Το ημερολόγιο δείχνει 13 Μαΐου του 2012.

Είναι Κυριακή βράδυ, περασμένες δέκα, και κανείς δεν γνωρίζει, μέχρι εκείνη την στιγμή, ότι σε περίπου μισή ώρα από τώρα σε ένα γήπεδο μπάσκετ της Κωνσταντινούπολης θα έχει γραφτεί ιστορία. Για να το θέσουμε ορθότερα, όχι απλά ιστορία, αλλά το μεγαλύτερο και επικότερο κατόρθωμα στην ιστορία του ελληνικού συλλογικού αθλητισμού.

Γιατί, σε εθνικό επίπεδο, μέχρι τότε, είχαμε ζήσει πραγματικά μεγάλες επιτυχίες (και ανατροπές): την κόντρα σε όλα τα προγνωστικά επικράτησή μας επί των Σοβιετικών στον τελικό εκείνου του αλήστου μνήμης Ευρωμπάσκετ του 1987. Τον Άθλο του Euro του 2004. Την μεγαλειώδη πορεία (και την κατάκτηση) του Ευρωμπάσκετ του 2005 στο Βελιγράδι, με χίλιες δυο αντιξοότητες και ανατροπές. Και, φυσικά, την πέραν πάσης προσδοκίας νίκη της εθνικής μας επί των ΗΠΑ στην Σαϊτάμα, σε εκείνο το φοβερό παιχνίδι του Μουντομπάσκετ της Ιαπωνίας, την 1η Σεπτεμβρίου του 2006.

Αλλά σε καθαρά συλλογικό επίπεδο, το «επιτυχιόμετρο» δεν είχε να επιδείξει μεγάλες ανατροπές: μέχρι και ο «εξάστερος» ΠΑΟ ψιλοχαλαρά τους έπαιρνε τους έξι τελικούς που κέρδισε στην Ευρωλίγκα.

Όλα τα παραπάνω σβήστηκαν μονοκοντυλιά το βράδυ εκείνο της 13ης Μαΐου του 2012. Όταν ακριβώς δέκα χρόνια πριν, γαύροι, βάζελοι, χανούμια και παόκια, άνδρες και γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, το βράδυ εκείνο, λίγο μετά τις 11 το βράδυ, χειροκρότησαν από κοινού και σε standing ovation τον μπασκετικό Ολυμπιακό που κατάφερε να επικρατήσει, κόντρα σε θεούς και δαίμονες, με εκείνο το «πεταχτάρι» του Γιώργου Πρίντεζη ένα δευτερόλεπτο πριν το τέλος του αγώνα.

Έναν Ολυμπιακό που δώδεκα λεπτά πριν από την λήξη του αγώνα, στο όγδοο λεπτό της τρίτης περιόδου βρισκόταν 19 πόντους πίσω από την ΤΣΣΚΑ Μόσχας. Με το σκορ στο 53-34, μέχρι και οι αθλητικογράφοι που μετέδιδαν τον αγώνα πέταξαν… λευκή πετσέτα: «δεν γυρνάει αυτό το ματς», είπαν και πρόσθεσαν «τρικ υπάρχουν. Εργαλεία δεν υπάρχουν».

Και όμως υπήρχαν. Και τρικ και εργαλεία. Και στον πάγκο ο σπουδαίος και αείμνηστος Ντούσαν Ίβκοβιτς με άξιο συμπαραστάτη (και βοηθό του) του τον Βαγγέλη Αγγέλου, ο οποίος θυμάται μαζί μας όλα όσα οδήγησαν σε αυτό που σήμερα, στο ολυμπιακό συλλογικό υποσυνείδητο, αποκαλείται «Το Θαύμα της Πόλης».

«Εμείς πήγαμε, ως ομάδα, στην Κωνσταντινούπολη, με μεγάλη χαρά και την ψυχολογία του αουτσάιντερ. Θέλαμε απλώς να ζήσουμε την εμπειρία και ό,τι ερχόταν στην πορεία θα ήταν ασφαλώς καλοδεχούμενο», μου λέει στο τηλέφωνο ο κόουτς Αγγέλου και θυμάται από την βραδιά του τελικού:

«Αν θυμάσαι καλά, επρόκειτο για ένα εξαιρετικά νευρικό παιχνίδι με χαμηλό σκορ. Και ξαφνικά βρεθήκαμε πίσω με 19 πόντους».

 

Ένα γεγονός που, όλους εμάς, από τις τηλεοράσεις μας αφενός μάς ξένισε ως προς το πώς η διαφορά του σκορ έφτασε σε εκείνο το σημείο, γιατί στο τέλος εκείνης της χρονιάς ο Ολυμπιακός πήγαινε… τρένο που λέμε, έχοντας κάνει σπουδαίες ανατροπές με την Σιένα και έχοντας επικρατήσει μερικών ανώτερων (σε επίπεδο μπάτζετ και «ονομάτων») ομάδων στην Ευρωλίγκα.

Και, αφετέρου, δεν μας έδινε και πολλές ελπίδες ως προς την κατάκτηση του τροπαίου –μιλάμε, άλλωστε, για μια ΤΣΣΚΑ με υπερτριπλάσιο, τότε, μπάτζετ από τον «φτωχό πλην τίμιο» Ολυμπιακό και με έναν αρχηγό, τον Αντρέι Κιριλένκο, ο οποίος είχε αφήσει τις σειρήνες του ΝΒΑ, προκειμένου να γυρίσει στην πατρίδα του και να κατακτήσει μια Ευρωλίγκα με την ομάδα της καρδιάς του.

