Λίγοι γνωρίζουν πως κάποια στιγμή υπήρχαν ταυτόχρονα περισσότερα από ένα διαδίκτυα. Το ίντερνετ όπως το γνωρίζουμε σήμερα, είναι η αμερικάνικη έκδοση και μοντέλο που ανέπτυξε η ARPANET (Οργανισμός Προηγμένων Ερευνητικών Προγραμμάτων του Υπουργείου Άμυνας των Η.Π.Α.) στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Υλοποιώντας ένα απ’ τα πιο διαδομένα πρωτόκολλα επικοινωνίας, το TCP/IP, το κυρίως κίνητρο ήταν η προετοιμασία για έναν πυρηνικό πόλεμο με τον φόβο μιας Σοβιετικής επίθεσης. Στήθηκαν κέντρα ελέγχου που επικοινωνούσαν μεταξύ τους και έτσι ένα τοπικό δίκτυο πήρε διαστάσεις διαδικτύου.


Η Βρετανία δεν κατάφερε ποτέ να εξελίξει με τους ρυθμούς που απαιτούσε η εποχή τα υπολογιστικά συστήματα και το πρωτότυπο δίκτυο που είχε αναπτύξει κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το πρόγραμμα OGAS που αφορούσε τους υπολογιστές και τα δίκτυα δεν κατάφερε να αποδώσει τους καρπούς που ήθελαν οι Σοβιετικοί. Έτσι, οι Η.Π.Α. «έπαιζαν μπάλα» σχεδόν μόνοι τους στο πεδίο των δικτύων.

Για να επικρατήσει όμως σε παγκόσμιο επίπεδο το ίντερνετ των αμερικανών, η CIA έπρεπε πρώτα να καταστρέψει αυτό που είχε αναπτυχθεί στην Χιλή – και ταυτόχρονα να ρίξει την κυβέρνηση του Σαλβαντόρ Αλιέντε.

Ο Αλιέντε ήταν ο πρώτος μαρξιστής Πρόεδρος που εξελέγη σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Η εκλογή του το 1970 ήταν οριακή και για όσο διάστημα διακυβέρνησε την Χιλή, αντιμετώπισε ακραίες εσωτερικές και εξωτερικές επιθέσεις. Για παράδειγμα, ο Χένρι Κίσινγκερ, φέρεται να είπε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για τις Η.Π.Α. να αφήνουν μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική «λόγω της ανευθυνότητας του ίδιου του λαού της».

Φωτ.: Naul Ojeda

Η εθνικοποίηση βασικών βιομηχανικών, ήταν ένα σημαντικό κομμάτι του σχεδίου που είχε ο Αλιέντε για την ανασυγκρότηση της Χιλιανής οικονομίας. Και για να πραγματοποιηθεί αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει ένας τρόπος να συνδεθούν μεταξύ τους διάφορες πληροφορίες σε live χρόνο, από διάφορες πηγές, και όλα αυτά τα στοιχεία να συλλέγονται από την αρμόδια κρατική υπηρεσία και ταυτόχρονα να είναι διαθέσιμα για όλους. Έτσι, δημιούργησαν το Cybersyn.

Όπως εξηγεί το Mashable σε σχετικό ντοκιμαντέρ, «Χρησιμοποιώντας παλιά τηλεφωνικά καλώδια και προπολεμικά μηχανήματα, το πρόγραμμα Cybersyn της Χιλής, κατάφερε να δημιουργήσει μια ροή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο που έμοιαζε πολύ με τη ροή που έχουμε στα σημερινά κοινωνικά δίκτυα. Με αυτό τον τρόπο, παρακολουθούσαν και έλεγχαν την βιομηχανία της χώρας από μια ρετρο-φουτουριστική αίθουσα ελέγχου».

Για να φτάσουν σε αυτό το σημείο οι Χιλιανοί, συνεργάστηκαν με τον Βρετανό θεωρητικό Stafford Beer. Ως αυτοπροσδιοριζόμενος «παλιομοδίτης αριστερός», ο Beer πίστευε στις δυνατότητες της τεχνολογίας και των αρχών διακυβέρνησης που είναι ικανές να φέρουν κοινωνικές αλλαγές. Οι απόψεις του Βρετανού και της κυβέρνησης Αλιέντε συγχρονίστηκαν και η ταύτιση είχε ως αποτέλεσμα την συνεργασία τους για το πρόγραμμα Cybersyn.

