«…Εκείνο τον καιρό, ο περίπατος στην οδό Πατησίων, την άνοιξη προ πάντων και το φθινόπωρο, ήταν συνήθεια καθιερωμένη. Κυριακές και γιορτές, από τ΄ απόγευμα ως το βράδυ, έβλεπες εκεί όλη την κοσμική Αθήνα. Οι πεζοί περπατούσαν σιγά σιγά και στα δυο πεζοδρόμια, από τα Χαυτεία ως του Λεβίδη, και στον δρόμο, πάντα σκονισμένοι ή λασπωμένοι, έτρεχαν ως τον Άγιο Λουκά οι καβαλάρηδες, αξιωματικοί και πολίτες, γιατί οι άνθρωποι του κόσμου αγαπούσαν πολύ την ιππασία κι ανάμεσα σ΄ αυτούς έβλεπες και κυρίες και αμαζόνες με ψηλά καπέλα, πάνω σε ωραία άλογα…»

Οδός Πατησίων, δεύτερο μισό του 19ου αι., όπως την περιγράφει στην «Παληά Αθήνα» ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Νωρίτερα, ο Henri Belle, στα κατάστιχά του, έχει σημειώσει: «Στη φαρδιά λεωφόρο με τα καχεκτικά δέντρα που οδηγεί από την πόλη στο μικρό προάστιο των Πατησίων, κυκλοφορούν σηκώνοντας σύννεφα σκόνης νοικιασμένα αμάξια, γεμάτα περιπατητές. Κάθε τόσο περνάει στα γρήγορα ένα ανοιχτό λαντό με δύο όμορφα άλογα και αμαξά με λιβρέα. Στα καθίσματα απλώνονται υπέροχες τουαλέτες, μόλις φερμένες από το Παρίσι». Ο Belle είναι ένας Γάλλος διπλωμάτης -«άνθρωπος εξαιρετικής ευφυίας, φιλέλληνας», τον περιγράφει η ιστορία- θα βρεθεί στη σχεδόν άρτι απελευθερωθείσα Αθήνα, όπου -σε διαφορετικούς χρόνους- θα υπηρετήσει για συνολικά πέντε χρόνια.

Αυτή την εποχή, η Πατησίων, που «πατάει» σε παλιό αγροτικό δρόμο, διαμορφώνεται. Ήδη από το 1841 έχει σχεδιαστεί ως συνέχεια της Αιόλου και όταν θα ολοκληρωθεί, θα φτάνει ίσαμε το χωριό Πατήσια. Παρά τον εξοχικό του χαρακτήρα, ο δρόμος συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα δενδροφυτεύσεων, που προωθεί η βασίλισσα Αμαλία. Το πρώτο βασικό ενδιαφέρον είναι η αναζήτηση της ρίζας του ονόματός του, που «τρέχει» πολύ πίσω στον χρόνο, στην εποχή της κλασικής Αρχαιότητας!

Το όνομα “Πατήσια” – Σπαζοκεφαλιά για δυνατούς λύτες

«Τα Πατίσια έχουν πολλάς αμαρτίας…» θα γράψει χαρακτηριστικά στα «Τοπωνυμικά Παράδοξά» του ο ακαδημαϊκός, νομικός και ιστοριοδίφης Δ. Γρ. Καμπούρογλου και θα παραθέσει διάφορες εκδοχές προέλευσης του ονόματος, τις οποίες μάλιστα αποκαλεί «μάχη»… Κατά τον χρονικογράφο της εποχής, λοιπόν, ο συμβολαιογράφος Διονύσιος Σουρμελής, στη Συνοπτική Κατάσταση Αθηνών, αναφέρει ότι το 1459, όταν ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής ήρθε στην Αθήνα, εγκαταστάθηκε «εις τα Παραδείσια» τα οποία εκ του τίτλου του, «Padişah» (σουλτάνος), εύκολα μετονομάσθηκαν σε Πατίσια. «Ότι δε τα Πατίσια ήσαν αληθώς Παράδεισος, εμαρτύρει λαμπρώς η προ της Επαναστάσεως κατάστασίς των» σημειώνει ο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως αναζητεί την αιτία και στο… αισθητικό κομμάτι της περιοχής. Εκτιμά ότι τα Πατίσια είναι ο δήμος Βουτείων ή Βουτάδων (σσ. ιερατικό γένος της αρχαίας Αθήνας), ο οποίος επί Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού μετονομάστηκε χάριν του πλούσιου υδάτινου ρεύματος, που τον διέτρεχε και που μετέτρεπε το τοπίο σε αληθινό παράδεισο («ύδωρ περσός, ήτοι περισσός», γράφει ο Καμπούρογλου – αν αναρωτιόμαστε για το όνομα και του άλλου προαστίου της Αθήνας…).

