Η Joan Didion έγραψε κάποτε: «Πολλοί άνθρωποι που γνωρίζω στο Λος Άντζελες πιστεύουν ότι η δεκαετία του ’60 τελείωσε απότομα στις 9 Αυγούστου του 1969, τελείωσε ακριβώς τη στιγμή που η είδηση για τους φόνους στο Cielo Drive έπληξε την κοινότητα». Γράφοντας για τον πολιτισμικό αντίκτυπο των φόνων της οικογένειας Manson, το βιβλίο της The White Album αναφέρεται τον Charles Manson ως ένα είδος κεντρικής, στοιχειωμένης φιγούρας που δέσποζε στη δεκαετία του ’60 πολύ πριν από τους.

Ο διαβόητος ηγέτης της αίρεσης Charles Manson έμεινε στην ιστορία ως κεντρική φιγούρα του κινήματος της αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Η ομάδα των πιστών και διαταραγμένων οπαδών του, γνωστή ως η «οικογένειά» του, πραγματοποίησε τις βάναυσες δολοφονίες της κινηματογραφικής σταρ Sharon Tate, του κομμωτή της Jay Sebring, των φίλων Abigail Folger και Wojciech Frykowski, καθώς και των Leno και Rosemary LaBianc υπό τις οδηγίες του Manson τη νύχτα της 9ης Αυγούστου 1969.

Στο The White Album, η Joan Didion γράφει για τις δολοφονίες ως ένα είδος αναπόφευκτου τέλους μιας παράξενης δεκαετίας, υποστηρίζοντας ότι όταν συνέβησαν οι δολοφονίες, «κανείς δεν εξεπλάγη». Η Αμερική βίωνε μια σημαντική μεταβατική περίοδο με τη σεξουαλική επανάσταση, τις διαμαρτυρίες για το φύλο και τη φυλή και την γενική κατάρρευση των πιο συντηρητικών αμερικανικών αξιών που η παλαιότερη γενιά θεωρούσε ιερές. Φαινόταν από καιρό ότι κάτι επικίνδυνο κυοφορούσε η εποχή, καθώς η μουσική, η τέχνη και οι ταινίες της δεκαετίας γίνονταν όλο και πιο βίαιες. Για πολλούς, βλέποντας τη συντριπτική αισιοδοξία της δεκαετίας, όταν οι χίπις ήταν στο επίκεντρο, ήταν πασιφανές  ότι κάποια στιγμή, ό,τι ανέβαινε θα έπρεπε νομοτελειακά να κατέβει και ότι κάτι τρομερό παραμόνευε στη γωνία. Ο Manson, για την Didion, ήταν αυτή η τελική αναμέτρηση, γράφοντας: «Η κατάσταση εξερράγη εκείνη την ημέρα. Η παράνοια εκπληρώθηκε».

Αλλά ως μέγας wanna-be rockstar, ο Manson παραμόνευε σαν αλεπού στα μουσικά πράγματα της δεκαετίας του 1960. Ρίχνοντας τον ίσκιο του από τη δεκαετία, ο Manson στοίχειωσε τη μουσική σκηνή τόσο στο Λος Άντζελες όσο και σε πιο απομακρυσμένες πόλεις των ΗΠΑ.

Αρχή των πάντων ήταν η μουσική. Στην αρχή, η οικογένεια Μάνσον δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα καταπιεστικό, κοινόβιο με πατριαρχικά στοιχεία στο οποίο ο Charles Manson επέλεγε να εντάξει δύστροπους χίπις που θεωρούσε εύκολο να ελέγξει. Υπό τη συνεχή επήρεια ναρκωτικών και αναγκασμένοι να κάνουν ακριβώς ό,τι απαιτούσε ο Manson μέσω των κακοποιητικών πρακτικών αίρεσης, η οικογένεια γινόταν όλο και πιο βίαιη. Αλλά αρχικά, η οικογένεια δεν προοριζόταν να ενσαρκώσει ένα crew δολοφόνων, αλλά εντούτοις  να συμβάλει στην μουσική καριέρα του Manson.

Η απελπισία του Manson να γίνει ροκ σταρ είναι επαρκώς καταγεγραμμένη, όπως και η σχέση του με τον Dennis Wilson και τους Beach Boys. Αφού σε ένα πάρτι έγινε φίλος με τον Wilson και στη συνέχεια του παρείχε τις σεξουαλικές χάρες των γυναικών της οικογένειας για να τον κρατήσει στο πλευρό του, όταν η οικογένεια μετακόμισε στο σπίτι του Wilson, ο Charles Manson πίστευε ότι ο Denis θα του εξασφάλιζε ένα δισκογραφικό συμβόλαιο ή τουλάχιστον θα του άνοιγε το δρόμο για μια συνεργασία με τον παραγωγό των Beach Boys, Terry Melcher.

Σε αυτό υπάρχει κάποια αλήθεια. Ο Dennis Wilson πίστευε στον Manson ως καλλιτέχνη γιατί, το 1968, οι Beach Boys ηχογράφησαν μάλιστα και ένα τραγούδι του Charles Manson. Με αρχικό τίτλο “Cease To Exist”, το κομμάτι ηχογραφήθηκε με τον τίτλο “Never Learn Not To Love”, χρησιμοποιώντας τους στίχους του Manson αλλά χωρίς ωστόσο να τον εμπλέξουν ποτέ στη διαδικασία. Ακούγοντας το κομμάτι τώρα, οι συνειρμοί που δημιουργεί είναι αρκετά περίεργοι. Στο πλαίσιο της αίρεσης, στίχοι όπως “Cease to resist, come on say you love me, Give up your world, come on and be with me” ή απλά “submission is a gift” σου προκαλούν ανατριχίλα. Γνωρίζοντας ότι ο Manson θα συνέχιζε να απειλεί σωματικά τον Dennis Wilson, στέλνοντάς του σφαίρες με το ταχυδρομείο, όταν η πρόταση για δισκογραφικό συμβόλαιο έπεσε στο κενό, η τρομακτική αύρα του Manson μοιάζει να καταδυναστεύει  ολόκληρο τον δίσκο 20/20 των Beach Boys, καθώς το συγκρότημα προσπαθούσε να ενταχθεί στον πιο εναλλακτικό ήχο στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Η κατάρα του Manson στο μουσικό κληροδότημα των Beach Boys γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστική γνωρίζοντας ότι ο Terry Melcher ζούσε στην οδό Cielo Drive και ο Manson, μάλλον αυτόν έψαχνε όταν έπεσε πάνω στην Sharon Tate και την παρέα της.

