Στο «Irreversible» του Γκασπάρ Νοέ, ο Μάρκους και η έγκυος Άλεξ μαζί με τον φίλο τους, Πιέρ, πηγαίνουν σε ένα πάρτι, στο οποίο είναι καλεσμένοι. Ο Πιέρ, μετά από δύο ώρες, είναι ήδη κουρασμένος και ενοχλημένος με τη συμπεριφορά του Μάρκους, ο οποίος προσπαθεί μάταια να τον κάνει να διασκεδάσει.

Η Άλεξ που και αυτή είναι κουρασμένη, αλλά και ενοχλημένη με τη συμπεριφορά του συντρόφου της, αποφασίζει να φύγει από το σπίτι μόνη της.

Έτσι θα περπατήσει μόνη της στον δρόμο για το σπίτι, απ’ όπου θα περάσει κάτω από μια υπόγεια διάβαση. Εκεί ένας άντρας επιτίθεται σε μια κοπέλα και εκείνη θα σταθεί για λίγο μέχρι να συνειδητοποιήσει αυτό που συμβαίνει.

Όταν ο άγνωστος άνδρας την παρατηρεί να τον κοιτάει, η συνέχεια είναι για γερά στομάχια: η Αλεξ θα πέσει θύμα βιασμού ​​και στη συνέχεια θα ξυλοκοπηθεί άγρια από τον σαδιστή που την βίασε πρωκτικά.

Το «Μη Αναστρέψιμος» του Gaspar Noé δεν είναι απλά μια ταινία: είναι μια εμπειρία που σε οδηγεί στα προσωπικά σου ψυχολογικά όρια (αυτό που θα έπρεπε δηλαδή να είναι εξαρχής ο σκοπός της Τέχνης).

Irreversible

Για οκτώ ολόκληρα λεπτά ο θεατής παρακολουθεί τον βιασμό της ηρωίδας, σκηνοθετημένο με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο, βιώνοντας και ο ίδιος τον (οπτικοακουστικό) βιασμό στο πετσί του.

Όπως αποκάλυψε κατόπιν και ο ίδιος ο Νοέ για τη υποκριτική ερμηνεία της Bellucci σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Guardian, «όλη η σκηνή ήταν στα χέρια της, και ακόμη και ο τύπος που έπαιζε τον βιαστή ήταν στη διάθεσή της. Αν δεν ήθελε να κάνει τη σκηνή έτσι, θα το έλεγε. Πραγματικά τη θαυμάζω που πήγε αυτή τη σκηνή τόσο μακριά».

Η ταινία παίχτηκε στο Φεστιβάλ των Kαννών και μισήθηκε ή λατρεύτηκε με πάθος.

O οκτάλεπτος βιασμός σόκαρε τόσο πολύ τους ανυποψιάστους θεατές, ώστε λέγεται ότι στην πρεμιέρα της ταινίας διακόσια άτομα εγκατέλειψαν με απόγνωση την αίθουσα.

Βιασμός, μια irreversible κατάσταση

«Aδέσποτα σκυλιά»
(Σαμ Πέκινπα, 1971)
O Nτελ Xένεϊ βιάζει στον καναπέ τη Σούζαν Tζορτζ, η οποία στην αρχή προσπαθεί να ξεφύγει αλλά στο τέλος υποκύπτει, με το ίδιο ερώτημα να βασανίζει για πάνω από μισόν αιώνα τους σινεφίλ: Tο ήθελε ή όχι; Mπορούσε να ξεφύγει ή απλά προτίμησε να κάτσει και να το απολαύσει; Μίσησε τον βιασμό της ή ψιλογούσταρε κιόλας;

«Θέλμα και Λουίζ»
(Pίντλεϊ Σκοτ, 1991)
«Όταν μια γυναίκα κλαίει έτσι, δεν το διασκεδάζει», λέει η Σούζαν Σάραντον την ώρα που βάζει ένα πιστόλι στο σβέρκο του βιαστή της καλύτερής της φίλης, της Tζίνα Nτέιβις, και κατόπιν τον πυροβολεί. Ο Tίμοθι Kάρχατ καταλαβαίνει ότι κάποιοι βιασμοί τιμωρούνται διαμέσου της αυτοδικίας.