Η δεύτερη εκδοχή της προέλευσης του ονόματος πιστώνεται στον Στέφανο Δραγούμη. Σε τοπογραφική αναφορά του για τη θέση του αρχαίου δήμου Βατή (στην «Αρχαιολογικήν Εφημερίδα» του 1837, η Βατή τοποθετείται στη συνοικία Βάθεια, κατοπινή Βάθη), ο μελετητής «μετακινεί» στα Πατήσια (με «η» αυτή τη φορά) τη θέση του αρχαίου δήμου, θεωρώντας ότι η λέξη Πατήσια είναι παραφθορά της Βατής. Την ίδια εκδοχή αναφέρει στο έργο του «Ιστορία της πόλεως των Αθηνών» και ο Γερμανός συγγραφέας και ιστορικός Φερντινάντ Γκριγκορόβιους (Ferdinand Gregorovius), αξιολογώντας ωστόσο ως επικρατέστερη την προέλευση του ονόματος από τον παντισάχ Μωάμεθ Β΄. Ο Γάλλος αρχαιολόγος, Γκυστάβ Φουζέρ (Gustave Fougères) πάλι, αρχικά θεωρεί ότι το όνομα της περιοχής προήλθε από το ρήμα «πατώ» και το ουσιαστικό «πατήματα», ενδεχομένως κάποιων προσώπων, που έμειναν στην ιστορία. Αλλά καταλήγει πως μάλλον ισχύει η εκδοχή του Οθωμανού σουλτάνου.

Το 1887, ο σπουδαίος ιστορικός Θ. Ν. Φιλαδελφεύς δημοσιεύει διατριβή στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσό, με την οποία προσπαθεί, όπως λέει, να αποδείξει ότι ο αρχαίος αθηναϊκός δήμος Βατή «έκειτο όπου νυν η θέσις Βάθια μεταξύ Κολωνού και Πατησίων, ότι δε αυτά τα Πατήσια μετωνομάσθησαν ούτω μετά την υπό των Τούρκων κατάληψιν των Αθηνών, ενώ το πάλαι ονομάζετο η θέσις εκείνη Π α ρ α δ ε ί σ ι α». Δεκατρία χρόνια μετά, ο Φιλαδελφεύς επανέρχεται στο θέμα και σημειώνει: «… έκρινα καλόν να ανατυπώσω μετά προσθηκών και διορθώσεων την εν τω Παρνασσώ διατριβήν μου, επ΄ ελπίδι ότι θα υπερισχύση από τούδε και εφεξής η αληθής ονομασία της θέσεως Βατή, αντί του παρεφθαρμένου Βάθια, και ότι θ’ αναλάβωσι την αρχαίαν εύφωνον και ποιητικωτάτην συνάμα δε και προσφυεστάτην ονομασίαν αυτών τα Παραδείσια, τα νυν βαρβαροφώνως καλούμενα Πατήσια»…

