Τι είναι μια πόλη χωρίς τους ανθρώπους της; Αδειάζει ποτέ η Αθήνα στην πραγματικότητα; Τι θερμοκρασία έχουν οι βόλτες στην Αθήνα όταν η πρωτεύουσα αδειάζει;

Πέντε Αθηναίοι που έζησαν, τουλάχιστον έναν Δεκαπενταύγουστο στην Αθήνα, μοιράζονται μαζί μας τις ιστορίες τους. Κοινός τόπος η αναζήτηση ανθρώπινης συναναστροφής, η επιθυμία να βιώσουν νέα πράγματα και τελικά η παραδοχή ότι ο κύκλος της ρουτίνας δεν σπάει ούτε τότε, αντιθέτως ανεβάζει τους βαθμούς της οικειότητάς μας με την πόλη και μας δένει ακόμη περισσότερο μαζί της.

Ακόμη και όταν ονειρεύεσαι τα κύματα του Αιγαίου η Αθήνα θα βρει τον τρόπο να σε πλημμυρίσει.

Ο Βαγγέλης Παπαδάκης αναζητά απεγνωσμένα ένα φρέντο και πολλά ζωντανά βλέμματα

15 Αυγούστου. Ζέστη. Ένας ανεμιστήρας λευκός μπροστά μου, στα όρια της αποδήμησης, χτυπάει υπερωρίες. “Gloomy is Sunday”, στο playlist. Sinead και ξερό ψωμί. Στο κεφάλι μου, ο Παναγιώτης που γιορτάζει, οι «Άγγελοι στην Αμερική» που με αφήνουν άυπνο, να κανονίσω κάπου να πάω διακοπές – είναι ήδη μέσα Αυγούστου- να δω την «Γκαρσονιέρα» στο Όασις το βράδυ- σιγά μην είναι ανοιχτό- και 2,5 ευρώ να επενδύσω σε καφέ. Φρέντο εσπρέσο σκέτο από το 4m. Το θέλω απεγνωσμένα.

Είναι τεράστια πολυτέλεια να θες έναν καφέ 15 Αυγούστου, στο Παγκράτι.

Όλα κλειστά.  Πλατεία προσκόπων κλειστά. Στην πλατεία Βαρνάβα ξέμεινε ένα φαρμακείο ανοιχτό. Ακόμα και οι μεγάλες αλυσίδες πενθούν για τον χαμό της Παναγίας. Κατηφορίζω την Ευτυχίδου. Ίσως καλύτερα Κύθνο, σκέφτομαι που είναι κοντά και σίγουρα οικονομικότερα, και για τον Παναγιώτη,  θα του πάρω δώρο στο τέλος του μήνα. Ο Ρόι Κόν και η Χάρπερ τελικά είναι οι αγαπημένοι μου χαρακτήρες στο έργο, σε κοιτάν στα μάτια άφοβα, με βλέμμα χωρίς ενοχές… Ακόμα να βρω καφέ.

Κάτω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός ο γλυκούλης ο Άγγλος άστεγος, μόνιμος κάτοικος της  Πλάκας, κάνει ηλιοθεραπεία… Λεωφόρο Βασιλίσσης Αμαλίας, μετράει αντίστροφα το φανάρι για να διασχίσω την λεωφόρο. Ωστόσο, κανένα αυτοκίνητο. Κι εγώ περιμένω να μηδενίσει ο χρόνος για να περάσω απέναντι. Όλα ακίνητα. Σε μια πολύ που τρέχει, όλα πάγωσαν. Σιωπή μέσα και έξω μου. Σαστισμένος σκέφτομαι: Υπάρχει άλλη πόλη στον δυτικό κόσμο που να μοιάζει με φάντασμα κάποια μέρα του χρόνου, να μπαίνει σε mute mode τόσο απόλυτα; Είμαι ο τελευταίος επιζών σε ένα κόσμο που μόλις  έληξε. Δεν θέλω άλλο εορταστικό πένθος. Καμία άλλη γιορτή κοιμήσεως. Θέλω ζωή. Παλμό. Κίνηση. Φασαρία. Αυτοκίνητα. Ανάσες. Σώματα. Βλέμματα. Ναι βλέμματα, γιατί εκεί γιορτάζει η Παναγία. Σε αυτές τις τυχαίες συναντήσεις. Αυτή είναι η πόλη μου. Αυτή είναι η ζωή μου.  Κι επιτέλους θέλω να πιω ένα φρέντο.

