, πριν ξεκινήσουμε, αν δεν σε πειράζει», μου λέει χαμογελαστός. «Θα σου πω την αλήθεια: πρώτον, από τους Στάβλους, δεύτερον από τις θεϊκές αναρτήσεις σου στο Facebook, τρίτον από μια υποδειγματική συνέντευξη που έδωσες σε μεγάλο free press». Η απάντησή μου τον ικανοποιεί, αλλά αν με ρωτήσει σε τρεις ώρες από τώρα που ξεκινάμε να μιλάμε θα του απαντήσω: «Σε ξέρω από παντού και, πιθανώς, από πάντα».

Να μην ξεχνάτε ότι τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που λέγονται σε συνεντεύξεις, λέγονται εκτός μαγνητοφώνησης, με τον τρόπο που τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που συμβαίνουν στην ζωή δεν χωρούν με κανένα τρόπο στο χαρτί. Ο Άγγελος Ππαδημητρίου, στο τέλος της κουβέντας μας, μου πρότεινε να γράψω ό, τι θέλω να διαγράψω την ηχογράφηση, να πω ψέματα, να φτιάξω ένα κείμενο όπως το θέλω.

Μπορεί και να άκουσα την συμβουλή του, μπορεί και να του πήγα κόντρα.

 

Είχα μια αίσθηση από μικρός του τι είναι σημαντικό. Μου έλεγαν να μην μπλέξω με την τηλεόραση, αλλά δεν τους άκουγα. Ήξερα ότι το σήριαλ, η Σταύλοι, θα περάσει στην ιστορία, θα γίνει ποπ κουλτούρα. Το σύμπαν μου, ο κόσμος μου αποτελείται, σε ίσες δόσεις, από ευτελή και ακριβά υλικά. Στα 15 μου χρόνια, αποφάσισα να γοητευθώ από την Ζωή.

Δεν βασανίστηκα ποτέ για να πετύχω κάτι. Είχα το αξίωμα ότι ποτέ δεν θα δυστυχήσω. Ή, αν θες, ανέκαθεν μετέτρεπα το Βάσανο σε Χαρά. Και δεν θέλω να σταματήσω ποτέ να το κάνω. Μόνο ο Έρωτας και η καψούρα, όπως λες, δημιουργούν ένα προβληματάκι εκεί, έτσι, από νωρίς πήρα μια μεγάλη απόφαση, σα να έπαιζα ένα παιχνίδι: είπα δεν θα μπλέξω ποτέ το συναισθηματικό με το σωματικό. Πώς έγινε αυτό; Ένα μαγικό πράγμα, μια αλχημεία που δεν το συνιστώ, αν και σε εμένα λειτούργησε, αφήνοντάς μου έναν τεράστιο φαντασιακό χώρο. Είναι μια παράξενη καλογερική αυτή, δεν χωρούν υποσχέσεις και τέτοια. Αλλά περιλαμβάνει άφθονη ηδονή, επίσης.

Η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής μου ήταν μια συμμαθήτριά μου στο σχολείο. Θυμάμαι να φροντίζω και να ελέγχω την συμπεριφορά μου για να της αρέσω. Κάναμε τους γιατρούς, παίζαμε, την κοίταζα, όλη αυτή η αγωνία. Τα θυμάμαι όλα με πάσα λεπτομέρεια.

Κατάφερα να ζω την μέσα ζωή σαν έξω ζωή. Ζω πραγματικά σα να μην υπάρχει αυτή η διάκριση. Δεν ντράπηκα ποτέ να είμαι ευαίσθητος, να τραγουδάω, να εκτίθεμαι, σα να μη με νοιάζει τίποτα. Δεν αντέχω να βρίσκομαι μακριά από την Ομορφιά και με συναντά κι εκείνη συχνά. Πρόσφατα, ανέβασα ένα βίντεο από μια συναυλία όπου είχε τραγουδήσει η Γιοβάννα. Αισθάνομαι τόσο περήφανος που το τράβηξα αυτό το βίντεο. Εκεί συναντιέμαι με τον Θεό. Τόσο απλά, τόσο όμορφα δεν είναι τα πράγματα καμιά φορά και, αν το επιλέξουμε, πάντοτε; Όταν ακούς την Κάλλας να τραγουδάει, όταν βλέπεις έναν όμορφο νεαρό, μια ωραία κοπέλα. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη ευτυχία που γίνεται, φορές, σχεδόν απτή.

Και τώρα που μιλάμε, βλέπω τα όμορφα μάτια σου και θυμάμαι ξανά πόσο ωραία είναι η ζωή. Αλλά και ο θάνατος είναι όμορφος, είναι ένας ακόμη σταθμός μιας συγκλονιστικής περιπέτειας. Κι ας μοιάζει ότι είναι ο τελευταίος.

Έχω την αίσθηση ότι οι δύο μέντορές μου ήταν η μητέρα μου και η πρώτη μου δασκάλα, η Λουίζα Μπάσδελη Τσουλούφα, μια γυναίκα σαν την Άβα Γκάρντνερ, τόσο όμορφη.