Στις εικασίες περί της ονομασίας των Πατησίων, ο Φιλαδελφεύς υποσημειώνει μελέτη του Γερμανού αρχαιολόγου Α. Μίλχεφερ (A. Milchhoefer), σύμφωνα με την οποία «Πατήσια σημαίνει ελληνιστί τόπον διαβάσεως […] Το αυτό περίπου σημαίνει το όνομα του παραποταμίου του Κηφισσού, Ποδονύφτη» (!). Αλλά ο Έλληνας ιστορικός απορρίπτει την εικασία του Γερμανού συναδέλφου του τονίζοντας ότι ο συγκεκριμένος τόπος δεν παρουσιάζει κάτι το ιδιάζον, που να τον χαρακτηρίζει ως τόπο διαβάσεως, ο δε Ποδονύφτης, καθώς λέει, ουδεμία σχέση έχει με διάβαση και πέρασμα, αλλά πήρε το όνομά του σκωπτικά, επειδή το νερό του ήταν πάντα ελάχιστο ώστε μόλις που ένιβε τα πόδια όσων τον περνούσαν…

Μη έχοντας διασταυρωμένα στοιχεία για την προέλευση της λέξης «Πατήσια», ο Φιλαδελφεύς καταλήγει στην εκδοχή των Παραδεισίων, παραθέτοντας μία λογική νοηματική διαδοχή. Σε αντίθεση με τι πάμπολλες ταφικές επιγραφές, που έχουν βρεθεί ανά τη χώρα και στις οποίες αναγράφονται ονόματα δήμων, εδώ, στα Πατήσια, έχουν βρεθεί λίγες και αναφέρουν μόνον ονόματα και επαγγέλματα των θανόντων. Ήταν γεωργοί και κηπουροί. Ο ερευνητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι προφανώς στην περιοχή θα υπήρχαν καλλιέργειες και άλση, που χρειάζονταν φροντίδα, την οποία αναλάμβαναν φτωχοί εργάτες της γης, που κατοικούσαν και άφηναν εδώ και την τελευταία τους πνοή. Ως εκ τούτου, ο τόπος θα πρέπει πράγματι να ήταν παράδεισος…

Στο μεταξύ, στις ποικίλες αναφορές του ο Καμπούρογλου δεν παραλείπει κι ένα ανέκδοτο «μη φέρον στοιχεία σοβαρότητος», όπως σπεύδει να σημειώσει, το οποίο όμως μνημονεύουν και αρκετοί κατοπινοί χρονικογράφοι. Λέγεται, λοιπόν, ότι το όνομα της περιοχής επί τουρκοκρατίας ήταν Αγά-Πατίσια εξαιτίας ενός μέθυσου αγά ο οποίος μονίμως τρέκλιζε εισπράττοντας τα πειράγματα των παιδιών, που του φώναζαν «Αγά, πάτα ίσια»… Σαν λαϊκή θυμοσοφία ταξίδεψε στον χρόνο και η εκδοχή, που θέλει τα Πατήσια να προέρχονται από την αραβική λέξη «πατίχα», που σημαίνει καρπούζι, υπονοώντας προφανώς ότι η περιοχή διέθετε πολλά μποστάνια, κάπως σαν την Κολοκυνθού, που έβριθε κολοκυθο-καλλιεργειών…

Με σειρά επιχειρημάτων, πάντως, ο Καμπούρογλου αμφισβητεί όλες τις εκδοχές. Καταλήγει πως κατά πάσαν πιθανότητα, η λέξη «Πατήσια» προήλθε από κάποιον ιδιοκτήτη γης, «ονομαζόμενον ίσως Πατί-ch-Αγά». Επικαλείται μάλιστα τέσσερις ελληνικούς συμβολαιογραφικούς τίτλους και έναν τουρκικό, σχετικούς με την άρδευση των εκεί καλλιεργειών, όπου γίνεται λόγος για κτήμα «κείμενον εις τον τόπο περιβόλια Πατί-ch-α».

Οδός Πατησίων, 19ος αι. – Ένα Ονειρεμένο Πανόραμα της Αθήνας

Αλλά ας γυρίσουμε στο… σήμερα της εποχής, που περιγράφει ο Ξενόπουλος.

