Αν κοιτάξει κανείς τις ταινίες που ξεχώρισαν φέτος, είτε στα Φεστιβάλ είτε στα μεγάλα βραβεία, προκύπτει ένα μοτίβο δύσκολο να αγνοηθεί: σχεδόν όλες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μιλούν για το τέλος, δίχως πάντα αυτό να συμβαίνει με εκρήξεις, μετεωρίτες ή ζόμπι, αλλά με πιο ύπουλες, εσωτερικές καταρρεύσεις. Τέλος του κόσμου, τέλος του πολιτισμού, τέλος των σχέσεων, τέλος της αθωότητας, τέλος όπως τον αντιλαμβανόμασταν μέχρι τώρα. Δεν είναι σύμπτωση. “Bugonia”, “Sirat”, “House of Dynamite”, με έναν τρόπο η “Μια μάχη μετά την Άλλη”. 

Ο κινηματογράφος ανέκαθεν λειτουργούσε σαν παλμογράφος του συλλογικού άγχους. Στις δεκαετίες του Ψυχρού Πολέμου κατέδειξε την παράνοια, μετά την 11η Σεπτεμβρίου αντίστοιχα την τρομοκρατία και καχυποψία. Σήμερα έχει κάτι πιο διάχυτο και λιγότερο ονοματισμένο: μια αίσθηση ότι ο κόσμος όπως τον ξέραμε τελειώνει, χωρίς να υπάρχει ξεκάθαρη επόμενη πράξη. Αυτό το «τέλος» φαντάζει αργό κι ακραία “ψυχοβγαλτικό”. 

Οι ταινίες της χρονιάς δεν φωνάζουν “έρχεται η Αποκάλυψη”, ψιθυρίζουν πως “κάτι δεν αντέχει άλλο”. Ο πλανήτης, τα συστήματα, οι οικογένειες, τα σώματα, οι ταυτότητες. Ο κόσμος δεν διαλύεται απαραίτητα με πάταγο, αλλά ξεφλουδίζει κι αυτό ακριβώς είναι που οφείλουμε να μας προβληματίσει περισσότερο. 

Η κλιματική κρίση παίζει ρόλο, ακόμα κι όταν δεν αναφέρεται ρητά. Δε χρειάζεται να δεις πλημμύρες ή φωτιές στην οθόνη για να τις αισθανθείς. Παράλληλα, υπάρχει και μια υπαρξιακή κόπωση. Οι ήρωες των σύγχρονων ταινιών δεν παλεύουν τόσο να σώσουν τον κόσμο, όσο να καταλάβουν αν αξίζει να σωθεί ή αν μπορούν να σωθούν οι ίδιοι μέσα σε αυτόν. Η συλλογική αφήγηση της προόδου έχει ραγίσει. Κανείς δεν πιστεύει πια ότι τα πράγματα “απλώς θα πάνε καλύτερα”. Το μέλλον παρουσιάζεται ως μία διαρκής διαπραγμάτευση. 

Με έναν τρόπο τέλος του κόσμου στον σύγχρονο κινηματογράφο γίνεται συχνά προσωπικό. Ένας γονιός που χάνει την επαφή με το παιδί του, ένας άνθρωπος που ζει σε έναν τεχνολογικά άψογο κόσμο αλλά συναισθηματικά άδειο, μια κοινωνία που συνεχίζει να λειτουργεί ενώ κάτι θεμελιώδες έχει ήδη χαθεί. Όλα αυτά τα είχαμε δει και τα βλέπουμε, τώρα όμως αρκετοί μιλούν για ένα Big Bang. 

Tο τέλος του κόσμου είναι ίσως ο μόνος τρόπος να μιλήσεις για την αλλαγή και να σε ακούσουν, καθώς προκαλείται ένα συλλογικό σοκ. Σήμερα, στην ανατολή του 2026 που τα μεγάλα αφηγήματα έχουν καταρρεύσει, η καταστροφή λειτουργεί ως καθαρό σημείο μηδέν. Αν όλα τελειώνουν, τότε όλα μπορούν να ξαναρχίσουν.  

Οι δημιουργοί μοιάζουν να καταλαβαίνουν ότι το κοινό δεν θέλει πια ψεύτικες λύσεις. Δεν ζητά happy endings με τη συμβατική έννοια, αλλά ειλικρίνεια. Προτιμά μια ιστορία που παραδέχεται ότι δε ξέρει πώς συνεχίζεται ο κόσμος, από μια που προσποιείται ότι υπάρχει σχέδιο. Το τέλος του κόσμου, λοιπόν, δεν είναι μοιρολατρία, αλλά με έναν τρόπο παραδοχή άγνοιας. 

Ενδιαφέρον έχει ότι πολλές από αυτές τις ταινίες, παρότι μιλούν για το τέλος δεν είναι απαισιόδοξες με την κλασική έννοια. Μέσα στην καταστροφή, υπάρχει συχνά μια μικρή, σχεδόν ταπεινή ελπίδα: η ανθρώπινη σχέση, η φροντίδα, η μνήμη, η επιλογή να μείνεις και να μη γίνεις κυνικός, να μη χάσεις την ικανότητα να νιώθεις. 

Ίσως τελικά οι κορυφαίες ταινίες της χρονιάς δεν μιλούν για το τέλος του κόσμου, αλλά για το τέλος των ψευδαισθήσεων. Για το τέλος της ιδέας ότι μπορούμε να συνεχίσουμε όπως πριν. Ο κινηματογράφος καταγράφει αυτό που πολλοί αισθάνονται, αλλά δυσκολεύονται να πουν: ότι ζούμε μια μεταβατική εποχή χωρίς εγγυήσεις κι όταν δεν ξέρεις που πηγαίνεις, το μόνο σίγουρο σημείο αναφοράς είναι αυτό που αφήνεις πίσω. 

Το τέλος του κόσμου, λοιπόν, δεν είναι μία ασαφής προφητεία, αλλά ένα κάτοπτρο αναμέτρησης. Αν το κοιτάμε τόσο επίμονα είναι γιατί για πρώτη φορά υποψιαζόμαστε ότι το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ο κόσμος τελειώνει, αλλά ποιος κόσμος τελειώνει και τι, αν κάτι, αξίζει να πάρουμε μαζί μας στο επόμενο κεφάλαιο. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram