Οι Μικρές Κυκλάδες μοιάζουν με τις ηρωίδες του βιβλίου «Μικρές Κυρίες» της Λουίζ Μέι Άλκοτ, με τσαγανό και θέληση, παροιμιώδη όρεξη να μην χάσουν τον εαυτό τους ακόμα και κάτω από δύσκολες συνθήκες, με ζόρικα παιδικά χρόνια αλλά γερή σπονδυλική στήλη, με ήλιο στα μαλλιά και μητρική αγάπη. Η Δονούσα σαν άλλη Τζο, σαν γνήσιο αγοροκόριτσο, τινάζει το αλά γκαρσόν κούρεμα και τα σανδάλια της από την άμμο, μαυρισμένη και ήρεμη μέσα στη φούρια της να δαγκώσει τη ζωή απ’ όπου μπορεί.

Αρκετά με τις παρομοιώσεις. Ο ρεαλισμός, η ωμή, απτή εμπειρία είναι κάτι που περιβάλλει το νησί σαν αχλή. Πιάσαμε λιμάνι αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί, όπως θέλεις το λες. Μεταμεσονύχτια απόβαση. Ωραία ξεκινήσαμε, ταιριαστά με τις ανησυχίες της πρώτης νιότης τότε που η άμαξα γινόταν κολοκύθα κάθε βράδυ και η ζωή άρχιζε μετά τις δώδεκα το βράδυ. Η Χώρα μια σταλιά. Πανέμορφη, απροσποίητη, ανέμελη.

Το Λειβάδι, η δύσκολη παραλία, φιλοξενεί τους «τρελούς και γυμνασμένους» λένε οι μόνιμοι κατασκηνωτές στο νησί.

Το Λειβάδι, η δύσκολη παραλία, φιλοξενεί τους «τρελούς και γυμνασμένους» λένε οι μόνιμοι κατασκηνωτές στο νησί εν αντιθέσει προς τον Κέδρο, την εύκολη παραλία, την πολύβουη κυψέλη των εναλλακτικών χιπστερο-μποέμηδων που ιδρώνουν μόνο στο σημείο που το truck hat τους ακουμπάει το μέτωπό τους. Η αλήθεια είναι ότι το μονοπάτι για το ανεβοκατέβασμα, από το σημείο που αφήνει κανείς το αυτοκίνητό του μέχρι το σημείο που αράζει κοντά στο κύμα, είναι απαιτητικό για τους τρικέφαλους, του δικέφαλους και τους γλουτιαίους. Είκοσι λεπτά κατάβαση, κανά μισάωρο ανάβαση, το ντους στην πηγή, στα μισά της διαδρομής, προαιρετικό -εξαρτάται από τις μέρες που έχει αντέξει κανείς στο ελεύθερο κάμπινγκ.

Η πρώτη εικόνα την επομένη δε μοιάζει με τίποτα. Είναι αυθύπαρκτη. Μια παραλία λευκή με γαλάζια νερά, τόσο κλισέ περιγραφή, τόσο αφοπλιστικά μοναδική. Καλή φίλη η Δονούσα. Απέχει από το λιμάνι του Πειραιά κανά 6ωρο, ούτε πολύ ούτε λίγο, αλλά στη πραγματικότητα απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από την αστικίλα.

Η πρώτη βουτιά στα νερά της Δονούσας μοιάζει με το πρώτο φιλί.

«Δηλαδή, εσείς εκεί στην Αθήνα έχετε τέρμα τα ερκοντίσιον κάθε καλοκαίρι;» με ρωτάει η «κυρία Νικήτα», η γυναίκα που κρατάει το μαγαζί-βιτρίνα στον τοσοδούλι Σταυρό, την Χώρα του νησιού. Ο Νικήτας είναι μίνι μάρκετ, ταβερνάκι, καφενείο, πέρασμα, σταθερή στάση, τα πάντα. «Ναι, έχουμε ερκοντίσιον» της απαντάω και κεραυνοβολούμαι από τη συνειδητοποίηση της αλήθειας της απορίας της. Εδώ ο φυσικός κλιματισμός κάνει κουμάντο και η σκέψη των ανθρώπων δεν φιλτράρεται μέσα από τα inverter φίλτρα.

Λίγο πιο κάτω, στο σκιερό και μπροστά στη θάλασσα μπαρ, Corona Borealis, η μπύρα σβήνει αυτές τις ανησυχητικές σκέψεις συνειδητοποίησης. Ώρα να θυμηθούμε να ξεχάσουμε. Ώρα να πάμε παρακάτω.

Η πρώτη βουτιά στα νερά της Δονούσας μοιάζει με το πρώτο φιλί. Τέσσερις παραλίες φλερτάρουν με τους επισκέπτες, ο Κέδρος, το Λειβάδι, η παραλία της Χώρας και η Καλοταρίτισσα και η πρόσβαση σε αυτές εκτός από το οδικό δίκτυο γίνεται με το καρτποσταλικό καραβάκι «Δονούσα Μάγισσα». Παλιότερα έπαιζε και μία πιο μικρή βάρκα που μάζευε τον κόσμο από τις παραλίες και η εμπειρία ήταν ξεκαρδιστική. Έφτανες στο καΐκι κολυμπώντας σχεδόν και ανέβαινες σε αυτό σαν να κάνεις ανάβαση σε τοίχο. Ή με έξτρα τράβηγμα και σπρώξιμο από τους φίλους σου.

Στον τοσοδούλι Σταυρό, την Χώρα του νησιού / Photo: gemmmm / Unsplash

Αξίζει κανείς να μπει στον κόπο να εντυπωσιαστεί από τις δύο πανέμορφες σπηλιές του νησιού. Τη Φωκοσπηλιά, στο ανατολικό τμήμα, κοντά στο ακρωτήρι του Μοσχονά, η οποία όπως φανερώνει το όνομά της, αποτελούσε κατοικία της φώκιας του Αιγαίου ενώ στο παρελθόν χρησίμευσε και ως καταφύγιο πειρατών και τη Σπηλιά του Τοίχου, η οποία βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νησιού, κοντά στο ακρωτήρι Άσπρος Κάβος και ξεχωρίζει για τους κεντητούς σταλακτίτες και σταλαγμίτες. Είναι κρίμα να χάσει κανείς τόσο ιδιαίτερα μπάνια. Τόσο στη Φωκοσπηλιά, όσο και στη Σπηλιά του Τοίχου, μπορεί κανείς να πάει με τη βάρκα που λέγαμε και ξεκινάει από το λιμάνι του Σταυρού.

Το νησί δεν έχει βενζινάδικο οπότε η χρήση του αυτοκινήτου είναι μετρημένη, σχεδόν αχρείαστη, ίσως μόνο για να μεταφερθούν τα συμπράγκαλα από και προς το καράβι. Ή για μετάβαση σε κάποια από τις ξακουστές ταβέρνες του νησιού. Η Κόρη του Μιχάλη και η ταβέρνα του Τζι-Τζι είναι, αυτό που γράφαμε παλιά στα περιοδικά, must. Κουζίνα πέρα από την παράδοση και με πρώτες ύλες που δημιουργούν γεύσεις αξέχαστες.

Μερικές από τις παραδοσιακές συνταγές, ωστόσο, είναι το πατατάτο, κοκκινιστό κρέας με πατάτες, γεμιστό ντόπιο κατσίκι με ρύζι, ντόπια μακαρόνια που εδώ τα λένε κλωστά και οι μυρωδάτες χορτόπιτες που φτιάχνονται με χόρτα του νησιού όπως αγριοβαρβάρες, γαλατσίδες, τσόχοι, άγρια σέσκουλα, κρίταμο, φονοράδικα (τα γνωστά σταμναγκάθια). Η ψημένη, γλυκιά ρακί μπορεί να συνδυαστεί με τα πάντα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας προσφέροντας έξτρα άρωμα και γλυκιά ζαλάδα στις απογυμνωμένες από τα περιττά αναμνήσεις. Άλλωστε το γυμνό ταιριάζει στη Δονούσα. Κυριολεκτικά.  

Ο Κέδρος, η εύκολη παραλία του νησιού. Εδώ υπάρχει ένα καταπληκτικό all day bar που έχει φιλοξενήσει κάποια από τα πιο θρυλικά πάρτι του νησιού.