Το 1854, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα του Όθωνα», όπου καταθέτει τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Ελλάδα, ο Γάλλος ακαδημαϊκός Εντμόντ Αμπού (Edmond About) κάνει για την οδό την πιο …οξύμωρη περιγραφή. «Ο δρόμος των Πατησίων είναι το ιπποδρόμιο των Αθηνών. Αν έλεγα πως είναι τόπος αναψυχής, θα έλεγα ψέματα…» γράφει και εξηγεί: «Ο δρόμος δεν έχει καμμία συντήρηση και δεν θα μπορούσε να αντέξει τη σύγκριση με τους δικούς μας επαρχιακούς δρόμους. Τα δένδρα που προσπάθησαν να φυτέψουν κατά μήκος του είναι ξερά ή άρρωστα· τα τέσσερα πέντε καφενεία που βρίσκονται δεξιά κι αριστερά, δεν είναι Παρθενώνες· τα κριθαροχώραφα ή τα χέρσα χωράφια μέσα από τα οποία περνά δεν είναι και παράδεισος επί της γης. Ωστόσο, οι περιπατητές που μαζεύονται σε αυτόν τον δρόμο μπορούν να δουν, όταν η σκόνη το επιτρέπει, ένα πανόραμα από τα πιο όμορφα του κόσμου. Έχουν μπροστά τους το βουνό της Πάρνηθας που την κόβει ένα μεγάλο χαίνον βάραθρο· πίσω τους έχουν την Αθήνα και την Ακρόπολη, δεξιά τον Λυκαβηττό και αριστερά τη θάλασσα, τα νησιά και τα όρη του Μοριά. Η θέα στο δάσος της Βουλώνης δεν είναι τόσο όμορφη…». Μία ακόμη εικόνα δίνει ο ίδιος για τον δρόμο, αυτή τη φορά για τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν ο δυνατός βοριάς που κατεβαίνει από την Πάρνηθα καθιστά δύσκολη… αποστολή το περπάτημα προς τα Πατήσια. «Πρόκειται για ένα πραγματικό ρεύμα που μερικές φορές διασκέδασα ανεβαίνοντάς το, έχοντας πρώτα κουκουλωθεί με δύο πανωφόρια. Όταν φτάσεις στα Πατήσια, το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να στραφείς προς την Αθήνα. Ο αέρας είναι εκείνος που θα σε γυρίσει πίσω!» περιγράφει χαρακτηριστικά.

Στη δική του… καλοκαιρινή περιγραφή ο Ξενόπουλος σημειώνει πως σε αυτόν τον δρόμο, ανάμεσα στις μοναχικές αμαζόνες και τα κομψά αμαξάκια με τον γαλονάτο λακέ, καθισμένο πίσω, ή τα πλούσια λαντό με τον λακέ καθισμένο μπροστά πλάι στον αμαξά, «…την ώρα του περιπάτου, εμφανίζονταν και βασιλικά αμάξια με τον βασιλέα Γεώργιο, τη βασίλισσα Όλγα και τα μικρά τότε βασιλόπουλα…».

Η αλήθεια είναι ότι και να μην προϋπήρχε -ως αγροτικός- ο συγκεκριμένος δρόμος, θα έπρεπε να χαραχθεί. Διότι, στο Πεδίο του Άρεως, στα χρόνια του Όθωνα, υπάρχουν στρατώνες και κάθε Κυριακή απόγευμα όταν ο καιρός έχει καλοσύνες, ο χώρος μεταμορφώνεται σε … ιπποδρόμιο, τόπο συνάθροισης κοσμικών, περαντζάδα, νυφοπάζαρο… λίγο απ΄ όλα. Πάνω σε μία πολυγωνική (να, και το όνομα της συνοικίας Πολύγωνο!) εξέδρα, μάλιστα, η στρατιωτική μπάντα παίζει μουσικές ψυχαγωγώντας τους συγκεντρωμένους. «Το μόνο στολίδι είναι μια ξύλινη εξέδρα, που μπορεί να στεγάσει είκοσι άτομα. Κάτω από τη στέγη αυτής της ταπεινής κατασκευής παίζουν μουσική κάθε Κυριακή. Ο κόσμος στέκεται γύρω γύρω για ν΄ ακούσει, ενώ ο βασιλιάς και η βασίλισσα στέκονται στη μέση του κύκλου για να προσφέρουν θέαμα στους υπηκόους τους» σχολιάζει ο Αμπού. Η στρατιωτική εγκατάσταση θα διατηρηθεί στο πεδίο για κάμποσες δεκαετίες έως ότου στον μεσοπόλεμο, θα αποφασιστεί η απομάκρυνση κάθε στρατιωτικής δραστηριότητας και η παραχώρηση του πάρκου αποκλειστικά για την ψυχαγωγία των Αθηναίων.

