Υπάρχει κάτι βαθιά συγκινητικό στις αφηγήσεις που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν. Όταν το νήμα -ή ακόμη καλύτερα η χορδή στη συγκεκριμένη περίπτωση- των ιστοριών αρχίζει να ξετυλίγεται τότε από μέσα απ’ το μπερδεμένο κουβάρι των αναμνήσεων ξεπετάγονται πρόσωπα, γέλια, θάνατοι, άλλοι τόποι, νέες πατρίδες.

Στην περίπτωση της οικογένειας Τσακιριάν, που εδώ και τέσσερις γενιές καταπιάνεται με την κατασκευή χειροποίητων μουσικών οργάνων και συγκεκριμένα εγχόρδων, οι νότες είναι αυτές που αναβλύζουν από κάθε λέξη των αφηγήσεων.

Στο εργαστήριο και κατάστημα τους επί της οδού Αριστοτέλους, πολύ κοντά στην Ομόνοια, με υποδέχονται ο Κάρολος Τσακιριάν και η κόρη του Βεανούς.

Ο κ. Τσακιριάν είναι ο εγγονός του Αγκόπ Τσακιριάν, Σμυρνιού αρμένικης καταγωγής, που με την μικρασιατική καταστροφή βρέθηκε πρόσφυγας στην Ελλάδα. Ο Αγκόπ που αγαπούσε την μουσική και έπαιζε ούτι αποφάσισε το 1924 να κατασκευάσει ένα για δική του χρήση, σύμφωνα με τις οδηγίες του κουνιάδου του Αράμ Παπαζιάν, έναν από τους πιο έμπειρους και καλούς κατασκευαστές έγχορδων. Το ούτι, αν και προϊόν της πρώτης προσπάθειας του Αγκόπ, βγήκε καλό, και άρεσε σε έναν πελάτη του Αράμ που το αγόρασε. Ο Αγκόπ αποφάσισε να φτιάξει άλλον για τον ίδιο, γρήγορα όμως κατάλαβε ότι είχε ταλέντο στην κατασκευή μουσικών οργάνων, την οποία αγάπησε. Αποφάσισε τότε να την κάνει επάγγελμά του αφού μάλιστα είχε τη δυνατότητα να μαθητεύσει δίπλα στον Αράμ Παπαζιάν.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Αυτή είναι η αρχή του νήματος που αναλαμβάνει να ξετυλίξει ο Κάρολος Τσακιριάν «Το 1944 όταν πέθανε ο Αράμ Παπαζιάν ο παππούς μου Αγκόπ, που μέχρι τότε ήταν συνέταιρος του, ανέλαβε εξ ολοκλήρου το μαγαζί που βρισκόταν δίπλα στον σταθμό του Ηλεκτρικού στον Πειραιά, στην οδό Φωκίωνος. Εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου, Οννίκ Τσακιριάν, που έμαθε την τέχνη από μικρός. Παντρεύτηκε το 1950 και για ένα διάστημα λειτούργησε το εργαστήριο του σπίτι της μάνας μου, στην Παλιά Κοκκινιά. Το 1959 άνοιξε το μαγαζί εδώ ακριβώς δίπλα, στη γωνία. Και από τότε είμαστε εδώ ανελλιπώς».

