Λίγο προτού συνομιλήσω με τον Craig Dyer, τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από μια από τις αγαπημένες μου μπάντες, τους Underground Youth, προβαίνω σε μια ιεροτελεστία που έχει πλέον καθιερωθεί πριν από κάθε μουσική συνέντευξη – βάζω να ακούσω ένα κομμάτι στο πικάπ, σε αυτήν την περίσταση, το “Tokyo Blue”. Με τις πρώτες στροφές, σίγουρα θα ακούσετε την πόλη να αιμορραγεί μέσα από τον ήχο τους. Nεφελώδεις κιθάρες, ξεκούμπωτοι γιακάδες και κοστούμια, τραπέζια με κάρτες αργά το βράδυ και οινοπνευματώδη ποτά, καπνός τσιγάρου και σκοτεινός ρομαντισμός στις φλέβες.

Τα τραγούδια τους σου αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, ενορχηστρωμένα σε μια οργανική παλέτα από ακουστικές κιθάρες, μεθυσμένα βιολιά, πιάνο, ακορντεόν, γυναικεία vocals, και νεφώδη drums. Άλλοτε αισιόδοξα συγκρατημένα, κι άλλοτε μελαγχολικά, αλλά πάντα με μια γλυκιά σεμνότητα που θυμίζουν μια ερωτική επιστολή στο παρελθόν. Ναι, αυτό μου αφήνουν σαν επίγευση οι κιθάρες των Underground Youth, μια σεμνή γλυκύτητα, που όμως ξεχειλίζει συναίσθημα.

Όλα ξεκίνησε στη βορειοδυτική Αγγλία το 2008, με ερασιτεχνική ποίηση και ηχογραφήσεις σε μια κρεβατοκάμαρα που εξελίχθηκαν σε ένα μουσικό project που υπάρχει τώρα εδώ και 15 χρόνια με έδρα πλέον το Βερολίνο. Έχουν κυκλοφορήσει 11 άλμπουμ και έχουν περιοδεύσει σε πολλές χώρες και ηπείρους. Αν κάτι παραμένει σταθερό είναι σίγουρα ο ρομαντικός χαρακτήρας της μπάντας, αλλά και η αυθεντικότητα και η αγάπη σε ό,τι κάνουν.

Κάναμε μερικές ερωτήσεις στον Craig Dyer ενόψει της επερχόμενης εμφάνισής τους στην Τεχνόπολη, το Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου, στο πλευρό των μετρ της ρετροψυχεδέλειας, Allah-Las.

– Καλησπέρα Craig και σε ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη. Θα ήθελες για αρχή να μας πεις λίγα λόγια για το πώς ξεκίνησε η μπάντα ως ένα one-man project; Από πού προήλθε η αρχική ιδέα και πώς ακριβώς ξεκίνησε;
Έγραφα ποίηση ερασιτεχνικά από την ηλικία των δεκαέξι ή δεκαεπτά ετών. Όταν άκουσα για πρώτη φορά Bob Dylan συνειδητοποίησα ότι δεν χρειαζόμουν τίποτα περισσότερο από μερικές κιθαριστικές συγχορδίες για να μετατρέψω αυτά τα ποιήματα σε τραγούδια. Το 2008 άρχισα να ηχογραφώ τραγούδια στην κρεβατοκάμαρά μου με κάποιο βασικό εξοπλισμό ηχογράφησης- υποθέτω ότι όλα ξεκίνησαν από αυτό.

– Ποια συγκροτήματα σε επηρέασαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου;
Προσωπικά, έχω επηρεαστεί τόσο από την μουσική, όσο κι από την τέχνη, τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία αλλά και ανθρώπους, που είναι δύσκολο να τα προσδιορίσω όλα αυτά σε μια συγκεκριμένη περίοδο, πέρα από το συνεχές και προφανές. Επηρεάζομαι από τις νέες ανακαλύψεις που κάνω συνεχώς, ακόμα και αν πρόκειται για μια παλιά ταινία ή έναν δίσκο που έπρεπε να είχα δει ή ακούσει πριν από δεκαετίες. Θέλω να πιστεύω ότι κάποιος μπορεί να εντοπίσει στη μουσική μας τις επιρροές μας, οπότε ίσως θα έπρεπε να εναπόκειται στον ακροατή να το φανταστεί.

– Πάντα υπάρχει ένας διάχυτος ρομαντισμός σας στα τραγούδια σας, ξεκινώντας από το Voltage. Πώς ανακαλύψατε αυτή την πλευρά του εαυτού σας;
Νομίζω ότι το να γράφεις ρομαντικά είναι σαν να γράφεις ειλικρινά, επίσης μου βγαίνει κάπως αβίαστα με το που ακουμπώ την πένα στο χαρτί. Όταν αναζητάς εσωτερικά να δημιουργήσεις κάτι που θα βγάλεις στον κόσμο, είναι λογικό να το κάνεις με όλη σου την καρδιά, να ξεχυθείς στη σελίδα, στις λέξεις και στις μελωδίες. Να είσαι ρομαντικός, αν αυτό είναι το είδος του ανθρώπου που είσαι.