«Θυμάμαι ότι τα πρώτα χρόνια που πηγαίναμε στο Πεδίον του Άρεως από την είσοδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας, βλέπαμε εκεί στη δεξιά πλευρά της εισόδου κάτι στρατιωτικές εγκαταστάσεις του ιππικού και χαζεύαμε πολλές φορές του φαντάρους, που έκαναν ιππασία ή καθάριζαν τ΄ άλογα έξω απ΄ τους στάβλους» θα γράψει αργότερα στις δικές τους παιδικές αναμνήσεις ο Αθηναιογράφος Γιάννης Καιροφύλας.

Μοιραία λοιπόν, η… περίφημη Πατησίων, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από ελάχιστους καφενέδες πέριξ του Πεδίου στην αφετηρία ενός μικρού αγροτικού δρόμου, ο οποίος διασχίζει περιβόλια και άλση και καταλήγει στον ομώνυμο συνοικισμό, να μπει με τα… τσαρούχια στο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης. Και ασφαλώς, κλέβει τα πρωτεία από την πλατεία του Θησείου ή την οδό Αδριανού, όπου οι Αθηναίοι έκαναν τον περίπατό τους τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης. Αλλά η διάνοιξη και αξιοποίηση της Πατησίων δεν είναι ανάγκη επιβεβλημένη μόνο από την… κοινωνική συνθήκη. Όταν βρέχει, ο χείμαρρος Κυκλοβόρος και το ρέμα της Στουρνάρη κατεβάζουν τόσο νερό και πέτρες, που σε συνδυασμό με τη σκόνη, μετατρέπουν τον δρόμο σε βούρκο. Γίνεται κι αυτός ένας από τους πολλούς δρόμους της Αθήνας, που πνίγονται στον «θυμό» των ρεμάτων της πόλης (σσ: ιστορική θα μείνει η ομιλία του δημάρχου Αθηναίων Παναγή Κυριακού στον απολογισμό του έτους 1875, με την οποία θα απαιτήσει από την κυβέρνηση την κατασκευή υπονόμων και δικτύου ομβρίων υδάτων: «Κύριοι, εν καιρώ υετών δίκην χειμάρρου διερχόμενα τα ύδατα από οδού εις οδόν χαραδρούσιν και καταστρέφουσιν αυτάς, θέτοντας εν κινδύνω την πόλιν, τα δε εκ των οικιών εξερχόμενα ακάθαρτα ύδατα, λιμνάζουσι εν τοις οδοίς και σχηματίζουσι βορβόρους…»).

Τα πρώτα ρέματα (της Ομήρου, της Σταδίου και της Στουρνάρη) μπαζώνονται το 1879, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να διανοίγεται δίκτυο υπόγειων υδάτων. Με τις πρώτες καταιγίδες, το βρόχινο νερό, που δεν βρίσκει διέξοδο προς τη θάλασσα, πλημμυρίζει την πόλη. Έτσι, γρήγορα γρήγορα δημιουργούνται οι πρώτοι υπόνομοι αρχικά στη Σταδίου και την Πειραιώς κι έπειτα στην Ερμού και την Πατησίων. Η Αθήνα, θέλει δεν θέλει, μπαίνει σε μία οδό στοιχειώδους πολιτισμού… Η Πατησίων, απαλλαγμένη πια από την απειλή των ρεμάτων, παίρνει τα πάνω της. Το πρώτο κομμάτι που αξιοποιείται είναι αυτό από τα Χαυτεία στην Ομόνοια ίσαμε το κτήριο Καυταντζόγλου, όπου έχει ήδη εγκατασταθεί το «Βασιλικό Σχολείο των Τεχνών», το κατοπινό Πολυτεχνείο. Μία διώροφη κομψή μονοκατοικία, που έχει χτιστεί το 1880, αρκετά παρακάτω στον δρόμο, στη διασταύρωση με τη σημερινή Χανίων (διατηρείται και σήμερα σε εξαιρετική κατάσταση) φιλοξενεί τη Σχολή Υπομηχανικών του Πολυτεχνείου. Σαν τη μύγα μες το γάλα φαντάζει το κτήριο ανάμεσα στα περιβόλια της περιοχής, αλλά έως ότου η αστική δόμηση απλωθεί κατά μήκος του δρόμου, οι ζωηρές φωνές των φοιτητών του είναι η μόνη κυψέλη ζωής τους κρύους χειμωνιάτικους μήνες.