Το 1968, η Χιλή διέθετε κάτι λιγότερο από πενήντα υπολογιστές, οι οποίοι κατασκευάζονταν από αμερικανικές εταιρείες. Έτσι, στο Cybersyn, κατέληξαν να χρησιμοποιούν το υπάρχουν δίκτυο telex [σ.σ. περίπου 500 μηχανήματα] αντί για τερματικά υπολογιστών και το σύστημα επικοινωνιών που προέκυψε, ένωσε την χώρα σε ένα πρωτότυπο διαδίκτυο. Το ίντερνετ της Χιλής, αντί να ενισχύσει το κράτος και να το κάνει πανίσχυρο, είχε στόχο να ενθαρρύνει την ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών και τη συμμετοχή των εργαζομένων στο σχεδιασμό και τη διαχείριση των βιομηχανιών.

«Οι εντάσεις γύρω από τον σχεδιασμό και την κατασκευή του Cybersyn, αντανακλούσαν την πάλη μεταξύ συγκεντρωτισμού και απόκεντρωσης που μάστιζε το όνειρο του Αλιέντε για έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό», αναφέρει ο Eden Medina, συγγραφέας του βιβλίου “Cybernetic Revolutionaries:Technology and Politics in Allende’s Chile”.

Το κέντρο ελέγχου του Cybersyn στήθηκε στο Σαντιάγο, την πρωτεύουσα της χώρας και εκεί δούλευαν οι κορυφαίοι προγραμματιστές της Χιλής. Το επταθέσιο κέντρο διοίκησης δεν θύμιζε το εσωτερικό κάποιου διαστημόπλοιου της εποχής (π.χ. το Enterprise) καθώς δεν διέθετε πληκτρολόγια και μέσα εκεί χτυπούσε η καρδιά της Χιλιανής διακυβέρνησης.

Όσο ο πληθωρισμός, οι απεργίες και το πολιτικό χάος τύλιγαν την χώρα (γιατί τίποτα δεν έμοιαζε παραδεισένιο), μέχρι τον Μάιο του 1973, είχε ενσωματωθεί το 27% των εθνικοποιημένων βιομηχανιών της χώρας [σ.σ. ήταν υπεύθυνες για το 50% των εσόδων του κράτους].  Οι προγραμματιστές του προγράμματος, αξιοποίησαν επαρκώς το δωμάτιο ελέγχου και τις δυνατότητες του Cybersyn, παρακολουθώντας την βιομηχανία της χώρας για δύο συνεχόμενα έτη. Παράλληλα, χρησιμοποίησαν την τεχνολογία αυτή για να αποτρέπουν ενέργειες πραξικοπήματος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απεργία περίπου 40.000 οδηγών φορτηγών, υπό την ηγεσία της ακροδεξιάς Confederación Nacional del Transporte. Όσο οι αντίπαλοι – και υποκινούμενοι απ΄την CIA και την αμερικάνικη κυβέρνηση – του Αλιέντε προσπαθούσαν να καταστρέψουν την οικονομία εμποδίζοντας τη μεταφορά τροφίμων και πρώτων υλών, το Cybersyn μέσω του δικτύου του, συντόνιζε παραδόσεις αποφεύγοντας τα μπλόκα της απεργίας. «Νιώθαμε ότι βρισκόμασταν στο κέντρο του σύμπαντος», είχε δηλώσει ο Raúl Espejo, αρχικός Διευθυντής Επιχειρήσεων του Cybersyn.

Αυτή η «νίκη» του Αλιέντε κατά της απεργίας, ήρθε μετά από 24 ημέρες και ο Πρόεδρος της Χιλής διέταξε να μεταφερθεί το κέντρο επιχειρήσεων του Cybersyn απ’ το Σαντιάγο, στο Προεδρικό Μέγαρο. Η CIA συνειδητοποίησε πως δεν έπρεπε να πέσει μόνο η κυβέρνηση, αλλά να εξαφανιστεί και το «όπλο» της – που αργότερα στα χέρια ενός παρανοϊκού, όπως ήταν ο Πινοσέτ, θα ήταν καταστροφικό.

Ρίτσαρντ Νίξον και Χένρι Κίσιγνκερ

Με την υποστήριξη των Η.Π.Α. οι Χιλιανοί αντίπαλοι του Αλιέντε ανέτρεψαν την κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1973 και το Προεδρικό Μέγαρο βομβαρδίστηκε. Το Cybersyn είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιζήσει όπως και να ‘χει. Η στρατιωτική δικτατορία του Πινοσέτ, η οποία διήρκεσε δεκαέξι χρόνια, δεν είχε κανένα όραμα για συλλογικό δικτύου υπολογιστών και η ύπαρξη ενός διαδικτύου – όπως αυτό λειτούργησε επί Αλιέντε – δεν χωρούσε σε μία χούντα της εποχής.

Έτσι, μαζί με την κυβέρνηση Αλιέντε, κατέρρευσε το Cybersyn, το όνειρο μιας μεταρρυθμισμένης Χιλής και ένα «δεύτερο» ίντερνετ.