Ο χρόνος είναι ενιαίος για μένα. Οι γονείς μου έχουν πεθάνει, αλλά είμαι ακόμα παιδί τους. Κι ενώ μου λείπουν, δεν μου λείπουν κιόλας. Δε νοσταλγώ, αλλά ούτε μπορώ να πω και την ατάκα ότι «ζω στο τώρα». Καταλαβαίνεις;

Άγγελος Παπαδημητρίου
Άγγελος Παπαδημητρίου

Οι άνθρωποι που θαυμάζω περισσότερο από όλους είναι οι οικογενειάρχες: ένας άντρας ή μια γυναίκα που φροντίζουν ο ένας τον άλλον και τα παιδιά τους, προσφέροντας χρόνο, φαγητό, αγάπη, είναι κάτι συγκλονιστικό. Εγώ φροντίζω τα καναρίνια μου. Πηγή χαράς και η φροντίδα.

Κάτι που αντιπαθώ είναι η αγγλική γλώσσα, μια εχθρική γλώσσα. Δεν μπορώ να ακούσω τραγούδια στα αγγλικά, δεν μπορώ να συγκινηθώ. Έχω απολύτως υπόψη μου τα μεγάλα συγκροτήματα και τους εμβληματικούς καλλιτέχνες, αλλά εγώ γνώρισα και αγάπησα το ελληνικό τραγούδι, που είναι ένας παράδεισος. Ρεμπέτικο, ελαφρό, όλα.

Επίσης, όταν φεύγω από την Μεσόγειο, πλήττω. Μάλλον, δεν μπορώ να φύγω μακριά της. Είναι ένας τόπος η Μεσόγειος και, συνάμα, ένας χρόνος. Στην Ελλάδα, στην Αίγυπτο και στην Τουρκία, άντε στην Ιταλία, δεν πλήττω ποτέ. Στη Νέα Υόρκη είχα ευκαιρία να πάω (με την παράσταση Όρνιθες) και δεν πήγα ποτέ, δεν με ευχαριστεί. Μην με ρωτάς για διακοπές, ή μάλλον ρώτα με. Δεν με συγκινούν οι διακοπές ως έννοια, ως σημασία. Έζησα είκοσι χρόνια της ζωής μου δίπλα στην θάλασσα, στο Κιάτο, όπου γεννήθηκα.

Θα ήθελα να κάνω, φαντασιακά, ένα τραπέζι με συνδαιτημόνες τον Λαπαθιώτη και την Μαρία Κάλλας, αφού με ρωτάς. Η μαγειρική είναι αγαπημένη μου ασχολία. Προχθές, μαγείρεψα γεμιστά με κιμά για την Ζωζώ Σαπουντζάκη.

Κρατώ την ατάκα της Ελένης Γλύκατζη Αρβελέρ, που δεν είναι ότι συμφωνώ και στα πάντα μαζί της: «Να υπενθυμίσω στους φτωχούς ότι δεν θα πλουτίσουν αν φτωχύνουν οι πλούσιοι».

Χάρισα όλους μου τους δίσκους σε έναν Πακιστανό μετανάστη με καροτσάκι που περνούσε έξω από το σπίτι μου. Με ρώτησε πόσα χρήματα ήθελα. Δεν ήθελα τίποτα. Και του χάρισα και έναν πολυέλαιο. Δίνοντάς τα, αισθάνθηκα πλούσιος.

Μια φορά, μπήκα στο λεωφορείο και ένα παιδί έβαλε το χέρι του στην τσέπη μου. Είχα περίπου 300 ευρώ. Μου τα πήρε, έκανα πως δεν το πρόσεξα. Μόλις κατεβήκαμε, του μίλησα, του είπα ότι του τα κάνω δώρο και να μην το ξανακάνει. Μου βγήκε αυτή η αντίδραση εκείνη την στιγμή, δεν λέω ότι πάντα θα αντιδρώ το ίδιο κατ’ ανάγκη.

Σέβομαι βαθιά τους βασανισμένους, πονεμένους από την φτώχεια και τις κακουχίες ανθρώπους, αλλά δεν μπορώ εύκολα να βρίσκομαι πολύ κοντά τους. Δεν θα είμαι απολύτως ειλικρινής μαζί τους. Προτιμώ τους αστούς, όπως τον Γιώργο Μαυροΐδη, με συγκινεί η αστική διάθεση, πράγμα εξόχως παρεξηγημένο στην Ελλάδα, από πάντα και μέχρι σήμερα. Το 1993 με επέλεξαν να συμμετάσχω στην Μπιενάλε της Βενετίας και ο Μαυροΐδης σχολίασε για μένα ότι «κάθε 100 χρόνια συμβαίνουν αυτά τα πράγματα στην τέχνη, ο τελευταίος ήταν ο Θεόφιλος». Με λάτρευε.

