Στην υπερπενηντάχρονη ιστορία των δισκογραφικών εταιρειών, μερικές φορές, οι ιθύνοντες της παγκόσμιας μουσικής βιομηχανίας αποδείχτηκαν απλώς πολύ «λίγοι» για το πόστο που κατείχαν και κάπως έτσι υπέπεσαν σε απανωτές γκάφες.

Ακολουθούν οι δέκα πιο χαρακτηριστικές εξ’ αυτών.

Η Warner απογοητεύεται απ’ τους Wilco και τους απολύει

Τον Ιούνιο του 2001 ο David Kahne, label boss της Reprise, θυγατρικής της Warner, παραλαμβάνει τα master tapes του “Yankee Hotel Foxtrot”, απογοητεύεται και δηλώνει “το άλμπουμ αυτό μπορεί να θάψει την καριέρα των Wilco. Εκτός αν γίνουν κάποιες αλλαγές”. Οι Wilco αρνούνται, παίρνουν των ομματίων τους και τραβάνε στην Nonesuch, επίσης θυγατρική της Warner (!), η οποία δεν το γλιτώνει τελικά το «μανίκι» και πληρώνει πάνω από 300 χιλιάδες δολάρια για την έκδοση του άλμπουμ. Πάλι καλά δηλαδή που αποδεικνύεται το πιο επιτυχημένο τους.

Η Geffen «σπρώχνει» 13 εκατομμύρια στο «Chinese Democracy»

Ο David Geffen το 1995 νόμιζε πως βρήκε την κότα με τα χρυσά αυγά. Την κότα σίγουρα. Τα χρυσά αυγά όμως αργούσαν. Και αργούσαν. Το 1998, ο Axl Rose είχε ήδη τσεπώσει ένα εκατομμύριο δολάρια και καθόταν. Το 2001 η δισκογραφική του υπολογίζεται πως ξόδευε 250 χιλιάδες δολ. το μήνα ως έξοδα ηχογραφήσεων. Πολύ κοκό όμως κι από αυγό τίποτα. Τελικά, όταν το 2008 κυκλοφόρησε το «Chinese Democracy», η εταιρία είχε μπει “μέσα” 13 εκατομμύρια δολάρια.

Οι Happy Mondays φαλιρίζουν την Factory Records

Το 1992 ξημερώνει μεσ’ την τρελή χαρά για τους Μανκουνιανούς: έχουν αποσυρθεί στα νησιά Μπαρμπέιντος και κάνουν διακοπές διάρκειας, με έξοδα της Factory του μακαρίτη του Tony Wilson. Που και που ηχογραφούν και κάνα τραγουδάκι – ο λόγος που βρέθηκαν εξαρχής εκεί – για το επερχόμενο άλμπουμ τους, με τίτλο “Yes Please”. Η εταιρία έστελνε κι έστελνε συνεχώς χρήματα, τα οποία η μπάντα ξόδευε αποκλειστικά σε τρία πράγματα, τα εξής δυο: κοκαΐνη. Οι παραγωγοί, Chris Frantz και Tina Weymouth των Talking Heads απηύδησαν και αποχώρησαν και τελικά το συγκρότημα επέστρεψε στο Λονδίνο με μόνο δυο singles ηχογραφημένα, τα “Stinkin, Thinkin” και “Sunshine and Love”. Το «24ωρο Πάρτι» είχε φτάσει στο τέλος του.

Η Warner αποχωρίζεται την ραπ ετικέτα Interscope

Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σκάει μύτη το “Cop Killer” των Bodycount, η Warner, θορυβημένη απ’ το θόρυβο που έχει ξεσπάσει σχετικά με το πρώτο κύμα της gangsta rap, αποδεσμεύει την θυγατρική της, την Interscope (ιδιοκτήτρια της διάσημης Death Row Records), η οποία καταλήγει στην μεγάλη αντίπαλό της, την Universal, στην οποία δίνει το απόλυτο δισκογραφικό «φιλί της ζωής», αναγεννώντας τις πωλήσεις των cd της, εξαιτίας ενός ρόστερ τόσο “in your face”, όσο και οι ρίμες του Tupac Shakur, του Dr. Dre και του Eminem.

Η δισκογραφική που απέρριψε τον Bob Dylan

Το 1961 ένας νεαρός Bob Dylan υπέγραφε συμβόλαιο 1.000 δολαρίων με την φημισμένη δισκογραφική εταιρία Leeds/Duchess, η οποία θα είχε δικαίωμα σε όλο τον κατάλογο των τραγουδιών του. Την επόμενη χρονιά, ο νέος του μάνατζερ, ο πανούργος Albert Grossman τον έβαλε να αποδεσμευτεί από την δισκογραφική του και να υπογράψει με την Columbia (στην οποία ανήκει μέχρι και σήμερα) όχι στο πενταπλάσιο ή στο δεκαπλάσιο της αρχικής του τιμής, αλλά… ακριβώς στο ίδιο: με 1.000 δολάρια που έδωσε η Columbia στην Leeds/Duchess αγόρασε όλο του τον κατάλογο τραγουδιών που είχε γράψει ο νεαρός μέχρι τότε (237 το σύνολο) και όλα τα δικαιώματα των κομματιών του πέρασαν στην κυριότητα των εκδοτών M. Witmark & Sons.