-Πώς επηρέασε το Βερολίνο τη μουσική που δημιουργούν οι The Underground Youth;
Σίγουρα, όπως κάθε πόλη στην οποία ζει ένας καλλιτέχνης τον επηρεάζει, είτε το θέλει είτε όχι. Δεν μπορείς παρά να εμπνέεσαι από το περιβάλλον που σε περιβάλλει, αυτό επηρεάζει αυτό που δημιούργησα όταν ζούσα στο Μάντσεστερ και επηρεάζει τη δουλειά μου τώρα στο Βερολίνο. Ευτυχώς είναι μια καταπληκτική πόλη γεμάτη ιστορία και μια συναρπαστική ατμόσφαιρα, οπότε είμαι ευτυχής που αφήνω το Βερολίνο να διεισδύσει στο γράψιμο και τη μουσική μου.

Φωτ.: Lilly Creightmore

– Έχεις βιώσει στη ζωή σας το συναίσθημα του να χάνεστε μέσα στις εσωτερικές σας ανησυχίες και φόβους; Έχετε φτάσει στο σημείο να ξεπεράσετε τα όριά σας; Πώς το αντιμετωπίσατε και πού σας οδήγησε αυτό;
Καθημερινά (γέλια). Είμαι τυχερός που περιβάλλομαι από αγαπημένα πρόσωπα που κάνουν αυτές τις καταστάσεις εύκολα αντιμετωπίσιμες, τα υπόλοιπα μπορώ να τα ρίχνω στα τραγούδια μου. Νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη διέξοδος και συμβουλή, το να βρεις μια δημιουργική ενασχόληση για να ανακουφίζεις αυτά τα συναισθήματα, τους φόβους κ.λπ. Μέσα από αυτή μπορείς πραγματικά να βρεις μια ισορροπία και έναν τρόπο να τα αντιμετωπίζεις όλα μέσα από αυτό.

– Πώς πιστεύεις ότι καταρρέει η εποχή μας; Και πώς θα σχολίαζες τη δημιουργία τέχνης μέσα σε όλο αυτό;
Παλαιότερα είχα μια πολύ πιο ζοφερή άποψη για τα πάντα απ’ ό,τι σήμερα, ίσως η γέννηση της κόρης μου πέρυσι να το άλλαξε κάπως αυτό. Νομίζω ότι η δημιουργία τέχνης είναι κάτι σαν να δίνεις στη ζωή έναν σκοπό κατά κάποιον τρόπο, ακόμη και αν είναι φευγαλέος ή προσωρινός. Όταν τα πάντα μοιάζουν να καταρρέουν, ή καταρρέουν πραγματικά, αναρωτιέσαι πόσο σημαντικό μπορεί να είναι κάτι τόσο ασήμαντο όσο η μουσική, αλλά το έργο καθαυτό περνά σε δεύτερη μοίρα καθώς είναι η πράξη της δημιουργίας που έχει σημασία. Οι άνθρωποι θα δημιουργούν τέχνη μέχρι το τέλος.

– Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια για το τελευταίο σας άλμπουμ “Nostalgia‘s Glass“;
Όταν φτάνεις στο σημείο να κάνεις τον 11ο δίσκο της καριέρας σου, πρέπει να σκεφτείς πολύ και προσεκτικά την κατεύθυνση που θέλεις να ακολουθήσεις. Κοιτάς να δεις τι είναι σήμερα δημοφιλές και στοχεύεις να ενταχθείς στους κύκλους της σύγχρονης μουσικής, ή κοιτάζεις πίσω στα θεμέλια πάνω στα οποία το συγκρότημά σου έχτισε το όνομά και το fanbase του; Αυτή η νοσταλγική αίσθηση του να κοιτάζει κανείς πίσω στο παρελθόν του, κατέληξε να επηρεάσει τόσο το μουσικό ύφος αυτού του νέου δίσκου, όσο και τη θεματολογία του κάθε κομματιού. Στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε τραγούδια που αποτίνουν φόρο τιμής στη μέχρι τώρα δουλειά μας αλλά και εκφράζουν όλα όσα μάθαμε στην πορεία. Προσπάθησα να αποδομήσω τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά στοιχεία της νοσταλγίας, κυρίως την τάση που έχουμε να ρομαντικοποιούμε το παρελθόν, είτε αυτό αφορά την πολιτική, την κληρονομιά του κινηματογράφου και των μουσικών μας ειδώλων αλλά και την συναισθηματική εξιδανίκευση τοξικών σχέσεων που έχουν από καιρό τελειώσει. Μουσικά θα έλεγα ότι αυτό το άλμπουμ κοιτάζει πίσω στη μουσική των Underground Youth, σχηματίζοντας νέα τραγούδια σε ένα ύφος που θυμίζει το παρελθόν της μπάντας, ενώ στιχουργικά το άλμπουμ αναπολεί το παρελθόν υποκύπτοντας και ξορκίζοντας την έννοια της νοσταλγίας την οποία πραγματεύεται.Με αυτόν τον δίσκο κατά κάποιο τρόπο κλείνουμε τους λογαριασμούς μας με μια άρρωστη εμμονή με το παρελθόν.