Ρωτάω τον κ. Τσακιριάν τι ήταν αυτό που έμαθε απ’ τον παππού και τον πατέρα του. Δεν διστάζει στιγμή να απαντήσει: «Το πρώτο και βασικό μάθημα μάθημα που πήρα απ’ τον πατέρα μου είναι ό,τι κάνω να το κάνω καλά. Δεν υπάρχει ποτέ καμία έκπτωση σε αυτό. Μέχρι να μπορέσω να φτάσω στο επίπεδο που έπρεπε έκανα και ξαναέκανα πράγματα και μια και δυο και πέντε φορές αν χρειαζόταν.  Από τους δικούς μου έμαθα τα πάντα κι από εκεί και πέρα πειραματίστηκα κι εγώ πειραματίστηκα γύρω απ΄ το ηχητικό αποτέλεσμα των οργάνων, ειδικά των μπουζουκιών. Στην πορεία άλλωστε άλλαξε ο κατασκευαστικός τρόπος δηλαδή μέχρι τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’40 τα μπουζούκια έμοιαζαν περισσότερα με μαντολίνα, δηλαδή είχαν έντονη τσάκιση, και ο ήχος ήταν πιο “στενός” και χαμηλής έντασης. Αυτή η αλλαγή, με τα καπάκια των μπουζουκιών να είναι σχεδόν ίσια, επικράτησε μέχρι σήμερα και βοήθησε στο να γίνει πιο “ευκολόπαιχτο” το όργανο».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Η φήμη του μαγαζιού όλο και εξαπλωνόταν, οι πελάτες του ήταν καταξιωμένοι μουσικοί μεταξύ των οποίων ο φημισμένος ήταν ο Μανώλης Χιώτης. Το 1962 ο Οννίκ Τσακιριάν φτιάχνει για τον Χιώτη ένα ολόμαυρο μπουζούκι. Ο Χιώτης, που αγαπά τους νεωτερισμούς, ενθουσιάζεται και το κάνει σήμα κατατεθέν του. Μάλιστα, ένα τέτοιο μαύρο μπουζούκι συνοδεύει τον Χιώτη στην τελευταία του κατοικία. Στο κατάστημα θα δείτε και μια απ’ τις κιθάρες που χρησιμοποιούσε ο Στέλιος Καζαντζίδης, επίσης δημιούργημα του Οννίκ Τσακιριάν.  Ακολουθεί μια πλειάδα δεξιοτεχνών του μπουζουκιού που εμπιστεύονταν τους Τσακιριάν: Χάρης Λεμονόπουλος, Γιάννης Σταματίου, Γιάννης Τατασόπουλος, Μπαγιαντέρας, Κώστας Καψάλης, Λάκης Καρνέζης, Θεόδωρος και Θανάσης Πολυκανδριώτης, Χρήστος Νικολόπουλος. Ο κ. Τσακιριάν απολογείται «Είναι τόσοι πολλοί που σίγουρα κάποιους ξεχνάω». Βιάζεται όμως να προσθέσει πως και στις ημέρες μας υπάρχουν σπουδαίοι οργανοπαίκτες: «Μανώλης Καραντίνης, Νίκος Τατασόπουλος, Παναγιώτης Στεργίου, Μανώλης Πάππος είναι μόνο μερικοί».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Συνολικά για να κατασκευαστεί ένα μπουζούκι ή μια κιθάρα χρειάζεται τέσσερις με πέντε μήνες «Θα μπορούσε να γίνει και πιο σύντομα αλλά ο σωστός τρόπος είναι αυτός», λέει κατηγορηματικά ο κ. Τσακιριάν. Τα σκάφη των μπουζουκιών είναι κατά κόρον από ξύλο καρυδιάς. Για τα άλλα όργανα χρησιμοποιούνται κυρίως το μαόνι και το κελεμπέκι. «Χρησιμοποιούμε επίσης παλίσανδρο, είναι ένα απ’ τα κορυφαία ξύλα και γι’ αυτό ακριβό, που εισάγεται από διάφορα μέρη του κόσμου, τα τελευταία χρόνια κυρίως απ’ την Ινδία», προσθέτει.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Το 1973 ο Οννίκ Τσακιριάν ανοίγει το δικό του εργαστήριο παραγωγής έγχορδων χειροποίητων οργάνων στη Νέα Υόρκη. Ο κ. Κάρολος Τσακιριάν εγκαθίσταται στο Μεγάλο Μήλο το 1977 και παραμένει εκεί μέχρι το 1993. Εκεί γεννιέται και η Βεανούς. Το μαγαζί στο κέντρο της Αθήνας λειτουργεί παράλληλα. Η απόφαση της επιστροφής πάρθηκε λόγω της ανάγκης να υποστηριχθεί το κατάστημα και το εργαστήριο της οδού Αριστοτέλους αφού η μητέρα του κ. Τσακιριάν αδυνατούσε να ανταπεξέλθει μόνη της μετά τη συνταξιοδότηση ενός καλού τεχνίτη που κρατούσε το πόστο, του Γρηγόρη Κοβούσογλου. Όμως ο κ. Τσακιριάν δεν ξεχνά τα χρόνια της Νέας Υόρκης «Ήταν ωραία χρόνια. Η ελληνική κοινότητα ήταν πολύ δεμένη με τις παραδόσεις.  Και φυσικά υπήρχαν μαγαζιά που έφερναν στην Αμερική όλα τα μεγάλα ονόματα που έμεναν και έκαναν εμφανίσεις για τρεις εβδομάδες. Όλες οι μεγάλες φίρμες είχαν περάσει απ΄τη Νέα Υόρκη. Είχαμε επίσης εξαιρετικούς μουσικούς στην Αμερική».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Η Βεανούς παρακολουθεί με προσήλωση την αφήγηση του πατέρα της. Φαντάζομαι ότι με την ίδια προσήλωση μαθήτευσε κοντά του όταν αποφάσισε να ασχοληθεί κι αυτή επαγγελματικά με την κατασκευή εγχόρδων. Είναι η εκπρόσωπος της 4ης γενιάς Τσακιριάν και ταυτοχρόνως είναι μια γυναίκα που διακρίνεται σε έναν αυστηρά ανδροκρατούμενο χώρο. Η σκυτάλη περνάει σε αυτήν «Είχα μια πρώτη επαφή στα 14 μου. Τότε με έβαλε ο πατέρας μου να μαθαίνω να αλλάζω χορδές, κλειδιά, ξέρεις τα πολύ βασικά πράγματα αλλά δεν είχα μπει στο αμιγώς κατασκευαστικό κομμάτι. Βλέποντας τη συγκέντρωση του πατέρα μου, αυτή την αφοσίωση στην λεπτομέρεια θεωρούσα ότι δεν είμαι κατάλληλη γι’ αυτή τη δουλειά. Κάπως πίστευα ότι δεν είχα το ταλέντο και το μενταλιντέ να ασχοληθώ με αυτό. Όταν ήμουν στα τελειώματα της Σχολής μου, σπούδαζα στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης, κατάλαβα ότι δεν ήθελα να ασχοληθώ περαιτέρω ακαδημαϊκά. Απ’ την άλλη άρχισα να παραδέχομαι ότι η δουλειά του κατασκευαστή οργάνων ήταν κάτι που πάντα με γοήτευε. Κάπου από εκεί αποφάσισα να μην την απορρίψω χωρίς να τη δοκιμάσω γιατί ένιωθα ότι θα το μετάνιωνα».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Ρωτώ τη Βεανούς τι είναι αυτό που αγαπά περισσότερο στη δουλειά της: «Μου ταίριαξε πολύ ότι θέλω να δουλεύω με τα χέρια μου. Είναι κάτι που μου φαίνεται πολύ πιο οικείο απ’ το να είμαι στον υπολογιστή ή να είμαι όλη μέρα μέσα σε ένα γραφείο. Επίσης, είναι μια δουλειά που εμπεριέχει μια ποικιλία πραγμάτων που πρέπει να κάνεις. Να κόψεις, να κολλήσεις, να υπολογίσεις, να συνδυάσεις υλικά και χίλια δυο ακόμη. Δεν είναι μια μονότονη χειρονακτική εργασία, στην οποία κάνεις διαρκώς μία κίνηση. Κανένα όργανο δεν βγαίνει ίδιο με κάποιο άλλο, ποτέ δεν γίνεται αυτό. Αυτή είναι μια επιπλέον γοητεία γιατί όταν τελειώσεις με ένα όργανο, θα του βάλεις χορδές και θα το ρυθμίσεις θα ακούσεις τον, κυριολεκτικά, μοναδικό ήχο που παράγει».