Διακρίσεις όπως ο αριστερός κι ο δεξιός, οι φοιτητής και ο εργάτης δεν με αφορούσαν ποτέ. Ως διακρίσεις δεν με αφορούν. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω επαναστατήσει ποτέ απέναντι σε κάτι, ούτε καν ως έφηβος στους γονείς μου. Η ζωή μου είναι επαναστατική, εγώ δεν είμαι επαναστάτης. Το μανιφέστο το ζω, δεν το ψηφίζω.

Άγγελος Παπαδημητρίου
Φωτ.: Γιάννης Παπαϊωάννου / Olafaq

Ανήκω σε μια εξόχως πολιτικοποιημένη γενιά, αλλά δεν υπήρξα ποτέ ουσιαστικά πολιτικοποιημένος, ούτε με ενδιέφεραν τα κινήματα, δεν χωρούσαν μέσα μου. Κάποια στιγμή, θέλησα να βοηθήσω τον Μπακογιάννη με τον Δήμο της Αθήνας, αυτό είναι άλλο.

Με φωτογραφίζετε στο σπίτι μου, αλλά δεν μου αρέσουν τα σπίτια, προτιμώ τις φωλιές. Είναι σπίτια με πολυελαίους, με απίστευτα εσωτερικά βάρη και στην κουζίνα δεν έχουν κύμινο ή, καμιά φορά, ούτε καν πιάτα! Δεν διανοούμαι να μην έχω ό, τι χρειαστεί για να περιποιηθώ έναν επισκέπτη ή τον εαυτό μου. Κόλιανδρο, κονιάκ…

Είμαι ο φροντιστής μου. Μαγειρεύω, καθαρίζω, περιποιούμαι τον χώρο μου, την καθημερινότητά μου. Δεν θα διανοούμουν ποτέ να πληρώσω άνθρωπο να με φροντίσει, να μου φέρει το νερό ή να μου πλύνει την μπανιέρα. Το χαίρομαι αυτό σε μένα και το απολαμβάνω.

Ό, τι ήθελα στην ζωή μου το έφτιαξα, το κατάφερα λίγο πολύ. Κλαίω εύκολα και αυτό με κάνει να ντρέπομαι καμιά φορά. Συγκινούμαι με τα τραγούδια, με τα πτηνά. Όταν τραγουδώ, ανεβαίνουν πάντα δάκρυα. Κλάμα και μουσική είναι ένα πράγμα για μένα.

Στα σαράντα μου πήγα κι εγώ σε έναν ψυχαναλυτή-έκαναν όλοι οι φίλοι μου τότε ψυχοθεραπεία. Με ρώτησε αρχικά ο γιατρός αν θυμάμαι την πρώτη δυσάρεστη στιγμή της ζωής μου, ως μικρό παιδί. Έψαξα απεγνωσμένα να θυμηθώ και δεν είχα να πω τίποτα. Δεν ξαναπήγα.

Τα δώρα με φέρνουν σε άβολη θέση, δεν θέλω να μου κάνουν δώρα υλικά. Δεν χρειάζομαι ούτε επιθυμώ τίποτα, αυτό λέω και στους φίλους μου. Προτιμώ να τους κάνω δώρα εγώ.

Η ιδέα ότι διδάσκω μου προξενεί, μέχρι σήμερα, μια φοβερή αμηχανία. Μου το έχουν προτείνει. Τι θα λέω στα παιδιά; Πιστεύω ότι καλλιτέχνης δεν είναι αυτός που υποδύεται τον καλλιτέχνη. Καλλιτέχνης είναι οντότητα και είναι καλλιτέχνης 24 ώρες το 24ωρο. Είναι ένα σύνολο και πιστεύω, πιο σημαντικό πράγμα από το έργο τέχνης. Κι ο Παρθενώνας από μόνος του δεν με συγκινεί ας πούμε. Η τέχνη είναι αυτό που εντάσσεται στην ζωή, μόνο έτσι με αφορά. Το πρόσωπό σου, ας πούμε, μου θυμίζει τον ελληνικό πολιτισμό, με καθησυχάζει, αυτό είναι τέχνη για μένα.

Έχω την κρυφή γνώση ότι, όταν με ανακαλύψουν μετά τον θάνατό μου, θα απορήσουν από πού ξεφύτρωσα. Η εποχή που έζησα και ζούμε είναι σκοτεινή εποχή. Φαντάζομαι να εκπλήσσονται με την περίπτωσή μου.

Είμαι απλώς υπερήφανος για την πλούσια ματιά που μου χαρίστηκε ή την ανέπτυξα εγώ για να βλέπω τον κόσμο και τα πράγματα γύρω μου: το φαγητό στο πιάτο μου, τον ήλιο, τα φρύδια των ανθρώπων, τα φύλλα στα δέντρα, οι φίλοι μου, ένα γλυπτό.

Μας έχει χαριστεί απλόχερα ο πλούτος, γιατί δεν τον βλέπουμε; Να μια απορία μου.