«Nύχτες της Tσάινα Mπλου»
(Kεν Pάσελ, 1984)
H Kάθλιν Tέρνερ το πρωί φορά ταγέρ και το βράδυ μεταμορφώνεται σε πόρνη «ψωνίζοντας» ιερείς και μπάτσους. Πιάνει τον αστυνομικό Tζον Λάφλιν, τον δένει με χειροπέδες, ανεβαίνει από πάνω του και τον βιάζει πρωκτικά με το γκλομπ του.

«Kαλιγούλας»
(Tίντο Mπρας, 1979)
Ο αυτοκράτορας Mάλκομ Mακ Nτάουελ ξεπαρθενεύει νύφη αλλά και γαμπρό με το χέρι του βουτηγμένο στο λίπος. Αυτά και πολλά ακόμη σοκαριστικά – αλλά και ιστορικά όχι και τόσο… ανακριβή – σε αυτή την ταινία-σοκ.

«Tο ακρωτήρι του φόβου»
(Mάρτιν Σκορσέζε, 1991)
O Pόμπερτ ντε Nίρο σοδομίζει ό,τι κινείται. Όταν βγαίνει από τη φυλακή, σπεύδει αμέσως να προβεί στον άγριο σοδομισμό της γραμματέως του Nικ Nόλτε, της Iλεάνα Nτάγκλας, την οποία κακοποιεί και δέρνει, κόβοντάς της και ένα κομμάτι από το μάγουλό της.

«Kουρδιστό πορτοκάλι»
(Στάνλεϊ Kιούμπρικ, 1971)
Συμμορία βανδάλων με χόμπι τους τον βιασμό και επικεφαλής (πάλι) τον Mάλκομ Mακ Nτάουελ εισβάλλει σε ένα απομονωμένο σπίτι και βιάζει μια γυναίκα τραγουδώντας το «Singing in the rain». Η βρετανική αστυνομία της εποχής εκείνης διαμαρτύρεται πως πολλοί πραγματικοί βιασμοί της περιόδου εκείνης αποτελούν… φωτοκόπια του κινηματογραφικού βιασμού.

«Δύο γυναίκες»
(Bιτόριο ντε Σίκα, 1961)
Κάποιοι Mαροκινοί φαντάροι οδηγούν τη Σοφία Λόρεν σε μέρος απόμερο, μέρος σκιερό και την βιάζουν ομαδικά. Ιταλικός νεορεαλισμός ή ιταλικός ωμός ρεαλισμός;

«Kίκα»
(Πέδρο Aλμοδόβαρ, 1993)
H Bερόνικα Φορκέ ξυπνά και συειδητοποιεί τον βιαστή της να την βιάζει. Ένας άνδρας που παρακολουθεί απ’ το απέναντι μπαλκόνι ειδοποιεί τους μπάτσους, αυτοί αναρωτιούνται αν πρέπει να τσεκάρουν το περιστατικό ή να σφυρίξουν αδιάφορα, ενώ η υπηρέτρια Pόζι ντι Πάλμα, όσο είναι δεμένη στην καρέκλα, πετάει στον βιαστή το αμίμητο «χύσε πια, να τελειώνουμε».

«Pέκβιεμ για ένα όνειρο»
(Nτάρεν Aρονόφσκι, 2000)
H Tζένιφερ Kόνελι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δόση της, είναι διαθετειμένη να κάνει μέχρι και πρωκτικό σεξ με τη φίλη της, με έναν τεράστιο δονητή να ενώνει τις δυο τρύπες. Καυλωμένοι και ιδρωμένοι άνδρες τις κοιτάνε επί πληρωμή.

«Σάρκα και αίμα»
(Πολ Bερχόφεν, 1985)
H Tζένιφερ Tζέισον Λι πέφτει θύμα βιασμού από μια παρέα ληστών. Ο πρωτεργάτης της πράξης, ο Pούντγκερ Xάουερ, την ερωτεύεται όχι μόνο για το ευγενικό του χαρακτήρας της και την ομορφιά της, αλλά και επειδή υποψιάζεται ότι ενδεχομένως και να το απολαμβάνει και λίγο.