Στον πάγκο του Ολυμπιακού, ωστόσο, επικρατούσε ηρεμία, όπως λέει ο κόουτς Αγγέλου: «Εμείς οι προπονητές γνωρίζουμε πολύ καλά το πόσο απρόβλεπτο άθλημα είναι το μπάσκετ. Ένα λάθος, μια χαμένη μπάλα, μια κακή συγκέντρωση από όλη την ομάδα, μπορεί μέσα σε μερικά λεπτά να σε φέρει τούμπα. Εσύ πρέπει να προσπαθείς διαρκώς, είτε λέγεσαι παίκτης, είτε προπονητής, να βρεις τρόπους να αλλάξεις το μομέντουμ του αγώνα».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Ολυμπιακού σε εκείνο το σημείο, σύμφωνα με τον κόουτς δεν ήταν άλλο από το «ψυχολογικό μπλοκάρισμα των βασικών μας παικτών. Γι’ αυτό και στο ημίχρονο ο Ιβκοβιτς έβαλε τις φωνές στους βασικούς μας παίκτες, προκειμένου να τους κάνει να πεισμώσουν περισσότερο και να οδηγήσουν την ομάδα. Μέχρις εκείνου του σημείου την ομάδα στις πλάτες τους την είχαν πάρει τα παιδιά που έρχονταν από τον πάγκο, κυρίως ο Κώστας ο Παπανικολάου που έκανε μια εκπληκτική εμφάνιση εκείνο το βράδυ».

Και όμως: ανάμεσα στο 28ο και το 35ο λεπτό, πέντε λεπτά πριν το τέλος δηλαδή, η (αρχικά σισύφεια) διαφορά των 19 εκείνων πόντων είχε καλυφθεί. Ο Ολυμπιακός είχε φτάσει την ΤΣΣΚΑ σε απόσταση αναπνοής και την κοιτούσε πλέον στα μάτια, με την ανάσα του Σπανούλη, του Πρίντεζη και των υπολοίπων να «σκάει» απειλητικά στο λαιμό των Ρώσων.

Στα 9.7 δευτερόλεπτα από το τέλος, με το σκορ στο 61-60 υπέρ των Ρώσων, ο Σπανούλης κάνει φάουλ στον Σισκάουσκας. Ο παίκτης της ΤΣΣΚΑ χάνει (ανέλπιστα) και τις δυο βολές και ο Ολυμπιακός, ο οποίος σημειωτέον μέχρι τότε δεν έχει περάσει ποτέ μπροστά στο σκορ, επί 39 λεπτά και 50 δευτερόλεπτα, έχει την ευκαιρία να το κάνει μια και καλή στο τέλος του αγώνα.

Είναι η ώρα για το «πεταχτάρι», για την κίνηση του Πρίντεζη που έγινε μέχρι και… λήμμα στο σύγχρονο μπασκετικό λεξικό.

«Εμείς γνωρίζαμε από πριν ότι ο Κιριλένκο είναι εξαιρετικός παίκτης βοήθειας, είχαμε όμως εμπιστοσύνη αφενός στις εμπνεύσεις του Σπανούλη και αφετέρου στην εκτελεστική ικανότητα του Πρίντεζη», μου λέει ο κόουτς Αγγέλου, παραδεχόμενος ότι «δεν υπήρξε κάποιου είδους σύστημα για την τελευταία, την νικητήρια φάση».

Το καλάθι μπήκε. Άλλοι χάρηκαν. Άλλοι πανηγύρισαν με την καρδιά τους. Άλλοι πάλι, κυρίως οπαδοί του Ολυμπιακού, έκλαψαν – ξέρω τουλαχιστον 7-8 περιπτώσεις ανθρώπων που παραδέχτηκαν ότι μια φορά έχουν δακρύσει στην ζωή τους για τον Ολυμπιακό. Μετά το «πεταχτάρι» του Πρίντεζη.

Ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα στον πάγκο της ομάδας; «Μια απερίγραπτη χαρά, εννοείται. Μια βαθιά ικανοποίηση για τους εαυτούς μας, τον καθέναν ξεχωριστά, αλλά και για τον ίδιο τον οργανισμό, τον Ολυμπιακό ως σύλλογο. Και όλοι μας την κουβαλάμε μέσα μας αυτή την τεράστια επιτυχία μέχρι σήμερα», επισημαίνει εμφατικά ο κόουτς Αγγέλου.

Και όταν σπεύδω να του εκμυστηρευτώ ότι εγώ, όπως και αρκετοί ακόμη Ολυμπιακοί, από τότε έχουμε δει αυτόν τον συγκεκριμένο αγώνα, από την αρχή έως το τέλος του, πάνω από δέκα φορές (και πάντα έχουμε το ίδιο ακριβώς άγχος στο τέλος του, παρόλο που γνωρίζουμε το τελικό αποτέλεσμα), ο ίδιος είναι κατηγορηματικός: «όχι, δεν τον έχω ξαναδεί. Έχω την αίσθηση του, ότι είναι κατι μακρινό, αλλά πολύ αγαπημένο. Και θέλω απλώς να κρατήσω αυτή την πολύ ξεχωριστή στιγμή μέσα μου».