Το 1882, ο ιπποκίνητος τροχιόδρομος (μικρά οχήματα, που κινούνται πάνω σε ράγες με τη βοήθεια ιπποειδών) τίθεται στην υπηρεσία του κοινού. Ενώνει συγκοινωνιακά την πλατεία Συντάγματος με το ρέμα Λεβίδη (Φωκίωνος Νέγρη), όπου κάνει τέρμα (βέβαια, η μετακίνηση των επιβατών εξαρτάται κι από τις διαθέσεις των υποζυγίων, που συχνά πυκνά «μουλαρώνουν» και ακινητοποιούνται. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, κατεβαίνουν οι επιβάτες και … σπρώχνουν).

Η κίνηση στην περιοχή, πάντως, έχει αυξηθεί εντυπωσιακά. Οι Αθηναίοι έχουν ανακαλύψει στα Πατήσια και ειδικά στη θέση Αλυσίδα, τον ιδανικό τόπο για να πιάσουν τον Μάη… Είναι το σημείο από το οποίο περνάει αγκομαχώντας προς την Κηφισιά το ατμοκίνητο τρένο, το «θηρίο». Κάθε φορά που ο «μουτζούρης» (από τον μαύρο καπνό που αφήνει στην ατμόσφαιρα, σέρνοντας με ταχύτητα 40 χλμ./ώρα τα 12 βαγόνια του) πλησιάζει στη θέση αυτή, η διέλευση ίππων, αμαξιών και περιπατητών αποτρέπεται με μια βαριά αλυσίδα, που απλώνεται από τη μία άκρη του δρόμου ίσαμε την άλλη (εξ ου και το όνομα του σημείου). Μόλις το «θηρίο» περάσει, το γλέντι της Πρωτομαγιάς συνεχίζεται…

Για «μετανάστευσι της πρωτευούσης προς τα Πατήσια» κάνουν λόγο οι εφημερίδες στην εκπνοή του 19ου αι., την επομένη της εορταστικής πρωτομαγιάς. Άνδρες και γυναίκες όλων των ηλικιών, έσπευδαν -γράφουν- με κάθε τρόπο στα… παραδεισένια Πατήσια, να πιάσουν τον Μάη, να υποδεχθούν την άνοιξη. Μάταια άνδρες της τάξης προσπαθούσαν να χειριστούν τα… ποδοβολητά αλόγων και ανθρώπων, που ξεκίνησαν από νωρίς το πρωί να πιάσουν μια θέση στα ολίγα ταβερνάκια της περιοχής ή στην εύφορη γη, που πρόθυμα δεχόταν τα απλωμένα τραπεζομάντηλα της νοικοκυροσύνης και τις χαρούμενες φωνές…

«Αι Αθήναι εξεστράτευσαν χθες, ημπορεί κανείς να ειπή πανοικεί (συν γυναιξί και τέκνοις) εις τα Πατήσια, την ευνοουμένην της πρωτευούσης εξοχή», «Πρωτοφανές θέαμα η μακρά και αδιάσπαστη σειρά των αμαξών, που κατευθύνετο προς τα Πατήσια» δημοσιεύουν άλλες εφημερίδες του 2ου μισού του 19ου αι. σε ένα «πολύχρωμο» πρωτομαγιάτικο ρεπορτάζ με χρηστικές πληροφορίες ακόμη και περί του αντιτίμου του στεφάνου του Μάη, έξω από τον ναό αρχιτεκτονικού σχεδιασμού Τσίλερ: «Στο ύψος του Αγίου Λουκά επωλούντο στεφανάκια προς 50 λεπτά έκαστον».