H Casablanca Records βάζει λουκέτο ανάμεσα σε βουνά κοκαΐνης

Ο Neil Bogart, ιδρυτής κι ιδιοκτήτης της Casablanca Records είχε ένα όνειρο: να γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος στη μουσική βιομηχανία. Στα μέσα των ’70s τα είχε όντως καταφέρει, αφού το πουλέν του, οι KISS, κυκλοφορούσαν θυελλώδη ροκ άλμπουμ και οι παραγγελίες για τα βινύλια τους έφευγαν σε καραβιές. Όμως, το 1978, τιγκαρισμένος από κόκα και μεγαλομανία, έπεισε τα τέσσερα μέλη της μπάντας να κυκλοφορήσουν από ένα προσωπικό άλμπουμ ο καθένας με τίτλο τ’ όνομα τους. Το project πάτωσε και δυο χρόνια μετά, το 1980, ο Bogart αναγκάστηκε να πουλήσει την εταιρία του για 15 εκατομμύρια δολάρια.

Η Geffen κάνει μήνυση στον Neil Young – και χάνει τη δίκη

Το 1981 ο Neil Young υπογράφει ένα υπέρογκο συμβόλαιο με την εν λόγω δισκογραφική, όμως, ακολουθώντας τα νέα μουσικά τρεντ, αφήνει στην άκρη τις ακουστικές κιθάρες και τα φολκ άσματα για χάρη των keybords και της synth-pop. Το αποτέλεσμα είναι το “Trans”, ένα περίεργο άλμπουμ, πολύ μακριά απ’ το ύφος του Καναδού. Ο David Geffen του τραβάει μια ξεγυρισμένη μήνυση 3 εκατομμυρίων δολαρίων κατηγορώντας τον πως αυτό που του παρέδωσε δεν έχει σχέση με Neil Young και ο Καναδός απαντάει με μια αντιμήνυση 21 εκατομμυρίων δολαρίων. Τα βρίσκουν στις διαπραγματεύσεις, αφού όμως η δισκογραφική κοντεύει να βάλει λουκέτο.

Ο υπεύθυνος της Decca απορρίπτει τους Beatles

Ο Dick Rowe έχει μείνει στην ιστορία ως ο πιο ατζαμής A&R (Αrtists & Repertoire) όλων των εποχών: ευθύνεται για το “όχι” που είπε στην δισκογραφική εταιρία Decca, όταν αυτή του ζήτησε τη γνώμη του για κάτι νέα φιντάνια που κυκλοφορούσαν στην πιάτσα με το όνομα The Beatles. “Συγκροτήματα που παίζουν κιθάρες δεν έχουν μέλλον”, είχε πει με σιγουριά ο Rowe, λίγο αφού είχε παρακολουθήσει τους Beatles να παίζουν live στο διάσημο Cavern του Λίβερπουλ και τελικά δώσει την έγκριση να υπογράψουν στην Decca οι Brian Poole and the Tremeloes.

Η BMG διώχνει τον Clive Davis και μετά τον ικετεύει να ξαναγυρίσει

Το 1975 ο Davis ίδρυσε την δισκογραφική Arista, μια από τις σπουδαιότερες αμερικανικές ετικέτες της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Το 2000 όμως, η BMG τον έδιωξε, επειδή ήταν αρκετά ηλικιωμένος ώστε να παρακολουθήσει τις μουσικές εξελίξεις, για χάρη του Antonio Reid. Ο Davis ίδρυσε την δική του εταιρία, την J Records, με την οποία χτύπησε απανωτές κορυφές στα charts με ονόματα όπως η Alicia Keys και ο Rod Stewart. Δυο χρόνια μετά, η BMG του πρόσφερε 50 εκατομμύρια δολάρια ώστε να εξαγοράσει την J Records, έδιωξε τον Reid και ξαναπροσέλαβε τον Clive Davis ως CEO της BMG Βόρειας Αμερικής.

Η Warner Bros καλομαθαίνει τους R.E.M.

Το 1996, λίγο μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ New Adventures In Hi-Fi, η Warner έπρεπε πάση θυσία να κάνει ένα μεγάλο δισκογραφικό μπαμ, όπως η Sony λίγα χρόνια πριν με τον George Michael. Το μπαμ είχε το πρόσωπο των τεσσάρων μουσικών απ’ την Αθήνα της Τζόρτζια και ένα οκταψήφιο νούμερο να τους συνοδεύει. Το νέο συμβόλαιο που υπέγραψαν οι R.E.M. ήταν της τάξης των 80 εκατομμυρίων δολαρίων για πέντε άλμπουμ, δυστυχώς όμως η συμφωνία αυτή έμεινε στην ιστορία όχι μόνο ως η πιο ακριβή όλων των εποχών, αλλά και αυτή που έφερε πίσω το μικρότερο αναμενόμενο κέρδος.