Όμως ο μακάβριος βραχνάς του Manson στη μουσική της δεκαετίας του 1960 δεν σταματά εκεί. Μόλις συνειδητοποίησε ότι τα όνειρά του για την εξασφάλιση ενός δισκογραφικού συμβολαίου ματαιώθηκαν, ο Manson έστρεψε την προσοχή του σε ένα άλλο σχέδιο με θέμα τη μουσική. Πιστεύοντας ότι οι Beatles του έστελναν μηνύματα, το White Album του 1968 έγινε ένα ζωτικό κομμάτι της ιστορίας της οικογένειας Manson. Μέσα από κομμάτια όπως το “Sexy Sadie”, το οποίο ο Manson πίστευε ότι μιλούσε απευθείας για το μέλος της Οικογένειας Susan Atkins, που είχε το ψευδώνυμο Sadie, ή το “Honey Pie”, με το οποίο ο Manson πίστευε ότι ήταν το συγκρότημα του έλεγε ότι έπρεπε να πάει στην Αγγλία – ο Charles Manson θεώρησε ότι το άλμπουμ ήταν γεμάτο με κρυφά μηνύματα για έναν επερχόμενο φυλετικό πόλεμο από τον οποίο ο Manson και η οικογένειά του θα ήταν οι μοναδικοί επιζώντες.

Καταστρώνοντας ένα σχέδιο που ονομάστηκε “Helter Skelter” από το κομμάτι του άλμπουμ, ήταν αυτό το σχέδιο που θα κατέληγε στις διαβόητες δολοφονίες, με το “healter skelter” να έχει μείνει γραμμένο, λανθασμένα, με αίμα στους τοίχους του σπιτιού της Sharon Tate.

Τι ήταν το «Helter Skelter»;

Ο εισαγγελέας Vincent Bugliosi, στην εξαντλητική προσπάθειά του να συγκεντρώσει ένα κίνητρο για τις δολοφονίες της «οικογένειας», κατέληξε στην εμμονή του Μάνσον με αυτό που ονομάζεται Helter Skelter, από το γνωστό τραγούδι των Beatles. Το «Helter Skelter», στην «γλώσσα» του Μάνσον, ήταν ένας πόλεμος κατά τον οποίο θα έχαναν τη ζωή τους χιλιάδες άνθρωποι και θα εξανάγκαζε την «οικογένεια» να εξαφανιστεί σε υπόγειες σπηλιές. Εκεί, θα περίμεναν μέχρι να έρθει η ώρα να εμφανιστούν και να κυβερνήσουν ό, τι είχε απομείνει από τον κόσμο.

Ενώ ο Manson είχε αρχικά αναφέρει ότι τα πρώτα εγκλήματα θα διαπράττονταν από Αφροαμερικανούς εναντίον λευκών, η απεγνωσμένη κατάσταση που βρέθηκε το καλοκαίρι του 1969 τον έκανε να παρακινήσει την «οικογένεια» να ξεκινήσουν αυτοί το Helter Skelter, διαπράττοντας άγρια εγκλήματα σε πολυτελείς γειτονιές. Κι όλα αυτά σε μια προσπάθεια να δείξουν στους Αφρο-Αμερικανούς «το δρόμο».

Μετά τις δολοφονίες, η σχέση του Manson με τη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 1960 φάνηκε να ενισχύεται. Καθώς το πρόσωπό του εμφανιζόταν παντού στις ειδήσεις και το όνομά του έμεινε στην ιστορία, όλο και περισσότερες ιστορίες τις σχέσεις του Manson με μουσικούς όπως ο Jim Morrison, ο Cass Elliot και ο Neil Young άρχισαν να βγαίνουν στη δημοσιότητα. Μάλιστα, ο Neil Young κάποτε τζάμαρε με τον Manson και τον επαίνεσε ως μουσικό, ενώ αργότερα κυκλοφόρησε το κομμάτι “Revolution Blue” εμπνευσμένο από τον ίδιο τον Manson και τους φόνους του, τραγουδώντας: “I hear that Laurel Canyon is full of famous stars, But I hate them worse than lepers and I’ll kill them in their cars”.

Συνεχίζοντας να στοιχειώνει για μια ολόκληρη δεκαετία την μουσική βιομηχανία, το 1970 η «οικογένειά» του κυκλοφόρησε το άλμπουμ του ίδιου του Charles Manson, “LIE”,  ενώ εκείνος περίμενε τη δίκη του. Καταλήγοντας να εξελιχθεί σε ένα cult μέρος της σκοτεινής, διεστραμμένης μουσικής ιστορίας, περιλαμβάνει τη δική του πρωτότυπη εκδοχή του Manson για το κομμάτι των Beach Boys. Ένα τραγούδι που μάλλον θα στοιχειώνει στους αιώνες των αιώνων.

Δείτε επίσης: “Οικογένεια Μάνσον”: Η αίρεση που σκόρπισε αίμα και πτώματα