Στα γυρίσματα της ταινίας «Η Λίστα του Σίντλερ» (Schindler’s List), ο Πόλντεκ Πφέφερμπεργκ, ένας από τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος και βασικός εμπνευστής της ιστορίας αναφορικά με τον Όσκαρ Σίντλερ, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε στη νουβέλα «Schindler’s Ark» του Τόμας Κενάλι (πάνω στην οποία βασίστηκε η ταινία), γνώρισε τον βρετανό ηθοποιό Ρέιφ Φάινς, ο οποίος υποδύεται τον υπολοχαγό των SS Amon Göth (πραγματικό και υπαρκτό πρόσωπο).

Όπως λένε οι αυτόπτες μάρτυρες της συνάντησης, ο Πφέφερμπεργκ, με το που βλέπει τον Φάινς ντυμένο με την στολή των SS και κρατώντας το τουφέκι του στα χέρια, αρχίζει να τρέμει.

Μετά βουρκώνει.

Και στο τέλος καταρρέει μπροστά στον ίδιο τον σκηνοθέτη Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Όταν ρωτάνε τον Πφέφερμπεργκ τι έπαθε, εκείνος απάντησε «είδα στο βλέμμα του [Ρέιφ Φάινς] το ίδιο εκείνο βλέμμα που είχε και ο Amon Göth».

Το οποίο, ασφαλώς, αποτελεί τιμή για τον ίδιο τον Φάινς, που κατάφερε να συλλάβει, με την υποκριτική του δεινότητα, όλη την ψυχοπάθεια, τον σαδισμό και την κοινωνιοπάθεια του χαρακτήρα του διαβόητου υπολοχαγού των SS ο οποίος έφερε το ανατριχιαστικό παρατσούκλι «Χασάπης του Πλάσοβ».

«Ο παππούς μου, ο Amon Göth»

Η «Λίστα του Σίντλερ» (Schindler’s List) είναι από τις πλέον σημαντικές (αν όχι η πιο σημαντική ταινία) για το Ολοκαύτωμα και μία από τις καλύτερες ταινίες του Στίβεν Σπίλμπεργκ που ξεχωρίζει για την καλλιτεχνική της αρτιότητα, τη συσσώρευση όλων των εμπειριών τού σπουδαίου σκηνοθέτη, ο οποίος παρουσιάζει εμφαντικά την κινηματογραφική του ενηλικίωση.

Ο Σπιλμπεργκ έφτιαξε μια ιστορική ταινία μνήμης, που θα μπορούσε να ταυτιστεί με το ταραγμένο σύγχρονο κοινωνικό και γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Και μάλιστα χωρίς να μπει στα καλούπια της πολιτικής ορθότητας και μιλώντας για διαχρονικές αξίες, που δεν αφορούσαν μόνο το δικό του έθνος, αλλά και όλους τους κατατρεγμένους της γης. Και το κυριότερο, να κάνει μια ταινία ακόμη και σήμερα επίκαιρη, καθώς ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός φουντώνουν συνεχώς. Οι κρατούμενοι στα Στρατόπεδα Εργασίας και Θανάτου, Εβραίοι, Σλάβοι, Τσιγγάνοι και κομμουνιστές να ήταν απλοί αριθμοί για τους εξολοθρευτές τους.

Η ταινία ξεκινά το 1939 με την επανατοποθέτηση των Πολωνών Εβραίων στο Γκέτο της Κρακοβίας λίγο μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εν τω μεταξύ ο Όσκαρ Σίντλερ, ένας Γερμανός επιχειρηματίας από τη Μοραβία, φτάνει στην πόλη με την ελπίδα να κάνει περιουσία από τον πόλεμο. Ο Σίντλερ δωροδοκεί την Βέρμαχτ και τους αξιωματικούς των Ες Ες και έτσι αγοράζει ένα εργοστάσιο για την παραγωγή εφοδίων του στρατού. Χωρίς να γνωρίζει πολλά για το πώς να διευθύνει μια επιχείρηση, προσλαμβάνει τον Ιτζάκ Στερν, υπάλληλο του Εβραϊκού Συμβουλίου, ο οποίος έχει επαφές με τους Εβραίους επιχειρηματίες και τους μαυραγορίτες μέσα στο γκέτο.