Ο Βαγγέλης Παπαδάκης είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Η Ροζίτα Σπινάσα βλέπει την «Ευτυχία» στη μεγάλη οθόνη του Εκράν

Αύγουστος του 1998, κομμένος στα δυο. Στη Σύρο το πρώτο μισό, μετά πίσω για δυο μέρες, στη Σέριφο το δεύτερο. Ο Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα δεν ήταν για μας πυρωμένο λεπίδι αφραγκιάς και μοναξιάς, ούτε το πλάκωμα στο στήθος του να μένεις πίσω ενώ η πόλη ερημώνει. Όχι, εμείς είμασταν προνομιούχοι αστοί με γενναιόδωρες διακοπές στο παλμαρέ μας. Θα βλέπαμε το αξιοθέατο –την ολόαδεια Αθήνα–, θα βάζαμε ένα δυο πλυντήρια και θα επιστρέφαμε στους επικούς ανέμους, το αμείλικτο ηλιόκαμα και τις ηδονικές αμμοβολές.

Το απόγευμα συναντηθήκαμε με τον Πέτρο και τη Νατάσα. Τότε δεν μπορούσα να φανταστώ ότι δυο καλοκαίρια αργότερα ο Πέτρος θα γινόταν εραστής μου – τότε ήταν απλά ο καλύτερος φίλος του Δημήτρη. Φάγαμε σε ένα σουβλατζίδικο ψηλά στην Ιπποκράτους, το μόνο που βρήκαμε ανοιχτό. Ο ψήστης ήταν μπαφιασμένος, η κίνηση στο δρόμο από ελάχιστη έως ανύπαρκτη, οι κατσαρίδες έκαναν πάρτι στο βρώμικο πεζοδρόμιο. Μου άρεσε η αίσθηση του ερήμου κέντρου· η ασφάλεια του μεθαυριανού ταξιδιού μού επέτρεπε να απολαύσω πράγματα που σε άλλες συνθήκες θα έβρισκα δυσάρεστα.

Ο Δημήτρης μού χάιδεψε το πόδι, το χέρι του χώθηκε κάτω από τη φούστα μου. Στη Σύρο το σεξ ήταν από ελάχιστο έως ανύπαρκτο· δεν ήξερα αν το ξεμονάχιασμα στο ντουζ μετρούσε (ο Κλίντον τον ίδιο καιρό ισχυριζόταν πως όχι, δεν μετρούσε). Το ρίξαμε στη μεγάλη παρέα και το μικρό σπίτι, όμως εγώ απλά βαριόμουν. Στη Σέριφο θα είχαμε το δικό μας, αυτόνομο δωμάτιο – κι αυτό ήταν κάτι που με άγχωνε κατά βάθος.

Φάγαμε σιωπηλοί· η ζέστη δεν μας άφηνε να πούμε πολλά, ενώ η μπίρα μάς δρόσιζε και μας κάψωνε την ίδια στιγμή. Πληρώσαμε και κατηφορίσαμε προς τη Ζωοδόχου Πηγής. Έπαιζε στο Εκράν το Happiness. Σε όλη την προβολή χτυπούσε μια σειρήνα ξεχασμένου αυτοκινήτου. Έπαιρνε μπρος, σταματούσε και μετά ξανάρχιζε. Μας είχε σπάσει τα νεύρα, ωστόσο αποτελούσε το ιδανικό σάουντρακ: Η ευτυχία και η απάτη της, η ευτυχία και η καταστροφή της. Η ιερή προστασία που γίνεται εφιαλτική κακοποίηση. Ο θόρυβος που διαλύει τη νιρβάνα μας – και τότε και τώρα και για πάντα.