Και μέσα στον συρφετό, δεν είναι λίγοι εκείνοι που φτάνουν στην Αλυσίδα από περιέργεια. Απλώς και μόνον για να χαζέψουν για λίγο το πανηγύρι κι ύστερα να στραφούν πάλι προς την Αθήνα. Όταν μάλιστα εγκαινιάζεται η γραμμή του τραμ, που επιτρέπει και στους μη διαθέτοντες άμαξα ή έστω το αντίτιμο ενοικίασης μιας από αυτές, να γιορτάζουν κι αυτοί την πρώτη του Μάη στα Πατήσια, αυτή τη μέρα τα δρομολόγια της γραμμής αυξάνονται κατακόρυφα.

Η Πατησίων τραβά προς τη δόξα…

Αυτά τα ωραία συμβαίνουν στο κλείσιμο του 19ου αι. στα μόλις 10-15 χλμ. από την καρδιά της νεότευκτης πρωτεύουσας, στα εξωτικά Πατήσια, που έχουν ταυτιστεί με την όμορφη εξοχή και την ξεγνοιασιά των Αθηναίων. Στο μεταξύ, καθώς η πρωτεύουσα δέχεται ξένους, που βλέπουν την ευκαιρία να επενδύσουν, και Έλληνες από την περιφέρεια, που αναζητούν τρόπο να δρομολογήσουν εκ νέου τη ζωή τους στην ελεύθερη χώρα, η ανοικοδόμηση μετατρέπεται σε μονότονη, αλλά πολλά υποσχόμενη καθημερινότητα. Δημοφιλή αρχιτεκτονική φόρμα για τα νέα κτήρια αποτελεί ασφαλώς ο εισαγόμενος με τους Βαυαρούς νεοκλασικισμός και αργότερα ο εκλεκτικισμός και η αρτ νουβό. Στη συμβολή Πατησίων και Χαλκοκονδύλη δεσπόζει ήδη από το 1865 το νεογοτθικού ρυθμού διώροφο αρχοντικό του νομικού Νικόλαου Σαριπόλου (θα κατεδαφισθεί περί τον αιώνα μετά). Στις αρχές του 20ού αιώνα η Πατησίων θα διαθέτει εξαιρετικά κτήρια που θα τη μετατρέψουν σε παλέτα αρχιτεκτονικής γραφής, ενώ οι πολυτελείς κατοικίες θα απευθύνονται πλέον σε υποψήφιους αγοραστές με υψηλό γούστο και φουσκωμένη τσέπη. Μερικά από τα κτήρια – στολίδια του δρόμου, όπως το μέγαρο Λιβιεράτου (μέγαρο Υπατία) στη διασταύρωση με την Ηπείρου ή η οικία Ιασωνίδου στη γωνία της Αινιάνος, θα κοσμούν την Αθήνα και τον 21ο αι.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, ο δρόμος μετατρέπεται σε πόλο έλξης μίας νέας αστικής τάξης, που γεννήθηκε ταυτόχρονα με τον νέο αιώνα. Το 1919 ο Αλεξανδρινός επιχειρηματίας Επαμεινώνδας Κυπριάδης, ιδρύει μία κατασκευαστική εταιρεία προκειμένου να αξιοποιήσει την τεράστια έκταση που έχει αγοράσει τον προηγούμενο αιώνα πέριξ της Αλυσίδας ο πατέρας του, Μίνως. Στόχος του είναι να δημιουργήσει έναν συνοικισμό κατοικιών και πρασίνου, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Το δημιούργημά του παίρνει το όνομα «κηπούπολη Κυπριάδου» και μένει στην ιστορία της πόλης. Λίγα χρόνια μετά (1923), στην «καρδιά» της έκτασης Κυπριάδου, στη διασταύρωση της Πατησίων με τη Λασκαράτου, υψώνεται το πρώτο δείγμα αστικής πολυκατοικίας. Κατασκευαστής είναι ένας Κεφαλλονίτης εφοπλιστής. Ο αρχιτέκτονας (το όνομά του δεν σώζεται) συνδυάζει τους ρυθμούς της εποχής και δίνει στους ενδιαφερόμενους αγοραστές ένα διώροφο πέτρινο κτήριο, που θα συν-στεγάζει πολλές οικογένειες σε αντίστοιχα σπίτια, γεγονός εξαιρετικά πρωτοποριακό για την εποχή. Αυτό μαζί με τα αρχοντικά, που ξεπετιόνται εδώ κι εκεί και σε συνδυασμό με το Πεδίον του Άρεως, που διαμορφώνεται σε πάρκο αναψυχής και προσελκύει πλέον επισκέπτες όλων των βαλαντίων, καθιστούν την Πατησίων αγαπημένο προορισμό στις παρυφές της πόλης. Λίγο αργότερα, πάντως, το 1925 η Πατησίων θα αποκτήσει ένα ακόμη πρωτοποριακό στολίδι με σαφείς επιρροές αρτ νουβό, αυτό του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη. Είναι η πολυκατοικία στον αριθμό 61 (σσ. με σημερινή αρίθμηση), όπου το 1937 θα εγκατασταθεί παιδούλα τότε, με τη μητέρα και την αδελφή της, η κατοπινή διάσημη υψίφωνος Μαρία Κάλλας.

