Πριν από είκοσι χρόνια, ο ψυχολόγος Christopher Peterson συμπύκνωσε όλη τη φιλοσοφία της θετικής ψυχολογίας σε τρεις λιτές λέξεις: «Οι άλλοι άνθρωποι μετράνε». Μια φράση που μοιάζει σχεδόν αυτονόητη και όμως κουβαλά τη βαρύτητα αιώνων σκέψης, εμπειρίας και σοφίας. Η ευημερία, η επιτυχία μας ακόμη και η ίδια μας η επιβίωση είναι δεμένες με τις σχέσεις που χτίζουμε με τους άλλους. 

Η επιστήμη έρχεται ξανά και ξανά να το επιβεβαιώσει. Η κοινωνική σύνδεση δεν είναι απλώς μια ωραία ιδέα. Είναι ένας από τους πιο ισχυρούς παράγοντες υγείας και ευτυχίας κι όμως παρά την απλή αλήθεια, παραμένει το δύσκολο ερώτημα: Πώς συνδεόμαστε πραγματικά; Τι είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε κοντά; Πώς μπορούμε να ξεπεράσουμε τον φόβο της απόρριψης; 

Απαντήσεις σε αυτά επιχειρεί να δώσει ο ψυχολόγος του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Nick Epley, ο οποίος έχει αφιερώσει χρόνια έρευνας και πάνω από 20.000 σημεία δεδομένων για να κατανοήσει τους μηχανισμούς της κοινωνικότητας. 

Ο Epley ξεκινά από μια απλή παρατήρηση: όλοι βιώνουμε κοινωνικό πόνο, όλοι φοβόμαστε ότι μπορεί να απορριφθούμε. Το πιο κρίσιμο εύρημά του είναι ότι υπερεκτιμούμε συστηματικά τον κίνδυνο. Νομίζουμε ότι οι άλλοι θα μας απορρίψουν πιο συχνά απ’ όσο συμβαίνει στην πραγματικότητα. 

Ζήτησε από ανθρώπους να φανταστούν μια συζήτηση με έναν άγνωστο στο τρένο. Οι περισσότεροι πίστεψαν ότι θα ήταν άβολη και δυσάρεστη. Όταν τελικά δοκίμασαν, ανακάλυψαν ότι όχι μόνο την απόλαυσαν, αλλά συχνά τους άφησε καλύτερη διάθεση απ’ όσο το να κρατήσουν τη σιωπή τους. Το εμπόδιο λοιπόν δεν είναι η εμπειρία, αλλά η προσδοκία. 

Εδώ παίζει ρόλο το «ψυχολογικό ανοσοποιητικό σύστημα»: τα αρνητικά συναισθήματα τείνουν να ξεθωριάζουν πιο γρήγορα απ’ όσο πιστεύουμε, ενώ τα θετικά έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. Ο φόβος της απόρριψης είναι συχνά πιο επίπονος στη φαντασία μας παρά στην πραγματικότητα. 

Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει μια κοινωνική αλληλεπίδραση να ανθίζει; Η δυναμική της αμοιβαιότητας. Η συζήτηση δεν είναι μονόλογος. Είναι ένας χορός μπρος–πίσω, όπου δεν μετρά μόνο τι λέμε, αλλά και το πως το λέμε: το χαμόγελο, το νεύμα, η έκφραση κατανόησης. Αυτές οι λεπτές κινήσεις είναι που δημιουργούν το αίσθημα σύνδεσης. 

Οι άνθρωποι συχνά υποτιμούν το πόσο θετικά θα τους κρίνουν οι άλλοι μετά από μια κουβέντα. Υπάρχει το λεγόμενο «liking gap»: πιστεύουμε ότι μας συμπάθησαν λιγότερο απ’ ό,τι συνέβη στην πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι πιο αισιόδοξη: οι άλλοι θέλουν συχνά να συνδεθούν περισσότερο απ’ όσο φανταζόμαστε. 