«Μπαμπά, θα το έκανες αυτό και σε μένα;»

«Όχι. Σε σένα δεν θα το έκανα»

Αργότερα τη νύχτα ο Δημήτρης με αναζήτησε κάτω από τα σεντόνια. Τη σκληράδα του πάνω μου την ένιωσα σαν απειλή.

«Τι συμβαίνει;»

«Συγγνώμη. Είμαι φρικαρισμένη με την ταινία»

Δυο καλοκαίρια αργότερα δεν θα χρειαζόταν να καταφύγω σε άθλιες δικαιολογίες, ούτε σε ερωτικά ημίμετρα της παρηγοριάς. Αλλά αυτό τότε δεν το γνώριζε κανείς μας.

Η Ροζίτα Σπινάσα είναι νομικός και συγγραφέας.

Η Έλενα Καρανικολού aka Missy Merida ξέρει ότι Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα είναι οι στιγμές που θα συλλέξεις

Δεκαπενταύγουστος. Στην Αθηνά οι δρόμοι λιώνουν . «Δεν θα φύγουμε διακοπές», είπε. Ανοίγω τα παντζούρια,  εκκωφαντική ησυχία τρομάζει τα τζιτζίκια που έχουν βαλθεί να με τρελάνουν. Δεν θα φύγουμε. Σάμπως ήμασταν και ποτέ εδώ; Να είσαι ευτυχισμένος με όσα έχεις. Μείνε στο εδώ και τώρα. Καρπούζι και βρώμικες πατούσες. Η Αθήνα τον δεκαπενταύγουστο φαντάζει τρομακτική μέχρι να αποδειχτεί πως η Αθήνα τον Δεκαπενταύγουστο είναι ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί (αν δεν πλατσουρίζεις στα ανοιχτά του Αιγαίου). Η Αθήνα κάνει αποτοξίνωση τον Δεκαπενταύγουστο,  ο αέρας της είναι λιγότερο ενοχλητικός στα ρουθούνια σου, κι η φασαρία της κάνει pause . Άδειοι δρόμοι . Χορεύω ένα ξημέρωμα στην μέση της Ποσειδώνος και γελάω δυνατά στο θερινό της Βουλιαγμένης έχοντας πιάσει την καλύτερη θέση, τα μεσημέρια κατεβαίνω στην αυτοδιαχειριζόμενη παράλια της Βούλας και περπατώντας μετά  από το ΠΙΙΚΠΑ βρίσκομαι στον επίγειο παράδεισο, σε μια παράλια ουτοπική, κολπίσκος με βράχια και αν έχεις όρεξη για περπάτημα, θα σε βγάλει σε ακόμα πιο απόκρημνες παραλίες και τοπία . Δεν θα πιστέψεις ότι είσαι στην Αθήνα. Εκεί και η παραλία που στήσαμε  σκηνή και παίζαμε ότι κάνουμε ελεύθερο στην πόλη, μείναμε τα βράδια με κιθάρες και χαρτιά, ηλιοβασιλέματα και αστέρια. Γίναμε μια μεγάλη παρέα με τους ξεχασμένους στο εδώ και τώρα και κάπως  θυμηθήκαμε πως είναι η γειτονιά , η παλιά γειτονιά με το νοιάξιμο και το κουτσομπολιό, τα ταπεράκια και τα χαμογέλα τα αλατισμένα. Σχεδόν ξεχαστήκαμε στο εδώ και τώρα .

Βόλτα στη Βάρκιζα και στη Σαρωνιδα, βουτιές στα λιμανάκια και το απόγευμα σκαρφάλωμα για δροσιά στον προφήτη Ηλία. Ελληνικός καφές και λουκούμι στο Σούνιο, στην ταβέρνα του Σταμάτη. Και στον γυρισμό παγωτό μηχανής .Τα βράδια κοκτέιλ στην ταράτσα που γεμίσαμε φωτάκια και κιλίμια πολύχρωμα για να κρύψουμε το γκρι. Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα και στο τέλος αυτό που μένει σαν γεύση είναι οι στιγμές που κατάφερες να συλλέξεις, να αναδιαμορφώσεις και να αξιοποιήσεις. Άλλωστε τα καλοκαίρια είναι ο ελάχιστός χώρος που έχεις να βρεθείς ακόμα πιο κοντά στον ίδιο σου τον εαυτό .