– Ποιες άλλες προσλαμβάνουσες και συνειρμοί συνέβαλαν στη δημιουργία του καινούργιου σας άλμπουμ;
Νομίζω ότι η κύρια έμπνευση για το δίσκο προήλθε από τα παλαιότερα τραγούδια και άλμπουμ των The Underground Youth. Έπιασα τον εαυτό μου να ακούει την παλιά μας μουσική, κάτι που δεν κάνω ποτέ, προσπαθώντας να αναλύσω ποιος ακριβώς ήταν ο «χαρακτηριστικός» ήχος της μπάντας. Κατά κάποιο τρόπο ένιωσα ότι με αυτόν τον τρόπο άφηνα το παρελθόν και τη νοσταλγία πίσω μου και έτσι τώρα νιώθω ελεύθερος να προχωρήσω μπροστά, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε προς τα που θα κινηθούμε στο μέλλον.

– Πριν από μερικά χρόνια εξέδωσες το πρώτο σου βιβλίο με στίχους και ποίηση με τίτλο “The devil in me & in all the rest” και πρόσφατα το μυθιστόρημά σου “Heavier than a death in the family”. Μπορείς να μου πεις λίγα λόγια γι’ αυτά;
Πάντα έγραφα, είτε πρόκειται για στίχους, είτε για ποίηση, είτε για πεζογραφία. Η ιδέα για το βιβλίο με τους στίχους ήρθε με την κυκλοφορία του δέκατου δίσκου μας και όταν κατάλαβα πόσο πολύ γραπτό υλικό είχε συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο στο σπίτι για να επικεντρωθώ στην ολοκλήρωση του “Heavier Than A Death In The Family”. Είναι ωραίο να αποσύρεις τη δημιουργική σου εστίαση για λίγο από τη μουσική, ώστε να επικεντρωθείς αποκλειστικά στον γραπτό λόγο. Στη συνέχεια, επιστρέφοντας στη συγγραφή στίχων για το “Nostalgia’s Glass” υιοθέτησα μια εντελώς νέα προσέγγιση. Η συγγραφή των πεζών μου είχε δώσει ένα νέο στυλ κατά κάποιο τρόπο. Είναι συναρπαστικό όταν μπορείς να νιώσεις μια νέα προσέγγιση σε κάτι, ακόμα και όταν το έχεις κάνει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν.

– Μιλώντας για ποίηση και λογοτεχνία, ποιων τη γραφή εκτιμάς και ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;
Όσον αφορά τη στιχουργική αφήγηση, όλα ξεκίνησαν με τα προφανή, Bob Dylan, Leonard Cohen, Lou Reed, Patti Smith κ.λπ. Αλλά όσο περισσότερο εμπλέκεσαι με τη λογοτεχνία τόσο περισσότερο ανοίγονται διαφορετικοί και καινούργιοι δρόμοι. Ξεκινώντας από τον υπαρξισμό και φτάνοντας μέχρι τον Dostoyevsky, διαβάζοντας τους Beats και ακολουθώντας τους μέχρι τον Joyce. Από εκεί και ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο που τους επηρέασε ή από το οποίο εμπνεύστηκαν. Πρόσφατα διάβασα Roberto Bolaño και την ποίηση του Frank O’Hara.

– Ποια είναι τα σχέδιά σας για φέτος;
Μας έχουν απομείνει μερικές συναυλίες και φεστιβάλ για φέτος και μετά θα κάνουμε ένα διάλειμμα κατά τη διάρκεια των διακοπών και θα ξαναρχίσουμε να παίζουμε ζωντανά το 2024. Έχω ήδη αρχίσει να δουλεύω πάνω σε μερικές νέες ιδέες για τραγούδια, νιώθω πολύ εμπνευσμένος και δημιουργικός αυτή τη στιγμή. Αν έχω μάθει κάτι όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι δεν πρέπει να παίρνεις αυτές τις στιγμές ως δεδομένες, πρέπει να αξιοποιείς ό,τι μπορείς από αυτές.

– Σε ευχαριστώ πολύ για αυτή τη συνέντευξη, Craig! Ο επίλογος ανήκει σε σένα!
Σας ευχαριστώ πολύ Χριστιάνα! Ανυπομονούμε πολύ να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Από την πρώτη μας περιοδεία στην Ελλάδα το 2012 επιστρέφαμε σχεδόν κάθε χρόνο μέχρι το 2019. Από τότε έχουν περάσει 4 χρόνια! Έχουμε πολλά να αναπληρώσουμε!