Οι Εβραίοι επιχειρηματίες δανείζουν στον Σίντλερ τα χρήματα για το εργοστάσιο με αντάλλαγμα ποσοστό από τα κέρδη. Ο Σίντλερ προσλαμβάνει μόνο Εβραίους, καθώς κοστίζουν λιγότερο αφού οι μισθοί τους πηγαίνουν στην Ες Ες. Οι εργάτες του Σίντλερ επιτρέπεται να βρίσκονται και εκτός του γκέτο και ο Στερν πλαστογραφεί έγγραφα για να διασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους ως “χρήσιμους” στους Γερμανούς ώστε να τους σώσει από μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και από τον θάνατο.

Ο Υπολοχαγός των sSS Amon Goth φτάνει στην Κρακοβία για να αρχίσει την κατασκευή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Πλαστσόφ. Δίνει εντολή να αδειάσει το γκέτο και η Επιχείρηση Ράινχαρντ στην Κρακοβία αρχίζει, με εκατοντάδες στρατεύματα να αδειάζουν τα συνωστισμένα δωμάτια και να δολοφονούν όποιον διαμαρτύρεται ή δεν συνεργάζεται, ηλικιωμένο ή παιδί. Ο Σίντλερ από μακριά παρακολουθεί τη σφαγή και επηρεάζεται σφοδρά. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται φίλος με τον Γκετ και συνεχίζει να έχει την υποστήριξη και την προστασία των Ες Ες.

Ο Σίντλερ δωροδοκεί τον Γκετ ώστε να του επιτρέψει να χτίσει στρατόπεδο για τους εργάτες του. Αρχικά οι προθέσεις του είναι να βγάλει χρήματα αλλά στην πορεία αρχίζει να διατάζει τον Στερν να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί. Καθώς ο πόλεμος παίρνει άλλη τροπή, διαταγή από το Βερολίνο αναγκάζει τον Γκετ να καταστρέψει όλα τα σώματα των Εβραίων που δολοφονήθηκαν, να διαλύσει το γκέτο του Πλαστσόφ και να στείλει τους εναπομείναντες Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Ο πραγματικός Goth (στην αριστερή στήλη, πάνω και κάτω) και ο Ρέιφ Φάινς.

Στην αρχή ο Σίντλερ ετοιμάζεται να φύγει από την Κρακοβία, αλλά δεν μπορεί να το κάνει και ζητάει από τον Γκετ να του επιτρέψει να κρατήσει τους εργάτες του ώστε να τους μεταφέρει στην γενέτειρα πόλη του, στη Μοραβία, μακριά από την Τελική Λύση. Ο Γκετ δέχεται αλλά χρεώνει πολύ ακριβά κάθε έναν εργάτη ξεχωριστά. Ο Σίντλερ με τον Στερν συντάσσουν μια λίστα με τους εργάτες που δεν θα μεταφερθούν στο Άουσβιτς.

Amon Göth, o διοικητής που έκανε ασκήσεις σκοποβολής πάνω σε γυναικόπαιδα

Ο Amon Goth ήταν ο φόβος και ο τρόμος του στρατοπέδου, ένας ψυχοπαθής που έκανε ασκήσεις σκοποβολής πάνω σε γυναικόπαιδα.

Μάλιστα ένας αιχμάλωτος που κατάφερε να επιζήσει είχε πει στη δίκη του: «Οταν τον έβλεπες ήξερες ότι βλέπεις μπροστά σου το θάνατο. Απλά παρακαλούσες να έρθει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα». Το 1946 ο Amon Gaeth καταδικάστηκε σε θάνατο για εγκλήματα πολέμου.

Η Μόνικα Γκετ Χέρτβιγκ ήταν ακόμη μωρό όταν ο πατέρας της, Αmon Goth, ο σαδιστής διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Πλάσοβ, κοντά στην Κρακοβία, δικάστηκε και απαγχονίστηκε για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε. Η μητέρα της την μεγάλωσε σαν να μην συνέβη ποτέ τίποτα, αλλά όταν η Μόνικα έγινε 18 ετών, το 1963, έμαθε την άβολη αλήθεια: η μητέρα της τής ομολόγησε ότι ο πατέρας της είχε δολοφονήσει χιλιάδες Εβραίους.

Όταν είδε στο σινεμά την «Η Λίστα του Σίντλερ» όπου τον πατέρα της υποδυόταν ο βρετανός ηθοποιός Ρέιφ Φάινς, η 78χρονη σήμερα Mόνικα ένιωσε σαν «να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα». Προκειμένου να ξορκίσει, τρόπον τινά, τις Ερινύες που την καταδιώκουν έκτοτε, έγραψε ένα βιβλίο με θέμα τον πατέρα της και τίτλο «Πρέπει να αγαπώ ακόμη τον πατέρα μου, έτσι δεν είναι;».

Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο μερικά χρόνια μετά: η Μόνικα Γκετ Χέρτβιγκ το 1970 γνώρισε έναν Νιγηριανό με τον οποίο απέκτησε μια κόρη.

Μόλις την γέννησε, την έδωσε για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι πλούσιων Γερμανών γιατί δεν ήθελε ούτε εκείνη ούτε τον Νιγηριανό πατέρα της.

Η Τζένιφερ Τέγκε, πλέον μια γερμανο-νιγηριανή συγγραφέας, ανακάλυψε εντελώς τυχαία και μετά από πολλά χρόνια ότι ο πατέρας της μητέρας της δεν ήταν άλλος από τον σαδιστή διοικητή του στρατοπέδου του Πλάσοβ που ακούει στο όνομα Αμον Γκετ.

Η Τέγκε, ψάχνοντας τις ρίζες τις, ανακάλυψε την καταγωγή της μητέρας της και άρχισε να εξερευνάει την ιστορία της οικογένειάς της. Και μετά είδε και την ταινία του Σπίλμπεργκ.

«Είχα δει την ταινία αλλά δεν έδωσα σημασία στο επίθετο καθώς θεώρησα πως επρόκειτο για απλή συνεπωνυμία. Όταν πέρασε καιρός και το έψαξα έπαθα σοκ όταν ανακάλυψα την καταγωγή μου», σημειώνει η 53χρονη συγγραφέας στο βιβλίο της «Aμον: Ο παππούς μου θα με σκότωνε».

«Όταν συνειδητοποίησα το ποιός ήταν ο πατέρας της και παππούς μου έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Είχα μουδιάσει. Τηλεφώνησα στον άνδρα μου και του είπα πως έμαθα κάτι πολύ κακό και άκρως σοκαριστικό. Του είπα να έρθει αμέσως να με πάρει από εκεί που ήμουν γιατί το σοκ και η ταραχή ήταν τόσο μεγάλη που δεν μπορούσα να οδηγήσω», τονίζει η Τζένιφερ, παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών, επισημαίνοντας πως «τώρα ξέρω, ότι αφού έχω μαύρο δέρμα, θα με έβλεπε ως κατώτερο ον, θα με πυροβολούσε όπως τους Εβραίους».

Η Tέγκε κατόπιν επισκέφτηκε το στρατόπεδο συγκέντρωσης Πλάσοβ, λίγο έξω από την Κρακοβία καθώς και το μικρό σπιτάκι που ζούσε ο ναζιστής παππούς της, παρόλο που, όπως λέει, νιώθει ντροπή για ό,τι έκανε αυτός πριν 70 χρόνια. «Ο ίδιος έκανε ασκήσεις σκοποβολής από το μπαλκόνι του πάνω σε γυναικόπαιδα ή αμολούσε τα σκυλιά σε ανθρώπους γυμνούς και ανήμπορους να αντιδράσουν. Διασκέδαζε αφάνταστα να βλέπει αυτό το απάνθρωπο και αποτρόπαιο θέαμα. Άλλους τους βασάνιζε πρώτα και μετά τους έριχνε στα σκυλιά. Όσοι ήταν τυχεροί απλά τους πυροβολούσε εξ’ επαφής», καταλήγει η συγγραφέας για τον παππού της.

«Ο παππούς μου σκότωνε γυναίκες και παιδιά. Δεν μπορώ να σας πω πόσο πολύ με ταράζει αυτό», λέει η Teege.

Το βιβλίο της περιγράφει τον παππού της σαν ένα «τέρας σε σώμα ανθρώπου» ο οποίος έπινε συνέχεια κρασί και διασκέδαζε να βλέπει τα σκυλιά των να κομματιάζουν και να τρώνε ζωντανούς τους Εβραίους που ήταν αιχμάλωτοι.

Τέλος, να αναφέρουμε ότι η ταινία κυκλοφόρησε στις 15 Δεκεμβρίου του 1993. Απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από τους κριτικούς και έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αποφέροντας 322,1 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως.

Έλαβε 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του Νίσον και Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Φάινς, κερδίζοντας 7, ανάμεσά τους για Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία και Διασκευασμένου Σεναρίου. Βραβεύτηκε επίσης με 7 βραβεία BAFTA και 3 Χρυσές Σφαίρες.

Το 2004 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.