Χώρεσε λοιπόν όσο ήλιο μπορείς καβάτζα για τους χειμώνες σου. Όπου και να είσαι φρόντισε να είσαι παρών/ούσα.  Κι όπως λέει ο Τσιου στην ταινία, ο Δεκαπενταύγουστος σου ανήκει.

Η Έλενα Καρανικολού aka Missy Merida είναι illustrator.

Η Χριστίνα Αχιλλιά λατρεύει τα πανηγύρια ακόμη κι αυτά που γίνονται στην Αθήνα τον Δεκαπενταύγουστο

 

Μεγαλώνοντας διαπίστωσα ή μάλλον συνειδητοποίησα ότι έχω μείνει στην Αθήνα Δεκαπενταύγουστο ελάχιστες φορές. Και αυτό γιατί δεν άντεχα την «έρημη» πόλη. Μένοντας όμως λίγα χρόνια πριν, είδα ότι είναι γοητευτικά μελαγχολική και όμορφη χωρίς τον πολύ κόσμο. Εκείνος ο Δεκαπενταύγουστος με βρήκε στο Παγκράτι. Είπα ότι θα κάνω πολλά, ότι θα πάω για μπάνιο στην Αττική (ποτέ δεν πάω με τον κόσμο), ότι θα εξερευνήσω γειτονιές πιο απομακρυσμένες,  αφού δεν έχει κίνηση. Δεν έκανα τίποτα απ’ όλα αυτά. Κλασικά είχα αναλάβει το πότισμα των λουλουδιών δύο φίλων που έλειπαν διακοπές, πήγα στο θερινό σινεμά που πάω πάντα και το πρωί δούλευα. Ανήμερα της Παναγίας αποφάσισα και πήγα στο Άνω Καλαμάκι, εκεί μεγάλωσα και πήγα σχολείο, και είχε πανηγύρι η εκκλησία με μικροπωλητές. Τα λατρεύω αυτά τα πανηγύρια. Στην ουσία πρόκειται για μια πολιτεία με φωτάκια που στήνεται για δύο ημέρες. Κάνοντας βόλτα στους πάγκους, συνάντησα ένα ζευγάρι που στήνει τον πάγκο του με κοσμήματα και στον Προφήτη Ηλία στο Παγκράτι.

Η χαρά μου μεγάλη λες και είδα συγγενή που είχα να δω χρόνια, το μόνο που δεν μου άρεσε ήταν που είχαν λίγα πράγματα. Γεμάτη έκπληξη και σαν να συνέβαινε κάτι τρομερό τους ρώτησα γιατί έχουν λίγο εμπόρευμα και μου απάντησαν με μία φυσικότητα «μα αφού είναι Δεκαπενταύγουστος και λείπει ο κόσμος». Η απάντησή τους  με ενόχλησε λίγο για κάποιο λόγο αλλά είχαν δίκιο.

Πέρασα ωραία εκείνον τον Δεκαπενταύγουστο αλλά τελικά νομίζω μου αρέσει ο θόρυβος αυτής της πόλης και ο κόσμος παρόλο που έχει γίνει λίγο εκκωφαντικός. Είναι όμως ο Δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα μια εμπειρία που αξίζει να την ζήσει κανείς.

Η Χριστίνα Αχιλλιά είναι ιδιοκτήτρια του μπαρ “Σκάζη”. 

Η Χαριτίνη Ξύδη αφηγείται μια περιήγηση στον Δεκαπενταύγουστο της αστικής ερήμου

Χθες πήγα κομμωτήριο. Έβαψα τα νύχια μου. Αγόρασα καινούριο σουτιέν μετάξι και δαντέλα La Perla. Η Ada Massoti κατασκεύαζε κορσέδες από το 1954, κι όμως η τιράντα γλιστράει στο μπράτσο· με ενοχλεί. Ελαττωματικό. Να το επιστρέψω. Άλλοτε ξόδευα μια περιουσία στα εσώρουχα.