Αλλά ο μέγας οικοδομικός οργασμός αρχίζει την τρίτη δεκαετία του 20ου αι., γιατί μοιραία Βαλκανικοί πόλεμοι, α΄ παγκόσμιος και μικρασιατική καταστροφή γίνονται τροχοπέδη στο τρένο του εκσυγχρονισμού. Μετά το ΄22 και με την έλευση των προσφύγων της Μικρασίας, η Πατησίων, η οποία έχει ηλεκτροδοτηθεί κιόλας από το 1907, μετατρέπεται σε… πεδίο δόξης λαμπρό των διωγμένων της απέναντι όχθης του Αιγαίου, που βάζουν όλη τους την ψυχή, την πείρα και τη φαντασία για να ριζώσουν στη νέα πατρίδα. Τότε, η δεξιά πλευρά της Πατησίων ως τη Βερανζέρου γεμίζει ουζοποτεία μικρασιατικού τύπου. Με ούζο που το συνοδεύει ποικιλία μεζέ, η οποία εμπλουτίζεται με κάθε πρόσθετη παραγγελιά ποτού. Στο 6ο ούζο, ο πελάτης θα απολαύσει δύο αβγά μάτια, που αυτή την εποχή είναι μεζές από τους λίγους… Και με τούτα και με κείνα έρχονται β΄ παγκόσμιος και εμφύλιος και κάθε οικοδομική δραστηριότητα πέφτει εκ νέου σε νάρκη. Από το 1950, οπότε αποκαθίσταται η ειρήνη στη χώρα και οι νέες συνθήκες (πληγές των πολέμων, αστυφιλία κ.λπ.) γεννούν την ανάγκη για στέγη, ό,τι όμορφο νεοκλασικό είχε υψωθεί στις δυο πλευρές της Πατησίων κατεδαφίζεται (με ελάχιστες εξαιρέσεις) για να γίνει πολυκατοικία.

Σε μία δεκαετία, ο δρόμος προς τον … Παράδεισο, μετατρέπεται στην ελκυστικότερη εμπορική κυψέλη της πόλης. Η Πατησίων είναι ένας μεγαλοπρεπής, άλλος πια, αγνώριστος δρόμος, που θα ακολουθήσει κατά γράμμα τη μοίρα (καλή ή κακή) της πλειονότητας των εμπορικών οδών της Αθήνας…

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