Η εμμηνόπαυση πριν από την ηλικία των 40 ετών συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο «European Heart Journal» της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας (ESC). Η μελέτη που έγινε σε περισσότερες από 1,4 εκατομμύρια γυναίκες, διαπίστωσε ότι όσο μικρότερη η ηλικία εμφάνισης της εμμηνόπαυσης, τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος νεοεμφανιζόμενης καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής.

«Οι γυναίκες με πρόωρη εμμηνόπαυση θα πρέπει να γνωρίζουν ότι μπορεί να έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρδιακή ανεπάρκεια ή κολπική μαρμαρυγή σε σχέση με τις συνομήλικές τους», δήλωσε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης Δρ. Ga Eun Nam από το Πανεπιστήμιο Korea University College of Medicine της Σεούλ.

«Αυτό μπορεί να αποτελέσει καλό κίνητρο για τη βελτίωση των συνηθειών του τρόπου ζωής που είναι γνωστό ότι συνδέονται με τις καρδιακές παθήσεις, όπως η διακοπή του καπνίσματος και η άσκηση».

Οι καρδιαγγειακές παθήσεις εμφανίζονται συνήθως έως και 10 χρόνια αργότερα στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες θεωρείται ότι επωφελούνται από την προστατευτική επίδραση των οιστρογόνων στο καρδιαγγειακό σύστημα. Η παύση της εμμήνου ρύσεως και η επακόλουθη μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων μπορεί να καταστήσει τις γυναίκες πιο ευάλωτες σε καρδιαγγειακές παθήσεις.

Η πρόωρη εμμηνόπαυση πλήττει το 1% των γυναικών ηλικίας κάτω των 40 ετών. Προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει σχέση μεταξύ της πρόωρης (πριν από την ηλικία των 40 ετών) και της πρώιμης (πριν από την ηλικία των 45 ετών) εμμηνόπαυσης και της καρδιαγγειακής νόσου συνολικά, αλλά τα στοιχεία για την καρδιακή ανεπάρκεια ή την κολπική μαρμαρυγή είναι περιορισμένα.

Η παρούσα μελέτη εξέτασε τις συσχετίσεις μεταξύ της πρόωρης εμμηνόπαυσης, της ηλικίας κατά την εμμηνόπαυση και του περιστατικού καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής. Τα δεδομένα ελήφθησαν από το Εθνικό Σύστημα Ασφάλισης Υγείας της Κορέας (NHIS), το οποίο παρέχει υγειονομικό έλεγχο τουλάχιστον κάθε δύο χρόνια και περιλαμβάνει το 97% του πληθυσμού.

Στη μελέτη συμμετείχαν 1.401.175 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες ηλικίας 30 ετών και άνω που ολοκλήρωσαν τον υγειονομικό έλεγχο του NHIS το 2009. Οι συμμετέχουσες παρακολουθήθηκαν μέχρι το τέλος του 2018 για νεοεμφανιζόμενη καρδιακή ανεπάρκεια και κολπική μαρμαρυγή. Συλλέχθηκαν πληροφορίες σχετικά με δημογραφικά στοιχεία, συμπεριφορές υγείας και αναπαραγωγικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας στην εμμηνόπαυση και της χρήσης θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης. Η ηλικία κατά την εμμηνόπαυση κατηγοριοποιήθηκε ως κάτω των 40 ετών, 40 έως 44 ετών, 45 έως 49 ετών και 50 ετών και άνω. Η πρόωρη εμμηνόπαυση ορίστηκε ως η τελευταία έμμηνος ρύση πριν από την ηλικία των 40 ετών.

Περίπου 28.111 (2%) γυναίκες είχαν ιστορικό πρόωρης εμμηνόπαυσης. Σε αυτές τις γυναίκες, η μέση ηλικία εμμηνόπαυσης ήταν 36,7 έτη. Η μέση ηλικία κατά την εγγραφή στη μελέτη για τις γυναίκες με και χωρίς ιστορικό πρόωρης εμμηνόπαυσης ήταν 60 και 61,5 έτη, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 9,1 ετών, 42.699 (3,0%) εμφάνισαν καρδιακή ανεπάρκεια και 44.834 (3,2%) εμφάνισαν κολπική μαρμαρυγή.

Οι ερευνητές ανέλυσαν τη συσχέτιση μεταξύ ιστορικού πρόωρης εμμηνόπαυσης και περιστατικού καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής αφού έλαβαν υπόψη παράγοντες όπως η ηλικία, το κάπνισμα, το αλκοόλ, η σωματική άσκηση, το εισόδημα, ο δείκτης μάζας σώματος, η υπέρταση, ο διαβήτης τύπου 2, η δυσλιπιδαιμία, η χρόνια νεφρική νόσος, η στεφανιαία νόσος και η ηλικία κατά την εμμηναρχή. Οι γυναίκες που παρουσίασαν πρόωρη εμμηνόπαυση είχαν 33% υψηλότερο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και 9% υψηλότερο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής σε σύγκριση με εκείνες που δεν είχαν εμμηνόπαυση.

Στη συνέχεια, οι ερευνητές ανέλυσαν τις συσχετίσεις μεταξύ της ηλικίας κατά την εμμηνόπαυση και της επίπτωσης της καρδιακής ανεπάρκειας και της κολπικής μαρμαρυγής λαμβάνοντας υπόψη τους ίδιους παράγοντες όπως στις προηγούμενες αναλύσεις. Ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας αυξανόταν όσο μειωνόταν η ηλικία της εμμηνόπαυσης. Σε σύγκριση με τις γυναίκες ηλικίας 50 ετών και άνω κατά την εμμηνόπαυση, οι γυναίκες ηλικίας 45 έως 49 ετών, 40 έως 44 ετών και κάτω των 40 ετών κατά την εμμηνόπαυση, είχαν 11%, 23% και 39% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης περιστατικού καρδιακής ανεπάρκειας, αντίστοιχα. Ομοίως, ο κίνδυνος περιστατικού κολπικής μαρμαρυγής αυξήθηκε καθώς μειωνόταν η ηλικία στην εμμηνόπαυση, με 4%, 10% και 11% υψηλότερο κίνδυνο για τις γυναίκες ηλικίας 45 έως 49 ετών, 40 έως 44 ετών και κάτω των 40 ετών στην εμμηνόπαυση, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τις γυναίκες ηλικίας 50 ετών και άνω στην εμμηνόπαυση.

Οι συγγραφείς δήλωσαν ότι διάφοροι παράγοντες μπορεί να εξηγούν τις συσχετίσεις μεταξύ της ηλικίας εμμηνόπαυσης, της καρδιακής ανεπάρκειας και της κολπικής μαρμαρυγής, όπως η πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων και οι αλλαγές στην κατανομή του σωματικού λίπους.

«Η λανθασμένη αντίληψη ότι οι καρδιακές παθήσεις πλήττουν κυρίως τους άνδρες είχε ως αποτέλεσμα να αγνοηθούν σε μεγάλο βαθμό οι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με το φύλο. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις πλέον ότι η εμμηνόπαυση πριν από την ηλικία των 40 ετών μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής νόσου αργότερα στη ζωή. Η μελέτη μας δείχνει ότι το αναπαραγωγικό ιστορικό θα πρέπει να λαμβάνεται συστηματικά υπόψη εκτός από τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου κατά την αξιολόγηση της μελλοντικής πιθανότητας εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας και κολπικής μαρμαρυγής», τόνισε η ερευνήτρια.

Πηγή: Eurekalert/Απόδοση: ΕΡΤ, Εύη Τσιριγωτάκη