Το δρέπανο της καρδιάς σου επιστρέφει ως νέο φεγγάρι. Περνάω με κόκκινο τη διάβαση και περιπλανιέμαι σαν σύννεφο. Οι ώρες είναι μεγάλες. Οι κερδισμένες σου ώρες. Οι χαμένες μου ευκαιρίες. Οι ανασφάλειες που μας ξέκαναν. Παραπατώ σαν μεθυσμένη κάνοντας οχτάρια σε ένα σερί απραγματοποίητων σχεδίων.

Δεκαπενταύγουστος στην αστική έρημο. Όλα με υπογραμμίσεις. Γρύλλοι πιο μόνοι από μένα. Σφραγισμένα παράθυρα. Άνυδρα χείλη. Κατεβασμένα ρολά. Λεωφόρος κοιμητήριο. Άναστρο κάδρο που αποδίδει τον κόσμο της μέσα πραγματικότητας· μιας άλλης δεύτερης οδύνης.

Εγώ πρέπει να αποφασίσω αν θα παραιτηθώ ή αν θα παραστήσω ξανά τον σπάιντερμαν.

Η ζέστη μάζεψε συμπαγή νέφη. Υπερμεγέθεις κολλώδεις ψιχάλες στάζουν με θόρυβο στην άσφαλτο. Στο λαιμό μου σφίγγεται μεταλλικό νήμα η υγρή κάψα. Στο πρόσωπό μου τα νερά ανακατεύονται με τα δάκρυα και έτσι χωρίζεται σε μικρές ηπείρους δακρύων και βροχής διοξειδίου. Παίρνει σχήματα αλλόκοτα – σημάδια που δείχνουν πως θα μου λείπεις για όση ζωή μου απομένει. Σιγά το νέο. Λιώνοντας το μακιγιάζ κυλάει προς τη γραμμή του στόματος σε σκοτεινά ρυάκια που καταπίνω αδιαμαρτύρητα. Φαρμάκι.

Ξοδεύω τα τελευταία ευρώ για να αγοράσω μια ομπρέλα από τον Πακιστανό. Την κουνά στον αέρα σαν ξίφος: «κοίτα, πολύ καλή». Κάψιμο στο στομάχι. Λαμαρίνες τσιμέντα και σωλήνες με φορτώνουν με κυβικά αδιέξοδης απελπισίας. Ποιος ξέρει τι με περιμένει.

Είμαι τόσο ανόητη που σε σκέφτομαι ακόμα και τώρα που με έχεις εγκαταλείψει βορά σε πυρωμένα φαντάσματα. Που λύγισαν τα γόνατά μου. Που τα πόδια μου κόπηκαν. Που έσπασα.

Όταν σταματήσει η βροχή ας πάψω και εγώ. Μαζί της ας χαθώ.

Ζαλάδα. Τα βλέπω όλα ανάποδα. Η θάλασσα της Πατησίων κατάμαυρη ακύμαντη χαραγμένη σε κάθε ίντσα της επιφάνειας του δέρματός μου με ξεπλένει. Ανασαίνω το αεράκι. Μυρίζει φύκια. Την κοιτάζω σχεδόν υπνωτικά. Οι σφυγμοί πέφτουν. Φοβάμαι να σκεφτώ. Φοβάμαι να ψιθυρίσω τους αναστεναγμούς.

Τότε σε βλέπω κόντρα στο ρεύμα μου. Έρχεσαι διαρκώς με απλωτές προς εμένα. Κολυμπώ γρήγορα με κομμένη ανάσα. Λαχανιάζω. Αναρωτιέμαι αν είσαι είδωλο αιθέρα μετωπικό ολόγραμμα.

Με κοιτάς στα μάτια σαν να με υφαρπάζεις όπως το λάφυρο που σου χρώσταγε η προηγούμενη ζωή μας. Με κοιτάς και διαβάζεις την ύπαρξή μου. Μη με κοιτάς έτσι. Ακούμπησε στον ώμο μου να σε παρηγορήσω. Φίλα τα χείλη μου να αναληφθώ. Νίκησέ με. Αφήστε μας μόνους τώρα.

Η Χαριτίνη Ξύδη είναι ποιήτρια