Η ευτυχία δεν είναι πυροτέχνημα, είναι συνήθεια. Ο Epley επιμένει: δεν είναι η ένταση των θετικών εμπειριών που μετράει, αλλά η συχνότητά τους. Μικρές, καθημερινές στιγμές ένα κομπλιμέντο, μια ευγενική χειρονομία, μια σύντομη κουβέντα τροφοδοτούν τη μακροπρόθεσμη ευημερία. 

Ο ίδιος παρομοιάζει την ευτυχία με ένα λάστιχο που χάνει αέρα. Σημαίνει ότι πρέπει να συνεχίσεις να το γεμίζεις και η κοινωνικότητα είναι η αντλία. Η σύνδεση μπορεί να ιδωθεί και σαν απόσταση στον χώρο. Οι ερευνητές μιλούν για την «ένταξη του άλλου στον εαυτό». Οι κύκλοι μπορεί να απέχουν, να πλησιάζουν ή να επικαλύπτονται. Οι σύζυγοι συχνά χρησιμοποιούν το “εμείς” αντί για το “εγώ” κι όμως ακόμη και με έναν άγνωστο μπορεί να υπάρξει στιγμιαία αίσθηση εγγύτητας που γεφυρώνει το χάσμα. 

Η προσωπικότητα παίζει ρόλο, αλλά κυρίως στο επίπεδο των προσδοκιών. Οι εσωστρεφείς πιστεύουν ότι θα κουραστούν ή ότι δεν θα απολαύσουν μια κοινωνική επαφή όσο οι εξωστρεφείς κι όμως όταν τελικά μπαίνουν στη συζήτηση συχνά τη χαίρονται το ίδιο ή και περισσότερο. Αυτό που μας περιορίζει δεν είναι η εμπειρία καθαυτή, αλλά οι πεποιθήσεις μας για αυτήν. 

Το σημαντικότερο μάθημα είναι ότι οι ίδιες μας οι πεποιθήσεις γίνονται εμπόδια. Αν νομίζουμε ότι οι άλλοι θα μας αγνοήσουν, δεν κάνουμε την προσπάθεια να μιλήσουμε. Έτσι χάνουμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε ότι οι άνθρωποι συχνά ανταποκρίνονται πολύ πιο ζεστά. Δεν υπάρχει “μαγική ατάκα”. Το μυστικό κρύβεται στη στάση ζωής: να δείχνουμε γνήσιο ενδιαφέρον, να ακούμε πραγματικά, να είμαστε παρόντες. 

Στο βάθος όλων αυτών υπάρχει μια απλή αρχή: εμπιστοσύνη. Να πιστεύουμε ότι ο άλλος νοιάζεται, ότι έχει το καλό μας στο μυαλό του. Χωρίς εμπιστοσύνη, η σύνδεση μοιάζει με άδεια λέξη, γίνεται το νήμα που μας κρατάει μαζί. 

Ο φόβος μας είναι συχνά πιο δυνατός από την πραγματικότητα κι ότι αν κάνουμε το βήμα, αν πλησιάσουμε τον άλλο με ανοιχτή καρδιά οι πιθανότητες είναι πως θα μας συναντήσει στη μέση. Η ανθρώπινη σύνδεση δεν είναι πολυτέλεια, είναι οξυγόνο. Μας ζεσταίνει, μας δίνει αντοχή, μας κρατάει ζωντανούς. Σ’ έναν κόσμο που ολοένα ψηφιοποιείται, το να θυμόμαστε τη δύναμη μιας κουβέντας, ενός χαμόγελου, μιας πράξης καλοσύνης είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό μάθημα. 

Το κλειδί της ανθρώπινης σύνδεσης δεν είναι μαγικό. Είναι απλό, καθημερινό και βρίσκεται ήδη στα χέρια μας. Το μόνο που μένει είναι να το χρησιμοποιήσουμε. 

*Mε πληροφορίες από το Psychology Today. 

 

 

 Ακολουθήστε το OLAFAQ στο Facebook, Bluesky και Instagram.