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Σκέφτομαι ότι στο συγκεκριμένο επάγγελμα τα χέρια, το μυαλό και το αυτί συνεργάζονται αρμονικά για να επιτευχθεί ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Βλέπω το πάθος με το οποίο μιλούν για αυτό που κάνουν, την αφοσίωση στην αρχή «ό,τι κάνεις να το κάνεις καλά», την αγωνία για το καλό αποτέλεσμα αλλά και την αυτοπεποίθηση που πηγάζει απ’ τους ανθρώπους που ξέρουν ότι κάνουν καλή δουλειά γιατί έχουν πασχίσει γι’ αυτό. Πόσο άραγε τους έχει πλήξει η μαζική παραγωγή μουσικών οργάνων, εκεί που ο χρόνος εκμηδενίζεται μόνο και μόνο γιατί οι αριθμοί μετρούν; Ο κ. Τσακιριάν λέει τα πράγματα όπως έχουν: «Υπάρχει πρόβλημα, ειδικά στις κιθάρες. Οι κιθάρες βγαίνουν κατά χιλιάδες απ’ τα εργοστάσια και πουλιούνται πολύ φτηνά. Ένα εργοστάσιο βγάζει 30.000-40.000 κιθάρες την εβδομάδα. Τι να σχολιάσω λοιπόν; Άλλη η ποιότητα των υλικών εκεί, άλλη η ποιότητα των δικών μας υλικών. Βέβαια, εάν δεν είσαι γνώστης μπορεί εντυπωσιαστείς περισσότερο από μια εργοστασιακή κιθάρα παρά από μια χειροποίητη γιατί βάζουν ένα παχύ λούστρο πάνω και φαίνεται πολύ πιο γυαλιστερή αλλά όταν είσαι καλός σε κάτι θα τα καταφέρεις να επιβιώσεις και να έχεις την πελατεία σου. Εμείς δεν κάνουμε εκπτώσεις, ό,τι βρεις εδώ είναι καλό».

Ο κ. Τσακιριάν και η Βεανούς παίρνουν στα χέρια τους από ένα μπουζούκι. Παίζουν μουσική, έτσι σαν κέρασμα απ’ την πλευρά τους για την επίσκεψη μας στον χώρο τους. Ο ήχος της πενιάς είναι γλυκός. Καθώς σβήνει σκέφτομαι ότι τίποτα δεν χάνεται αν το αγαπάς, όσο σκληρή κι αν είναι η εποχή γύρω σου.

Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq
Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq
Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq
Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq
Φωτ.: Άσπα Κουλύρα/olafaq

Info: Τσακιριάν, Κατασκευές – Επισκευές και Πωλήσεις Μουσικών Οργάνων, Αριστοτέλους 5, 2105240017